Περί τροφής, διατροφής και γαστρονομίας των αρχαίων Ελλήνων (της Μαρίας Βασιλείου)

 

Γράφει η Μαρία Βασιλείου,

Ωκεανογράφος – Περιβαλλοντολόγος

 

 

Ο Αρχαίος ελληνικός πολιτισμός δεν είναι μόνο τα υλικά κατάλοιπα των προγόνων μας, που αποκαλύπτουμε στις ανασκαφές. Πολιτισμός είναι και ο τρόπος ζωής παλαιότερα και σήμερα, το πώς σκεπτόμαστε, πώς αντιδρούμε και τι τρώμε. Άλλωστε, ορισμένα από τα αρχαία έργα υψηλής τέχνης που αποκαλύπτουμε εχρησιμοποιούντο και στη διατροφή, η οποία καθορίζει αφενός μεν τη βιολογική ύπαρξη του ανθρώπου και αφετέρου είναι σημαντική για την οικονομική και κοινωνική του οντότητα, τη θρησκευτική και την εθνική του ταυτότητα.

 

«Αρχή και ρίζα παντός αγαθού η της γαστρός ηδονή», ρήση που αποδίδεται στον Επίκουρο και επισημαίνει την αδιαμφισβήτητη αναγκαιότητα της τροφής και «Τροφή δέ τό τρέφον, τροφή δέ τό οἷον, τροφή δέ τό μέλλον» ρήση πιο φιλοσοφημένη, που ανήκει στο μεγάλο γιατρό της αρχαιότητας τον Ιπποκράτη: “η επιλογή της σωστής τροφής προάγει την υγεία”!

 

Για τις τροφές και τις διατροφικές συνήθειες των Αρχαίων Ελλήνων, αντλούμε πληροφορίες από διαφορετικές πηγές, ανάλογα με την εκάστοτε εποχή. Έτσι, από πινακίδες της Πύλου και της Κνωσού, πληροφορούμαστε για τη διατροφή των Μυκηναίων και των Μινωιτών, για τη Γεωμετρική εποχή (1100-800 π.Χ.) χρησιμοποιούνται τα έπη του Ομήρου ενώ για την Κλασική εποχή η σπουδαιότερη πηγή είναι η αρχαία ελληνική γραμματεία , όπως οι κωμωδίες του Αριστοφάνη και τα έργα του γραμματικού Αθήναιου από τη μία πλευρά, τα κεραμικά αγγεία και τα αγαλματίδια από ψημένο πηλό από την άλλη.

 

Τα παλαιότερα ευρήματα που έχουμε για τον ελλαδικό χώρο είναι σπόροι που χρονολογούνται μεταξύ 11.000 π.Χ και 7.300 π.Χ και μας δείχνουν μία χρήση άγριων τότε φυτών όπως κριθάρι, βρώμη, φακή και μπιζέλια ενώ ταυτόχρονα αξιοποιούσαν και είδη άγριων ζώων όπως κατσίκια, βοοειδή, λαγούς κ.α.

 

Ενδείξεις γεωργικής δραστηριότητας στην Ελλάδα ανάγονται στην περίοδο 6.200-5.300 πΧ όπου πλέον καλλιεργούν συστηματικά κριθάρι, κεχρί, βρώμη, σιτάρι, φακές, μπιζέλια και βελανίδια. Παράλληλα χρησιμοποιούσαν και πολλά άγρια φυτά όπως ελιά, αμύγδαλα, φιστίκια, σταφύλια, κεράσια, δαμάσκηνα και αχλάδια. Αργότερα θα βρούμε ενδείξεις από ευρήματα και για άλλα είδη που καλλιεργούσαν ή έβρισκαν στην άγρια φύση όπως μήλα, σύκα, βατόμουρα, άγρια φράουλα, ρόδια, άνηθο, κάπαρη, ρίγανη κόλιανδρο κ.α. Τα εξημερωμένα ζώα επίσης, παίζουν σημαντικό ρόλο στη Νεολιθική περίοδο.

 

Γνωρίζουμε για εξημερωμένα αιγοπρόβατα, γουρούνια και αγελάδες στη Κρήτη από το 6.000 π.Χ. Προς το τέλος την Νεολιθικής περιόδου γίνεται μία στροφή προς τα υποπροϊόντα των ζώων (γάλα και έριο), γνωστή στη διεθνή βιβλιογραφία σαν “επανάσταση των δευτερογενών προϊόντων” (Secondary Products Revolution), η οποία θα φέρει και μεγάλη επανάσταση στην οικονομία, καθώς βλέπουμε μεγάλες αλλαγές στη διαμόρφωση των κοπαδιών και στις ηλικίες σφαγής. Το γάλα και το τυρί μπαίνουν στη διατροφή των Ελλήνων.Οι Έλληνες θεοποίησαν όλα τα ωραία πράγματα, έτσι έκαναν και με το τυρί και τη τυροκομία. Λέγεται πως οι Θεοί έστειλαν στην Ελλάδα το γιο του Απόλλωνα, Αρισταίο, για να μας διδάξει την τυροκομία. Στη συνέχεια ο ταλαντούχος Όμηρος «μας περιγράφει» τη περιπέτεια του Οδυσσέα με τον τσέλιγκα Πολύφημο αναφέροντας σαφώς τα τυριά που ωρίμαζαν στα ράφια του Πολύφημου, εκτός από λίγο που κρατούσε για το ρόφημά του.

 

Η πρώτη αναφορά στην ύπαρξη των ζυμαρικών χρονολογείται γύρω στο 1000 π.χ., στην αρχαία Ελλάδα, όπου η λέξη «λάγανον» περιέγραφε μία φαρδιά πλακωτή ζύμη από νερό και αλεύρι, την οποία έκοβαν σε λωρίδες. Η ζύμη αυτή μεταφέρθηκε και στην Ιταλία από τους πρώτους Έλληνες εποίκους γύρω στον 8ο αιώνα π.χ., και μετονομάστηκε σε “laganum” στα λατινικά, τα σημερινά Λαζάνια. Το γεγονός πιστοποιείται από Λατίνους συγγραφείς όπως ο Κικέρων, ο Οράτιος και από τον περίφημο καλοφαγά Απίκιο, ο οποίος στην πρώτη ίσως συμπληρωμένη μαγειρική στην ιστορία περιγράφει αυτοκρατορικά γεύματα με “laganum”.

 

Το ψωμί οι ελιές και τα αμπέλια, η λεγόμενη μεσογειακή τριάδα, τα οποία οι Έλληνες τα θεωρούσαν δώρα της Δήμητρας, της Αθηνάς και του Διονύσου αντίστοιχα, ήταν είδος καθημερινής ανάγκης.

 

Κατά τη μυθολογία η θεά Δήμητρα κάποτε φιλοξενήθηκε από το βασιλιά της Ελευσίνας Κελεό και τη γυναίκα του Μετάνειρα. Έμεινε τόσο ευχαριστημένη από την άριστη φιλοξενία που της πρόσφεραν που χάρισε στο γιό τους Τριπτόλεμο ένα άρμα που το έσερναν δράκοντες γεμάτο με σπόρους σταριού για να το σπείρει σε όλη την οικουμένη. Έτσι στον Τριπτόλεμο αποδόθηκε από τους αρχαίους Έλληνες η διάδοση της καλλιέργειας του σταριού και τιμόταν κατά τη διάρκεια των ιερών τελετών (Ελευσίνια μυστήρια) μαζί με τη θεά Δήμητρα.

 

Ο Τριπτόλεμος ξεκινά από την Αττική για να διδάξει σε όλη τη γη την καλλιέργεια του σιταριού. Η Δήμητρα του προσφέρει το ποτό του αποχωρισμού. Από αγγείο του 5ου αι.

 

Σημαντική θέση στις ασχολίες των κατοίκων κατείχε το κυνήγι, όπως και το ψάρεμα σε ποτάμια, λίμνες και θάλασσα με προϊόντα που παρείχαν σημαντικό συμπλήρωμα διατροφής. Τα ψαρικά έπαιζαν σημαντικό ρόλο στη διατροφή όλων, πλουσίων και φτωχών.

 

Πατέρας της Γαστρονομίας θεωρείται ο ποιητής και φιλόσοφος Αρχέστρατος. Καταγόταν από τις Συρακούσες και το έργο του η Ηδυπάθεια, γύρω στα μέσα του 4ου αι. π.Χ. αποτελεί το πρώτο βιβλίο μαγειρικής τέχνης στον κόσμο.

 

Οι 5 χρυσοί κανόνες περί γαστρονομικής τέχνης του Αρχέστρατου (επίκαιροι και σήμερα ) ήταν:

 

– Αγνά υλικά για την παρασκευή φαγητού.
– Αρμονία των υλικών μεταξύ τους.
– Όχι στις βαριές σάλτσες και στα καυτερά υλικά. Καλύπτουν και δεν αναδεικνύουν τις επιμέρους γεύσεις.
– Ελαφρές σάλτσες. Βοηθούν στην απόλαυση του ουρανίσκου.
– Καρύκευμα του πιάτου με μέτρο έτσι ώστε να υπάρχει αρμονία των γεύσεων και των αρωμάτων του φαγητού

 

Οι αρχαίοι αντιμετώπισαν τη Γαστρονομία ως τέχνη: Είναι γνωστό ότι δεν έτρωγαν μοναχικά,- όπως χαρακτηριστικά αναφέρει ο Πλούταρχος, άνθρωπος που τρώει μόνος του «δεν σημαίνει πως γευμάτισε, αλλά γέμισε το στομάχι του σαν τα ζώα»- τους άρεσε να δειπνούν με φίλους ή γνωστούς αρκετά συχνά διοργανώνονταν το «συμπόσιο» (λέξη που σημαίνει «συνάθροιση ανθρώπων που πίνουν») ή «εστίαση» (συνεστιάσεις).

 

Μια γενική ιδέα για τις γνωστές στους αρχαίους τροφές, παίρνουμε από τους Δειπνοσοφιστές του Αθήναιου:
«Γιατί, τι λείπει απ ‘το σπίτι μας, ποία καλά, δεν είναι γεμάτο οσμές συριακής σμύρνας κι από ευχάριστο καπνό λιβανιού, δεν σε ευφραίνει να βλέπεις μάζες ψωμιού από λεπτό αλεύρι, τρυφερά χταπόδια, λουκάνικα, ώς και πάχος, φούσκες, βραστά σέσκλα και φύλλα, φάβα και σκόρδα, μαρίδες, σκουμπριά, ενθρυμματίδες, φάρο και χόνδρο, κουκιά, λαθούρια, αρακά, ρόβη, μέλι, τυρί, γεμιστά άντερα ως και σιτάρια, καρύδια, πληγούρι, ψητές καραβίδες, ψητά καλαμάρια, βραστό κέφαλο, σουπιές βραστές, βραστή σμέρνα, κωβιούς βραστούς, ψητές παλαμίδες, ψητές φυκίδες, βατράχους, πέρκες, συνόδια, γάδους, ρίνες, ψησσιά, γαλέον, κούκον, φίσσες και νάρκες, κομμάτια σελάχι, κηρήθρες, σταφύλια, σύκα, γλυκίσματα, μήλα, ακράνεια, ρόδια, ρίγανη, μήκωνα, αχλάδια, κνήκον, ελιές, τσιπούρα, γαλατόπιτες, πράσα, αμπελόπρασα, κρεμμύδια, βολβούς, γουλιά, σίλφιον, ξύδι, μάραθο, αυγά, φακή χυμούς, κάρδαμο, σουσάμι, αλάτι, πίννες, πεταλίδες, μύδια, στρείδια και χτένια, μεγάλους τόνους. Και κοντά σ’ αυτά αμέτρητο πλήθος από πουλιά, πάπιες, φάσσες, χήνες και σπουργίτια, τσίχλες, κορυδαλούς, κίσσες και κύκνους και ελεκάνους, σουσουράδα, γερανό. Για ‘σένα θα είν’ εκεί κρασιά λευκά, γλυκό εγχώριο, ευχάριστο, ο καπνίας».

 

Ένα περιβολάκι γεμάτο με δέντρα και λαχανικά ήταν επίσης όνειρο για τους αρχαίους. Βέβαια αν κάποιος διαβάτης περνούσε δίπλα από κάποιον αρχαίο λαχανόκηπο και στεκόταν να τον περιεργαστεί, την προσοχή του ίσως προσέλκυε, κάποιο επικίνδυνο είδος φυτού το οποίο δεν προοριζόταν για καθημερινή βρώση αλλά ως γιατρικό και ως δηλητήριο. Αυτό ήταν το «Κώνειον το στικτόν» (κωνάω = περιστρέφω).

 

Το Κώνειο που καλλιεργούνταν στην Αθήνα μάλιστα ήταν το πιο ισχυρό σε δηλητήριο από εκείνο της υπόλοιπης Ελλάδας. Ο Ιπποκράτης σε αρκετά συγγράμματά του αναφέρει πως το χρησιμοποιούσε ως ναρκωτικό. Υπό μορφή καταπλάσματος λειτουργούσε και ως αναφροδισιακό και γι αυτό χρησιμοποιούνταν από τους Ιεροφάντες, πριν από την τέλεση Μυστηρίων, περίοδο κατά την οποία απαγορεύονταν οι σωματικές επαφές. Το εκχύλισμά του σε μικρή δόση προκαλούσε νάρκη, παροδική παράλυση ή μυϊκή αδυναμία ενώ η κατάποσή μεγαλύτερης ποσότητας οδηγούσε σε βαθύ ύπνο, νέκρωση των αισθητήριων νεύρων, σπασμούς ώσπου τελικά επέφερε το θάνατο.Μ’ αυτό το πολύ ισχυρό δηλητήριο θανατώθηκαν ο Θηραμένης, ο Πολέμαρχος και ο Σωκράτης.Η καλλιέργειά του ήταν αρκετά διαδεδομένη ακόμη και στα σπίτια των αρχόντων. Για παράδειγμα,ο Άτταλος ο Γ΄, ο φιλότεχνος βασιλιάς της Περγάμου, που κληροδότησε το βασίλειό του στη Ρώμη (το 133 π.Χ.), εύρισκε ευχαρίστηση στο λαχανόκηπό του, όπου, εκτός των άλλων, καλλιεργούσε «νοσκύαμο», «ελλέβορο» και «κώνειο».

 

Κάποιοι υποστηρίζουν πως καλλιεργούσε αυτά τα φυτά γιατί έκανε έρευνες για τις φαρμακευτικές τους ιδιότητες. Άλλοι όμως παρατηρούν ότι αυτό που ενδιέφερε περισσότερο το φιλότεχνο βασιλιά ήταν η δραστικότητα τους ως δηλητηρίων, που όπως λεγόταν, φρόντιζε να στέλνει στους «φίλους» του.
Το πιο αγαπημένο φρούτο των αρχαίων ήταν τα σύκα. Και τα πιο περίφημα ήταν τα σύκα της Αττικής, κάτι που ύμνησαν αρκετοί. Ο Ίστρος (ένας γραμματικός, ποιητής και ιστορικός από την Κυρήνη) λέει στα «Αττικά» ότι «τα σύκα της Αττικής, που θεωρούνται και τα καλύτερα, δεν πρέπει να εξάγονται, ώστε να τα απολαμβάνουν μόνο οι Αθηναίοι…». Πολλοί όμως έκαναν μυστικά την εξαγωγή – γνωστή άλλωστε και η περίπτωσης της «συκοφαντίας» – όταν δηλαδή κάποιος κατήγγειλε στις αρχές εκείνους που έκρυβαν ή έκαναν μυστικές εξαγωγές σύκων….. Από τα πιο περιζήτητα φρούτα ήταν βέβαια τα σταφύλια, αλλά όσοι τα καλλιεργούσαν τα βλέπανε περισσότερο σαν κρασί.

 

Το υγρό στοιχείο επίσης, τροφοδοτούσε ανέκαθεν με την ποικιλία και την αφθονία του, τους κατοίκους της ηπειρωτικής και νησιωτικής Ελλάδας. Η άμεση γειτνίαση μεγάλου τμήματος της πατρίδας μας προς τη θάλασσα, τα καθαρά και όχι ιδιαίτερα βαθιά νερά και τα πολυάριθμα είδη ψαριών, μαλακίων και οστρακοειδών, που – κατά τους αρχαίους τουλάχιστον χρόνους – υπήρχαν σε πλούσιες ποσότητες, καθιστούν ευνόητη την αγάπη των Ελλήνων για τα θαλασσινά.

 

Η τοιχογραφία του νεαρού ψαρά, από τον αρχαιολογικό χώρο του Ακρωτηρίου στην Σαντορίνη

 

Οι αρχαίες γραπτές πηγές σώζουν πλήθος πληροφοριών σχετικά με τα είδη των θαλασσινών που καταναλώνονταν, καθώς και τους τρόπους αλίευσης και μαγειρεύματός τους και μας πληροφορούν για τις περιοχές στις οποίες ζουν ή αναπαράγονται τα ψάρια και για τη σωστή εποχή αλίευσης του κάθε είδους, αναφέρουν δε εκατοντάδες ονόματα ψαριών και θαλασσινών. Αναφέρουμε ενδεικτικά μερικά απ’ αυτά: αθερίνη, γαλεός, θύννος (τόνος, ονομαστός στη Σάμο, στο Βυζάντιο, στην Κάρυστο, στην Τυνδαρίδα), κέφαλος, κολιός, κωβιός, καρχαρίας (ονομαζόταν επίσης λάμια και σκύλλα), κύων καρχαρίας (σκυλόψαρο που το αλίευαν στην Τορώνη της Χαλκιδικής, το έψηναν στα κάρβουνα και εθεωρείτο θείον έδεσμα), λάβραξ (περίφημος της Μιλήτου, χαρακτηρίζεται πρώτος σε νοστιμιά και σοφότερος απ’ όλα τα ψάρια, αφού βρίσκει τρόπους να ξεφεύγει απ’ τους ψαράδες, χαρακτηρίζεται επίσης γιος των θεών – θεόπαις λάβραξ), μελάνουρος (μελανούρι), μόρμυρος (μουρμούρα), ξιφίας, όρκυνος (ορκύνι), ορφός (ροφός), παλαμύς (παλαμίδα), πέρκη, ρίνη (εξαιρετική στη Σμύρνη), σκάρος, σμαρίδαι (μαρίδες), σπάρος, σκορπίος (περίφημος της Θάσου), σκόμβρος (σκουμπρί), σαργός (ο οποίος αναφέρεται ότι καταστρέφει τα δίχτυα), σάλπη (που είναι νόστιμη το καλοκαίρι και την ψάρευαν με κολοκύθι για δόλωμα), συναγρίς, τρίγλη (μπαρμπούνι), φάγρος (φαγκρί, που αναφέρεται ότι είναι γλυκό και θρεπτικό), χάννη (χάννος, που έχει ολάνοιχτο στόμα). Υπήρχαν μάλιστα και ειδικά συγγράμματα επί του θέματος, π.χ. Αριστοτέλους Περί ιχθύων, Αρχίππου Ιχθύς, Δωρίωνος Περί ιχθύων, Νουμηνίου Αλιευτικός, Ευθυδήμου Περί παστών, Αντιφάνους Αλιευομένη.

 

Στην Αγορά της Αθήνας έχει προσδιοριστεί ανασκαφικά ο χώρος των ιχθυοπωλείων, αλλά υπάρχουν αναφορές και για πλανόδιους ιχθυοπώλες.

 

Αλιεία γινόταν επίσης στις λίμνες και στα ποτάμια , αλλά τα ψάρια του γλυκού νερού τα εκτιμούσαν λιγότερο. Εξαίρεση αποτελούσαν τα χέλια (εγχέλεις) της Κωπαΐδος, που ήταν εκλεκτή λιχουδιά για τους Αθηναίους. Αλλά και τα χέλια του Στρυμόνα φημίζονταν για το πάχος τους. Στην Αρκαδία, στον παραπόταμο του Λάδωνος Αροάνιο, αναφέρεται ότι ζούσαν ψάρια που έβγαζαν φωνή (φθεγγόμενοι ιχθύες) όμοια με του πουλιού τσίχλα.

 

Εκτός από τα πολυάριθμα είδη ψαριών, προσφιλή εδέσματα αποτελούσαν τα μαλάκια και τα οστρακοειδή. Πολύποδες (χταπόδια), σηπίαι (σουπιές), τευθίδαι (καλαμάρια), κάραβοι (καραβίδες), καρίδαι (γαρίδες), καρκίνοι (καβούρια), αστακοί, εχίνοι (αχινοί), κτένοι (χτένια), μύαι (μύδια), λεπάδαι (πεταλίδες), όστρεα (στρείδια), πίνναι και σωλήναι, αποτελούν τα πιο συνηθισμένα από αυτά. Η υπάρχουσα πεποίθηση ότι τα μαλάκια είναι αφροδισιακή τροφή έχει διατυπωθεί από την αρχαιότητα.

 

Για τα πολλά και μεγάλα χταπόδια τους φημίζονταν η Θάσος και η Κέρκυρα. Στην Τροιζήνα το χταπόδι ήταν ιερό και η αλιεία του απαγορευόταν. Αναφέρεται επίσης ότι σε κάποιες περιπτώσεις τα χταπόδια βγαίνουν στη στεριά και ότι αγκαλιάζουν δένδρα, ελιές και συκιές, και μάλιστα ότι έτρωγαν σύκα. Στα χταπόδια αρέσει η ελιά και βυθίζοντας στο νερό κλαδιά ελιάς τα χταπόδια τυλίγονται γύρω τους και έτσι τα αλίευαν.

 

Η ιχθυοφαγία των αρχαίων Ελλήνων σε κάποιες περιπτώσεις υπερέβαινε το μέτρο. Ο Δωρίων, συγγραφέας του 1ου αι. π.Χ., όταν κάποτε ο δούλος του δεν του είχε αγοράσει ψάρια, μαστιγώνοντάς τον, τον πρόσταζε να του λέει ονόματα ψαριών. Και όταν ο δούλος του ανέφερε τον ορφό, το γλαυκίσκο κ.ά. ο Δωρίων του φώναζε ότι τον πρόσταξε να λέει ονόματα ψαριών και όχι θεών. Κάποιος Διοκλής αναφέρεται ότι πούλησε το χωράφι του και ξόδεψε τα χρήματα που πήρε, αγοράζοντας ψάρια. Ορισμένοι έφθαναν μάλιστα να δίνουν στα παιδιά τους ονόματα θαλασσινών, όπως Ιχθύας, Ιχθύων, Κάραβος (καραβίδα), Κωβιός.

 

Ο ποιητής Φιλόξενος από τα Κύθηρα ήταν υπερβολικά ιχθυοφάγος. Αγόρασε στις Συρακούσες ένα χταπόδι δύο πήχεων (περίπου ενός μέτρου) και το έφαγε σχεδόν όλο. Έπαθε βέβαια βαρύτατη δυσπεψία και ο γιατρός τον συμβούλευσε να τακτοποιήσει τις εκκρεμότητές του γιατί θα πέθαινε. Αυτός ζήτησε τότε να τακτοποιήσει ό,τι είχε απομείνει από το χταπόδι του. Ο κυνικός φιλόσοφος Διογένης πέθανε επειδή έφαγε χταπόδι ωμό.

 

Ένας Σπαρτιάτης που βρέθηκε σε κάποιο συμπόσιο μακριά απ’ την πατρίδα του, όταν του προσφέρθηκαν αχινοί, μη γνωρίζοντας με ποιον τρόπο τρώγονται, έβαλε έναν στο στόμα του με τα αγκάθια και επειδή δεν ήθελε να του καταλογιστεί ως δειλία το να τον φτύσει, τον ροκάνισε με τα δόντια του και τον κατάπιε μαζί με τα αγκάθια…

 

Γενικά,το μυστικό της ελληνικής κουζίνας ήταν η εξισορρόπηση της γλυκιάς και της πικρής γεύσης, του ξινού και των εντελώς ασυνήθιστων γεύσεων που εμφανίζονται στις συνταγές. Οι τροφές και οι μέθοδοι μαγειρέματος αναμφίβολα είχαν σχέση με το εμπόριο, τις ανταλλαγές και αλληλεπιδράσεις μεταξύ των λαών και των ιδεών, αλλά και άμεσα εξαρτώμενες από τα προϊόντα που παρήγαγε ο κάθε τόπος.

 

Την ελληνική διατροφή και γαστρονομία τη διαδέχτηκε ο διατροφικός πολιτισμός της Ρώμης. Οι Ρωμαίοι βέβαια, παρουσιάζονται να αρέσκονται υπερβολικά σε σάλτσες με γλυκιά γεύση.Οι κυρίαρχες γεύσεις της ελληνικής και ρωμαϊκής κουζίνας ήταν το μέλι, το ξίδι, ο γάρος (σάλτσα από τη ζύμωση ψαριών) και ένας τεράστιος κατάλογος από αποξηραμένα βότανα και μπαχαρικά που αναμιγνύονταν επιδέξια για να τονίσουν τη φυσική γεύση του ψαριού, του κρέατος και των πουλερικών.

 

ΜΑΡΙΑ ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ
ΒΙΟΛΟΓΟΣ-ΩΚΕΑΝΟΓΡΑΦΟΣ

 

 

Σχολιάστε...

Γράψτε το σχόλιό σας
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ

Πρόσφατα σχόλια