Καλοκαιρινή χαρμολύπη – Με αφορμή το 2ο Φεστιβάλ Ακροναυπλίας και την κατάσταση της πόλης (γράφει ο Γιώργος Ελενόπουλος)
Καλοκαίρι έντονων συγκινήσεων για προσωπικούς και γενικότερους λόγους. Αλλά πλούσιο από κάθε άποψη ομολογώ. Και κυρίως, πλούσιο σε διδάγματα. Όχι μόνον γιατί ήταν ένα καλοκαίρι διαφορετικό από άλλα, αλλά και γιατί για πρώτη φορά εδώ και αρκετά χρόνια βίωσα πάλι στη γενέτειρα πόλη μου με ένταση έναν σχεδόν πρωτόγνωρο πλουραλισμό γεγονότων και συναισθημάτων.
Εικόνες από το παρελθόν αναμείχθηκαν με την καθημερινότητα μιας πόλης που στο πέρασμα του χρόνου, παρά τις εκατοντάδες χιλιάδες επισκεπτών, οι οποίοι, το συνηθέστερο, αναχωρούν εντυπωσιασμένοι από την ομορφιά της, εντούτοις η ίδια μοιάζει στάσιμη μες στους αιώνες. Και όταν κάτι μένει στάσιμο, τότε διολισθαίνει με βεβαιότητα στη φθορά. Όσο και αν «αλλάζει», όσο και αν «εκσυχρονίζεται». Η αλλαγή και ο εκσυγχρονισμός, έχουν πρόσημο, γιατί και όλα τα καλούδια του κόσμου να φορέσει κανείς, πάλι άχρωμος θα είναι και ασήμαντος, αν δεν έχει αξία, αν δεν έχει μια ομορφιά, μια γοητεία, εσωτερική και πραγματική, αν δεν τον διακρίνει η σοφία, η αγωνία της συνάντησής του με τη συνείδησή του και εντέλει με την ίδια την προσωπική του κρίση. Πόσο μάλλον η αγωνία για το ήθος και την αισθητική που τον διακρίνουν και τον ξεχωρίζουν, τον καθιστούν άξιο να υπάρχει, να βιώνει τη ζωή του με αξιοπρέπεια – που σημαίνει και ότι μπορεί να προσφέρει στην κοινή προσπάθεια για έναν καλύτερο κόσμο.
Το ίδιο συμβαίνει και με τις πόλεις. Γιατί αντανακλούν τη συλλογική σοφία των ανθρώπων τους και σε κάθε γωνιά τους μαρτυρούν την έγνοια τους για αυτήν, για τη ζωή και την ίδια τους τη ζωή, για τον σεβασμό τους απέναντι στην ιστορία, άρα και στον κάθε επισκέπτη που κάθε στιγμή, όποια στιγμή μες στην πορεία του χρόνων την περπατά, τη θαυμάζει, παίρνει μαζί του τις μυρωδιές της.
Πολλές φορές, σκέπτομαι, τι θα ήταν άραγε το Ναύπλιον χωρίς το παλιό του Ανάπλι; Άλλες φορές έρχεται στο νου μου η γενικότερη εικόνα, του τοπίου ολόκληρου και κάπως εκείνο το συναίσθημα που νιώθω να με πνίγει σαν κόμπος στο λαιμό, χαλαρώνει. Άλλες φορές πάλι, εμφανίζονται μπροστά μου ζωντανές οι εικόνες τ’ Αναπλιού χωρίς τις βουκαμβίλιες, χωρίς τις καινούργιες πλατείες, αλλά με όλους εκείνους τους ανθρώπους που περπατούσαν στους δρόμους του, που ζούσαν μέσα «στην πολλή συνάφεια του κόσμου», ακόμη και την «ανοησία», για να θυμηθούμε και τον μεγάλο Αλεξανδρινό, την υποκρισία πολλές φορές να προσθέσω, αλλά ήταν πιο πραγματικοί, πιο αληθινοί.
Και όταν όλα αυτά με κατακλύζουν με ένταση, τότε η εικόνα ξεκαθαρίζει μονομιάς και το Ναύπλιον μένει με την πέτρα, το χώμα, την πικροδάφνη και εκείνα τ’ άνθη που με πείσμα σκίζουν ακόμη και την πέτρα για να δουν το φως, να ομορφύνουν τη ζωή μας, να μας δώσουν τις μυρωδιές τους, ανάμεικτες με την υγρασία.
Ναι, την υγρασία.
Οι πόλεις που ζουν μες στην υγρασία, για να υπάρχουν θέλουν φροντίδα. Κάθε σόφρων άνθρωπος, γνωρίζει την υπονομευτική λειτουργία της υγρασίας. Και μαζί, ότι θέλει τον τρόπο της για να μην σε ξεκάνει.
Αυτά αισθάνθηκα έντονα πάλι το φετινό καλοκαίρι.
Η ομορφιά του Ναυπλίου, είναι η πέτρα, το χώμα, η πικροδάφνη, τα λουλούδια που σκίζουν την πέτρα, η υγρασία, η σοφία της λιτότητας και της απεραντοσύνης, όταν κανείς δεν παραδίδεται στην ανθρώπινη ανοησία. Την ακατανίκητη ανθρώπινη ανοησία. Γιατί τελικά, η ομορφιά μιας πόλης μπορεί μες στο χρόνο να αποδειχθεί καταστροφική, αν οι άνθρωποί της δεν γνωρίζουν τη σημασία της συνομιλίας τους με την ιστορία.
Όλες αυτές τις σκέψεις τις χρωστάω στον Θοδωρή Γκόνη.
Τον ξέρω από τότε που παιδιά μαθαίναμε τη ζωή στους δρόμους τ’ Αναπλιού. Μέναμε στο ίδιο σπίτι. Δουλεύαμε, αυτός στο εστιατόριο του θείου του και εγώ στο μαγαζί της οικογένειας. Δίσκο αυτός, με το ποδήλατό μου να μεταφέρω πράγματα σε σπίτια και μαγαζιά εγώ. Όταν τον συναντώ, δεν βλέπω μόνον τον Θοδωρή, αλλά διαδρομές ανθρώπων, που αψήφησαν δυσκολίες, αναμετρήθηκαν με το ακατόρθωτο πολλές φορές, διέρρηξαν τις σχέσεις τους με τις πάσης φύσεως συμβάσεις, πήδησαν έξω από τον σκοτεινό πίνακα μιας ανούσιας ζωής που φιλοτεχνούν στενά και μίζερα μυαλά.
Αυτός με ξαναπήγε μετά από πολλά χρόνια στο Αραχναίο. Και εκεί, δίπλα σε δυο βυζαντινά εκκλησάκια, ακούγοντας την ιστορία των Αρβανιτών, της γλώσσας τους και τραγουδώντας με τον Λάλεζα στ’ Αρβανίτικα, θυμήθηκα όλους εκείνους τους ανθρώπους που περνούσαν κάθε Σάββατο από το μαγαζί μας για να ψωνίσουν και το εστιατόριο που δούλευε ο Θοδωρής για να φάνε.
Αυτός με ξαναπήγε στο Παλαμήδι, για να ξαναθυμηθώ την αυτοκαταστροφική μανία μας ως Έλληνες. Όχι τόσο για την τύχη που επιφύλαξαν στον Καποδίστρια, θέμα με το οποίο καταπιάστηκε η εξαιρετική θεατρική και μουσική παράσταση που είδαμε – εξάλλου σπουδαίος πολιτικός, διπλωμάτης, αλλά και ιδιαίτερα έμπειρος ήταν για να γνωρίζει τις αντιλήψεις ανθρώπων και την κατάσταση των πραγμάτων της εποχής -, όσο για το γεγονός ότι, ο Θοδωρής δημιούργησε μια παράσταση με σεβασμό στην πέτρα του Παλαμηδιού και το κυριότερο, με κατανόηση της ανάγκης να δημιουργήσουμε συλλογικά και με σωφροσύνη ένα καλύτερο αύριο.
Αυτός με ξαναπήγε στην Ακροναυπλία με την ευκαιρία ενός θεατρικού αναλογίου σε κείμενο δικό του, γραμμένο καθ’ ομολογία του με αφορμή μια συζήτηση που άκουσε στην Αρβανιτιά κάνοντας μπάνιο. Δεν ξέρω τι είδε, τι άκουσε και τι αισθάνθηκε καθένας που βρέθηκε εκεί.
Εκείνο που ξέρω είναι ότι, η θάλασσα της Αρβανιτιάς που έβλεπα από ψηλά, από τα τείχη της Ακροναυπλίας έχοντας απέναντί μου το φρούριο του Παλαμηδίου, έγινε η αφορμή να σκεφτώ πάλι τους δρόμους που μπορεί να ανοίξει σε κάθε άνθρωπο η θάλασσα και να αισθανθώ πόσο σημαντικό πράγμα είναι η προσωπική σοφία του καθενός να έρχεται από εκείνα τα υλικά που συνθέτουν αληθινές και όχι ψεύτικες ζωές. Αληθινές πόλεις και όχι σκηνικά ενός ερειπωμένου θεάτρου που οι ιδιοκτήτες του κόβουν εισιτήριο για μια και μόνο παράσταση, σε μια λαμπερή σκηνή, που προοιωνίζεται όμως ένα δυστοπικό μέλλον.
Το αίσθημα αυτό με κατέκλυσε και τις επόμενες ημέρες, όταν έγινα κοινωνός δημοσίων ή και ιδιωτικών συζητήσεων, ευτυχώς ολίγων ανθρώπων, που έκριναν ένα φεστιβάλ ζωής για την πόλη από τη μίζερη σκοπιά της δικής τους υστεροβουλίας και σκοπιμότητας. Προσωπικής, παραταξιακής, κομματικής, ακόμη και οικονομικής. Ανθρώπων που κρίνουν κάθε τι κοιτάζοντας τον εαυτό τους στον καθρέφτη.
Όλες αυτές οι σκέψεις, ήταν η αφετηρία της χαρμολύπης που με κατέκλυσε.
Η απόφασή μου ωστόσο να γράψω αυτές τις γραμμές, με πολλές προσωπικές αναφορές ομολογώ, δεν κρύβω ότι ήρθε από την ανάγκη να εκφράσω με κάποιον τρόπο που δεν θα είναι κριτικός αλλά κυρίως υποβοηθητικός, μια πικρή κατά τη γνώμη μου αλήθεια.
Η πόλη μας, πορεύεται προς το μέλλον χωρίς σχέδιο, σε μια ιστορική περίοδο, που θα κρίνει καθοριστικά τη βιωσιμότητα χωρών και κοινωνιών. Και τούτο, γιατί μαζί με τα μεγάλα προβλήματα της ανθρωπότητας, τις αδικίες, τις ανισότητες και τις επιμελώς κατασκευασμένες αδιέξοδες συγκρούσεις και βιαιότητες, ήρθαν να προστεθούν μια σειρά από νέες προκλήσεις που στην καλύτερη των περιπτώσεων απαιτούν σοβαρή προετοιμασία και κυρίως, σωφροσύνη. Και μάλιστα, χωρίς να μπει κανείς στον πειρασμό να σκεφτεί τις διεξόδους με όρους παρελθόντος. Γιατί οι λύσεις του παρελθόντος, έδωσαν πράγματι απαντήσεις σε ζητήματα του παρελθόντος, αλλά όπως αποδείχθηκε, είτε προκάλεσαν νέα προβλήματα όταν τα δικαιώματα δεν συνοδεύτηκαν από υποχρεώσεις, είτε αποδείχθηκαν ανίκανες να δώσουν πειστικές και αποτελεσματικές απαντήσεις στα νέα δεδομένα. Επομένως, τα ανθρώπινα και κοινωνικά τους πρόσημα οφείλουμε να διατηρήσουμε, τις αξίες και τους συμβολισμούς τους. Αυτή καθ’ αυτή η επιστροφή στο παρελθόν έχει ήδη αποδειχθεί και ανεπαρκής και καταστροφική, αν δεν αντιμετωπιστούν οι παθογένειες που φέρνει μαζί του.
Σχέδιο, λοιπόν, δεν έχει η πόλη μας. Και από τη στιγμή που και η άλλη παραγωγική διαδικασία, πέραν του τουριστικής, η πρωτογενής, πνέει τα λοίσθια, απουσία σχεδίου και εδώ, τότε τι ανάγκη άλλης αποδείξεως έχουμε για να πράξουμε τα δέοντα; Και όσο είναι καιρός, γιατί και αυτός… ψυχορραγεί.
Πριν από τις τελευταίες δημοτικές εκλογές, αισθάνθηκα την ανάγκη να εκφράσω κάποιες ανησυχίες μου και κάποιες σκέψεις μου για το μέλλον. Τώρα, αισθάνομαι την ανάγκη να εκφράσω τους προβληματισμούς μου για την πορεία της πόλης. Συνοπτικά και αν χρειαστεί θα επανέλθω.
Καλές προθέσεις εκ μέρους του δημοτικού άρχοντα βλέπω. Και ευτυχώς κάποιες πρώτες ενδείξεις αντίστασης σε κακώς κείμενα. Απαιτείται όμως, μεγαλύτερη τόλμη και αποφασιστικότητα και προπαντώς, αναμέτρηση με τις παθογένειες του παρελθόντος, που η αλήθεια είναι ότι δεν γνωρίζουν παραταξιακά σύνορα – πολύ περισσότερο σήμερα, που τα όρια έχουν καταστεί δυσδιάκριτα, αν δεν έχουν χαθεί ολοκληρωτικά.
Από όπου, λοιπόν, και αν προέρχονται οι παθογένειες του παρελθόντος, χρήζουν αντιμετώπισης με τη δέουσα αυστηρότητα – ιδιαίτερα όταν αυτές προέρχονται από φίλιες δυνάμεις.
Γιατί οι ανάγκες των καιρών δεν συγχωρούν την παραμικρή ανοχή.
Είναι αδιανόητο μια πόλη με τα (αναξιοποίητα) πλεονεκτήματα του Ναυπλίου να περιμένει τα Σαββατοκύριακα για να επιβιώσει και τα τριήμερα για «να βγάλει τα σπασμένα». Αυτές οι λογικές οδηγούν με μαθηματική ακρίβεια σε ανεπανόρθωτη φθορά και εκθέτουν την πόλη σε ασύμμετρες απειλές.
Η δημοτική αρχή, οφείλει να υπερβεί εαυτόν και να αναμετρηθεί με το μέλλον. Ήδη, με τις πρακτικές παρελθόντων διαχειριστικών αρχών, η πόλη έχει οδηγηθεί σε μειονεκτική θέση.
Αποτελεί ευθύνη του σημερινού δημοτικού άρχοντα να εκπέμψει μήνυμα εγρήγορσης και να ηγηθεί μιας προσπάθειας που θα οδηγήσει σε πολιτικές ικανές να σηματοδοτήσουν μια «διαφορετικότητα» που θα αποδειχθεί και οραματική και αξιόπιστη και αποτελεσματική.









