Κληρονομικό δικαίωμα (γράφει ο Γιάννης Ρούσος)

Ναύπλιο

Ναύπλιο
Διήγημα του Γιάννη Ρούσου

Ένα ερώτημα έσκασε σαν βόμβα μέσα στο κεφάλι του. «Ποιος φταίει;» Άνοιξε τα μάτια λες και μπορούσε το ωστικό κύμα να βγει από εκεί και να εκτονωθεί στον χώρο, προκαλώντας τη λιγότερη δυνατή ζημιά στο μυαλό του. Αυτό το ρήμα – φταίει – του φαινόταν τόσο βάρβαρο, σαν δαμόκλειος σπάθη. «Ποιος ευθύνεται, είναι το σωστό», ψιθύρισε. «Κανείς δε φταίει».

Μπροστά του απλώνονταν τα πρώτα κτήματα της περιοχής, αφύτευτα και στεγνά, ενώ λίγα ζωντανά περιφέρονταν ασκόπως, εδώ κι εκεί. Μετά, όλη η πόλη, από την Άρια μέχρι την Κούρτη. Στο κέντρο ο βράχος της Ακροναυπλίας, να κρατά μέσα στην παλάμη του την παλιά πόλη, με τα δάχτυλα κλειστά. Θα έλεγε κανείς πως δεν της αφήνει χώρο να ανασάνει.

Ο άντρας καθόταν σε ένα βράχο, λίγα μέτρα κάτω από τη δεξαμενή. Από αυτό το σημείο η πόλη μοιάζει με κατανομή Gauss σκέφτηκε και χαμογέλασε, καθώς θυμήθηκε ότι πολλά χρόνια πριν, είχε υποσχεθεί στον εαυτό του να μην αναφέρει αυτές τις σκέψεις του σε κανέναν, για να μην τον θεωρούν περίεργο. Είχε δώσει όρκο να μην «ντροπιάσει» ποτέ ξανά, κανέναν από τους δικούς του, την οικογένεια, τη ράτσα, τον πατέρα του… όλους αυτούς που κρατούν την «αλήθεια» στα χέρια τους.

Ίσως να ευθύνεται κάποια εικόνα, σκέφτηκε και χάθηκε μέσα σε κάποιες τυχαίες που του ήρθαν στο μυαλό. Τα παιδιά μαζεμένα στο πλάι του ψαρομαχαλά να παίρνουν φόρα, να πηδάνε στο κενό και να προσγειώνονται στα νερά της θάλασσας. Αργότερα, όταν μαζεύονταν στα σκαλιά και στα σοκάκια, κάνανε κανένα τσιγάρο, μοιραζόντουσαν μια μπύρα, λέγανε μυστικά. Ύστερα, ταξίδεψε στα καλοκαίρια που γυρίζανε στα κοντινά χωριά, οδηγώντας χωρίς δίπλωμα και βλέπανε οικογένειες, κάτω από τα στέγαστρα να περνάνε καπνό στις βελόνες. «Συνηθίσαμε στις ακραίες αντιθέσεις νωρίς, το είχαμε για φυσιολογικό», παραδέχτηκε στον άνεμο.

Σηκώθηκε να φύγει, δεν είχε πολλές ώρες στη διάθεσή του. Οδήγησε προς την Πρόνοια, άφησε το αυτοκίνητο στην πλατεία και άρχισε να ανηφορίζει. Πέρασε τις νεόδμητες κατοικίες – η πόλη είχε μια νέα τάξη εύπορων κατοίκων, μια κάστα με διαφορετικές ιδεολογικές συνιστώσες, που τις ένωνε η αγάπη για το χρήμα. Ύστερα, πέρασε μια πλατεία με ανισόπεδα μπαλκόνια, την οποία έβλεπε πρώτη φορά και χάθηκε στο χωμάτινο δρομάκι που οδηγούσε στο Παλαμήδι. Δεν περπάτησε πολλή ώρα μέσα στο μονοπάτι, ύστερα από εκατό μέτρα έστριψε δεξιά, προσέχοντας πάρα πολύ τα σημεία που πάταγε. Μια λάθος κίνηση μπορούσε να επιφέρει άσχημες εκπλήξεις, καθώς πλάι του βρίσκονταν απότομοι γκρεμνοί, μεγάλα κάθετα κοψίματα, στον βράχο του βουνού. Σταμάτησε πολλές φορές, προσπαθώντας να θυμηθεί το σωστό σημείο. Όρθιος ανάμεσα σε ακανθώδεις θάμνους, κοίταγε προς όλες τις κατευθύνσεις. Λες και μπορούσε η πέτρα να βγάλει πόδια και να πάει να του κρυφτεί. Δεν άργησε να βρει τη θέση που έψαχνε, κάθισε κι απήλαυσε την εικόνα. Από το Παλαμήδι μέχρι τη Λάρισα, στη μέση η Κίος, μακρύτερα οι Μύλοι κι ανάμεσά τους πολλά μικρά σημεία με κοινωνικό αλλά και προσωπικό ενδιαφέρον. Δεν ακουγόταν τίποτα.

Ίσως να ευθύνονται οι άνθρωποι. Πολλές φορές οι παρέες ήταν ανακατεμένες. Στην ίδια τάξη, εντός κοινής αίθουσας, παιδιά με διαφορετικές αφετηρίες, χωρίς τα ίδια ερεθίσματα, δίχως κοινούς στόχους. Συχνά ντρεπόσουν να μπεις σε σπίτια φίλων, ένιωθες άβολα, ο παρείσακτος στην ιστορία… εικόνες από άλλη εποχή που έμεναν αγκιστρωμένες στο παρόν, με πείσμα, με ανούσια ειρωνεία, με τοξικότητα. Άρχισε να ψιθυρίζει στον άνεμο πάλι. «Όσο άσχημο και να είναι, αυτό καθόρισε τις φιλίες μας. Πιο τυχεροί αυτοί που βρήκαν την ευκαιρία και έφυγαν. Ευτυχέστεροι εκείνοι που δεν μπόρεσαν ποτέ να ξαναγυρίσουν, εκτός αν τους βασανίζει το μυαλό ο νόστος, μέχρι σήμερα».

Ούτε σε αυτό το σημείο κάθισε πολλή ώρα. Αυτή τη φορά οδήγησε προς τη θάλασσα. Πέρασε το νοητό τόξο της Μεσολογγίου και της Μεγάλου Αλεξάνδρου και κατευθύνθηκε προς το στέκι των ψαράδων. Άφησε το αυτοκίνητο στη χωμάτινη αλάνα, δίπλα στο σημείο που εμφανίζεται η άμπωτη. Περπάτησε στη στενή αποβάθρα, μέχρι το τελευταίο παγκάκι, προσπερνώντας δύο άτομα που είχαν ρίξει πετονιές στο νερό. Κάθισε εκεί. Ήταν μόνος του απέναντι από τα σπίτια, σε απόσταση αναπνοής από την πόλη, τα πλούτη, τη φτώχεια της, ένιωθε ότι κοίταγε κατάματα όλους τους ανθρώπους που ήξερε.

Ίσως να ευθύνεται η ίδια μας η ύπαρξη, σκέφτηκε. Θυμήθηκε πόσο δύσκολο ήταν να είναι κάποιος δημιουργικός. Έπρεπε πρώτα να παλέψει με την αμφισβήτηση, την παγιωμένη κατάσταση, τη βολή των άλλων. Μετά από όλα αυτά, ίσως να του είχε μείνει λίγη δύναμη να φτιάξει κάτι καινούργιο. Έτσι τα βρήκαμε, με αυτή τη μορφή έπρεπε να μείνουν. Μετά βίας, υπήρξαμε στα δικά μας στέκια, για μικρό διάστημα. Διότι όποιος βρήκε την ευκαιρία, έφυγε. Αλίμονο, παλιόκοσμε και παλιοκοινωνία, κανείς προφήτης στον τόπο του, όπως λέγανε παλιά. Εκτός από τη Βαρβάρα βέβαια – διπλανή του στο Λύκειο που καθόταν αναγκαστικά μαζί του, γιατί δεν άντεχε άλλος τη βωμολοχία της – που επέβαλε την ιδιορρυθμία της διότι… εδώ διίστανται οι απόψεις! Γέλαγε για ώρα, φέρνοντας στο μυαλό του τις ιστορίες της Βαρβάρας. Το χρειαζόταν.

Άρχισε να νυχτώνει, τα φώτα απέναντι άναψαν, το ένα μετά το άλλο κι αυτός εκεί, στο παγκάκι του να κοιτά την πόλη. Ανακαλούσε ευχάριστες αναμνήσεις, θυμόταν και κάποιες δυσάρεστες, αξιολογούσε μια ιδέα ή μια πληροφορία. Έφτασε η ώρα του δείπνου, δεν είχε λόγο να καθυστερεί περισσότερο. Άλλωστε, δεν υπήρχε πια γυρισμός.

Περπάτησε το λιμάνι, πέρασε τα Λύκεια και χώθηκε στα πλακόστρωτα στενάκια της πόλης. Πλησιάζοντας την ταβέρνα κοντοστάθηκε. Αφουγκράστηκε από μακριά το χώρο, κυριαρχούσαν οι ομιλίες, τα γέλια κι οι ήχοι από τα μαχαιροπήρουνα. Μαλάκωσε λίγο η ψυχή του. Οι σκέψεις των προηγούμενων ωρών τον είχαν αγριέψει. Σήκωνε αυτό το βάρος χρόνια, πίστευε πια ότι αυτή ήταν η πραγματική κληρονομιά του. Έβαλε στοίχημα πως ήξερε τους περισσότερους ανθρώπους που βρίσκονταν εκεί μέσα. Έκανε τα τελευταία βήματα, έσπρωξε την πόρτα και μπήκε.

Στάθηκε όρθιος και σάρωσε, με το βλέμμα του, την αίθουσα. Γέλασε, καταλαβαίνοντας ότι πράγματι ήξερε τους περισσότερους. Άτομα που κάποτε έκαναν παρέα, συγγενείς κάποιων φίλων ή γνωστών, τοπικοί ήρωες – μουσικοί, αθλητές, ένας πρώην δήμαρχος – και στο βάθος, κάτω από το παράθυρο της γωνίας, καθόταν ο πατέρας του.

Από την κουζίνα βγήκε ο Σωτήρης, τον πλησίασε κι αγκαλιαστήκανε. Μετά, άφησε ένα πιάτο στο διπλανό τραπέζι που έτρωγαν τέσσερις πελάτες και γύρισε, για να μιλήσουν.

«Τι κάνεις, αδερφέ;» είπε χαμηλόφωνα.

«Καλά. Ήρθα να δω τη μάνα μου», απάντησε. Αυτό το ψέμα είχε αποφασίσει να πει.

«Θα κάτσεις μέρες;»

«Όχι. Θα φύγω το πρωί».

«Έτσι να κάνεις, Μιχάλη», είπε ο Σωτήρης και χαμογέλασε.

Μετά χάθηκε πάλι, μέσα στην κουζίνα. Αυτός ο άνθρωπος ήταν στενός φίλος του, χρωστάγανε πολλά ο ένας στον άλλο.

Ύστερα από λίγο, πλησίασε το τραπέζι του πατέρα του. Τράβηξε την καρέκλα και με το θάρρος της συγγένειας, κάθισε απέναντι του. Άρχισαν να μιλάνε για δουλειές, στη συνέχεια για τις πολιτικές εξελίξεις, μετά για το ποδόσφαιρο. Κάποια στιγμή ο Σωτήρης έφερε κάμποσα πιάτα με μεζέδες – βλίτα και πατάτες – μαζί με μπόλικο κρασί, τα άφησε στο τραπέζι τους και κάθε φορά που κάτι άδειαζε, ερχόταν και το αντικαθιστούσε. Η συζήτηση πέρασε ξυστά από τα θέματα που έκρυβαν παγίδες, τους συγγενείς, τα κληρονομικά, τις επιλογές ζωής… και πριν η κουβέντα φτάσει σε αδιέξοδο:

«Γιατί ήρθες;»

«Έχω να πάρω μια απόφαση».

Ο γέρος έχασε, για λίγο, την ψυχραιμία του. Σαν να ζαλίστηκε.

«Η υγεία σου είναι καλή;»

Ο άλλος γέλασε. Το μυαλό πάει πρώτα, σε αυτό που φοβόμαστε οι ίδιοι, για τον εαυτό μας.

«Ναι, μια χαρά. Μην ανησυχείς».

Εκείνη τη στιγμή, μια παρέα, από άλλο τραπέζι, σηκώθηκε να φύγει. Χαιρέτησαν το γιο του γέρου, μίλησαν για λίγο μαζί του και αποχώρησαν. Αυτό επαναλήφθηκε μερικές φορές. Η ταβέρνα άδειαζε σιγά – σιγά.

«Έχεις, ακόμα, φίλους στην πόλη!»

«Αν έμενα εδώ, δε θα μου μιλούσε κανένας από όλους αυτούς», απάντησε ο Μιχάλης γελώντας. Ήπιαν μια γουλιά.

«Κουράστηκα, θα πάω να ξαπλώσω», είπε ο πατέρας. «Μεγάλωσα, η ταλαιπωρία κι η αναμονή με επηρεάζουν πολύ. Μου δημιουργούν εκνευρισμό, καμιά φορά μιλάω άσχημα, ακόμα και στη μάνα σου». Ο γέρος δεν ήταν συνηθισμένος στους συναισθηματισμούς και στην αυτοκριτική. Ο άλλος κράταγε το στόμα του κλειστό, σκεφτόταν μόνο. Είχε απέναντι του έναν άνθρωπο στη δύση του και δεν ήταν σίγουρος, τι ήθελε να κάνει.

«Θα μου πεις τι θες;» ρώτησε ο γέρος, με μια μικρή παράκληση, στον τόνο της φωνής του. Σαν να του ζητούσε να τον λυπηθεί.

«Σε λίγους μήνες θα γίνω πατέρας. Είναι αγόρι. Ήρθα να καταλάβω, αν αξίζει τον κόπο να του δώσω το όνομά σου». Είπε αυτά τα λόγια, χωρίς να χρωματίσει τη φωνή του. Στεγνά, με όση ψυχρότητα βάσταγε η ψυχή του. Ξαφνιάστηκε κι ο ίδιος από τον ήχο των λέξεων.

Γέμισαν τα ποτήρια και τα άδειασαν μονοκοπανιά. Άσπρο πάτο!

«Δίκαιο είναι να αναρωτιέσαι, Μιχάλη μου», απάντησε ο γέρος και σηκώθηκε να βάλει το πανωφόρι του. «Έχεις, όμως, ήδη αποφασίσει. Ήρθες μόνο, για να μου ανακοινώσεις τα μελλούμενα».

Σηκώθηκε κι ο γιος του, ντύθηκε κι αυτός. Ο Σωτήρης έσπευσε να τους βοηθήσει. Κράτησε το σακάκι του γέρου, έφτιαξε το παλτό του φίλου του. Είχαν πιει αρκετά.

«Τι οφείλουμε, Σώτο;» ρώτησε ο γιος.

«Χρωστάτε της Μιχαλούς», απάντησε εκείνος.

Τους άνοιξε την πόρτα και τους ξεπροβόδησε. Άρχισαν να περπατούν στο γλιστερό σοκάκι, καθώς είχε βρέξει νωρίτερα. Τα κορμιά τους, μερικές φορές, απομακρύνονταν κι άλλοτε σκουντουφλούσαν, το ένα πάνω στο άλλο. Ο Σωτήρης στάθηκε και τους κοίταγε από μακριά. Μπήκε στην ταβέρνα χαμογελαστός και ευχαριστημένος. Τον είδε ο Ανδρέας που δούλευε λάντζα στην κουζίνα και παραξενεύτηκε.

«Τι γελάς, αφεντικό;» είπε με την ιδιαίτερη φωνή του.

«Αντρίκο, σε λίγες μέρες έχουμε αποκριές. Μου αρέσει αυτή η εποχή, γιατί οι άνθρωποι ρίχνουν τα προσωπεία τους», απάντησε ο άλλος. «Τις μάσκες που κουβαλούν όλο το χρόνο».

«Δεν καταλαβαίνω από αυτά, αφεντικό. Εμένα μου αρέσουν όλες οι εποχές, αρκεί να μην έχουμε τουρίστες. Διαβολεμένοι άνθρωποι».

Ο Σωτήρης έβαλε τα γέλια.

«Ναι, Ανδρέα, το ξέρω πως είσαι ότι πιο αντιτουριστικό έχει γεννήσει η πόλη μας».

«Ναι, αφεντικό», ξέσπασε κι αυτός σε τρανταχτά γέλια.

Ο ήχος της φωνής του βγήκε από την πόρτα της κουζίνας, γέμισε τη σάλα της ταβέρνας και ξεχύθηκε στο σοκάκι, μπροστά από το μαγαζί, περνώντας τη μισάνοιχτη πόρτα.

Εκείνη την ώρα, γύριζε σπίτι του ο Δήμος που έμενε απέναντι, έβαλε το χέρι στην τσέπη να βρει τα κλειδιά και ψιθύρισε σκυφτός στην κλειδαρότρυπα.

«Τον μπαγάσα τον Ανδρέα, όλο γελάει» και ξεκαρδίστηκε κι αυτός.

spot_img

Αγγελίες

spot_img
spot_img
spot_img
spot_img

Διαβάστε ακόμη

Super League 2: Έχασε ο ουραγός Παναργειακός από την πρωτοπόρο Καλαμάτα

Παναργειακός-Καλαμάτα 0-2 Φωτογραφίες: Δημήτρης Ευσταθιάδης Την 15η της νίκη σε 17 αγωνιστικές στον Β’ Όμιλο της Super League 2 πανηγύρισε η Καλαμάτα, η οποία πέρασε με...

Τοπικό ποδόσφαιρο Αργολίδας: Τα αποτελέσματα

Οι αγώνες της 15ης αγωνιστικής στην Α1 κατηγορία, της 11ης στην Α2 κατηγορία και ένας αγώνας της Β' κατηγορίας της ΕΠΣ Αργολίδας έγιναν το...

Το Άργος γιόρτασε την ανάμνηση της επιστροφής των ιερών λειψάνων του Αγίου Πέτρου

Το Άργος γιόρτασε την ανάμνηση της επιστροφής των ιερών λειψάνων του Αγίου Πέτρου Το Άργος γιόρτασε τη 18η ανάμνηση της μετακομιδής των ιερών λειψάνων του...

Super League 2: Έχασε ο ουραγός Παναργειακός από την πρωτοπόρο Καλαμάτα

Παναργειακός-Καλαμάτα 0-2 Φωτογραφίες: Δημήτρης Ευσταθιάδης Την 15η της νίκη σε 17 αγωνιστικές στον Β’ Όμιλο της Super League 2 πανηγύρισε η Καλαμάτα, η οποία πέρασε με...

Τοπικό ποδόσφαιρο Αργολίδας: Τα αποτελέσματα

Οι αγώνες της 15ης αγωνιστικής στην Α1 κατηγορία, της 11ης στην Α2 κατηγορία και ένας αγώνας της Β' κατηγορίας της ΕΠΣ Αργολίδας έγιναν το...

Το Άργος γιόρτασε την ανάμνηση της επιστροφής των ιερών λειψάνων του Αγίου Πέτρου

Το Άργος γιόρτασε την ανάμνηση της επιστροφής των ιερών λειψάνων του Αγίου Πέτρου Το Άργος γιόρτασε τη 18η ανάμνηση της μετακομιδής των ιερών λειψάνων του...

Ναύπλιο 1823: Πώς δεν έγινε πρωτεύουσα και πώς απέτυχε το πρώτο πραξικόπημα (του Τόλη Κοΐνη)

Ναύπλιο 1823: Πώς δεν έγινε πρωτεύουσα και πώς απέτυχε το πρώτο πραξικόπημα (Μια θεωρία συνωμοσίας!) 18 Ιανουαρίου είναι η επέτειος της ανακήρυξης του Ναυπλίου σε ...

Ναύπλιο 1823: Πώς δεν έγινε πρωτεύουσα και πώς απέτυχε το πρώτο πραξικόπημα (του Τόλη Κοΐνη)

Ναύπλιο 1823: Πώς δεν έγινε πρωτεύουσα και πώς απέτυχε το πρώτο πραξικόπημα (Μια θεωρία συνωμοσίας!) 18 Ιανουαρίου είναι η επέτειος της ανακήρυξης του Ναυπλίου σε ...

Πρόσθετη χρηματοδότηση 600.000 ευρώ στο Δήμο Άργους-Μυκηνών για οδοποιία

Πρόσθετη χρηματοδότηση 600.000 ευρώ στο Δήμο Άργους-Μυκηνών για οδοποιία Με την υπ’ αριθ. 748/9-1-2026 Κοινή Υπουργική Απόφαση των Υπουργείων Εσωτερικών & Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών,...

Βρήκαν αυτούς που έκλεψαν σπίτι σε χωριό του Άργους

Εξιχνιάστηκε, ύστερα από αστυνομική έρευνα του Τμήματος Δίωξης και Εξιχνίασης Εγκλημάτων Άργους-Μυκηνών, κλοπή σε σπίτι ημεδαπής. Η κλοπή έγινε την Τρίτη 13 Ιανουαρίου σε χωριό...