της Δώρας Ν. Αντωνοπούλου
-Γιατί τέτοια μούτρα;; ρώτησα την Τούλα μόλις έφτιαξα τους καφέδες και βολευτήκαμε στον γκρι καναπέ.
-Έφερα λίγο μπακλαβά, είπε αυτή αδιάφορα. Καιρό έχουμε να φάμε…
-Θα τον φάμε τον μπακλαβά, της είπα με προθυμία. Τι έχεις Τουλίτσα;;
-Τι να’χω… Οι εκλογές περάσανε, το καλοκαίρι πέρασε κι αυτό, άλλαξε και η ώρα… Τι μας έμεινε… Να περιμένουμε πότε θα πεθάνουμε, αυτό μας έμεινε…
-Α, το πρόβλημα είναι ψυχολογικό, είπα με σοβαρό ύφος. Αυτό απαιτεί άμεση δράση. Πώς θες να αρχίσουμε τη θεραπεία μας, λοιπόν;;
-Με ένα παυσίπονο, το κεφάλι μου πάει να σπάσει…
-Ας ξεκινήσουμε με το παυσίπονο, πριν πέσουμε στα «σκληρά», δηλαδή στον μπακλαβά, είπα. Σε είκοσι λεπτάκια θα νιώσεις ανακούφιση, στο κεφαλάκι σου τουλάχιστον…
-Σ’ευχαριστώ ξαδέρφη, αν δεν είχα κι εσένανε… είπε η Τούλα με νόημα.
-Λοιπόν, τι μας φταίει;; την ρώτησα μαλακά-μαλακά.
-Τι εννοείς «τί μας φταίει», αποκρίθηκε η Τούλα. Δηλαδή εσένα δεν σου φταίει τίποτα;; Εγώ είμαι η προβληματική;; Αυτό θέλεις να πεις;;
-Όχι βρε πουλάκι μου, αλλά εσύ έχεις μελαγχολήσει! Συνέβη κάτι;; Σου είπε κάτι ο άντρας σου;; Τί σε απασχολεί, τέλος πάντων;;
-Με απασχολεί ο χειμώνας που έρχεται, αυτό με απασχολεί! Άλλος ένας κρύος χειμώνας, σε μια κρύα πόλη… Ποτέ μου δεν κατάλαβα πώς γίνεται το Άργος να έχει τέτοια αφόρητη ζέστη το καλοκαίρι και τόσο κρύο καιρό τον χειμώνα! Ηλίθια πόλη…
-Δεν έχει μόνο το Άργος κρύο. Και το Ναύπλιο τουρτουρίζει τον χειμώνα και το Κρανίδι επίσης…
-Άχου και δεν με νοιάζει!!!
-Καλά, καλά, συνέχισε… Λοιπόν, έρχεται κρύο. Αυτό;;
-Ναι, αυτό. Και ο Αργύρης θα αρχίσει να μουρμουράει ως συνήθως: «Στα ύψη το πετρέλαιο πάλι. Που θα φτάσει αυτή η ακρίβεια, δεν ξέρω». Και θα νυχτώνει από τις πέντε και θα κλεινόμαστε μέσα. Μήπως πρέπει να μάθω και να πλέκω, όπως κάνανε οι γιαγιάδες μας…
-Για πλέξιμο δεν ξέρω, αλλά όλο και κάτι θα βρούμε να κάνουμε τον χειμώνα. Εγώ, ας πούμε, θέλω να δω θεατρικές παραστάσεις στην Αθήνα.
-Γιατί;;
-Γιατί μου αρέσει πολύ το θέατρο, γιατί έχω χρόνια να δω παράσταση, γιατί οι ελληνικές παραστάσεις είναι μοναδικές, γι’ αυτό…
-Α, έτσι… Δηλαδή θα βγάλουμε έναν χειμώνα βλέποντας θέατρο;; Και καλά αν είναι κωμωδία. Αν είναι δράμα;; Άστο καλύτερα…
-Θα πηγαίνουμε και στην ταβέρνα, δεν σ’αρέσει η ταβέρνα;; Η περιοχή μας έχει τις καλύτερες, δεν μπορείς να πεις…
-Ναι, καλά… Όλη την ημέρα προσπαθούμε να κρατήσουμε το στόμα μας κλειστό για να μην φάμε και το βράδυ θα πηγαίνουμε στην ταβέρνα και θα τσακωνόμαστε για τις τηγανητές πατάτες και το τηγανόψωμο…
-Τούλα, έχω την εντύπωση ότι το πρόβλημα δεν είναι ούτε οι τηγανητές πατάτες ούτε το σκοτάδι του χειμώνα, αν και πολλοί άνθρωποι επηρεάζονται ψυχολογικά αυτή την εποχή. Έχεις εντοπίσει τι είναι αυτό που σε ταλαιπωρεί ή να αρχίσω να το παίζω ψυχαναλυτής;;
-Θέλω να φτιάξω μια δικιά μου επιχείρηση, είπε ευθαρσώς η Τούλα.
Παρέμεινα ψύχραιμη. Ήξερα ότι όταν κάνεις κουβέντα με την Τούλα, καλό είναι να μην κρατάς στα χέρια σου φλυτζάνια, μαχαίρια, ποτήρια, κλπ. Ποτέ δεν ξέρεις πότε θα πετάξει τη βόμβα και τι ακριβώς θα ξεστομίσει, γι’ αυτό φροντίζεις να είσαι έτοιμος ανά πάσα στιγμή. Όπως τώρα, ας πούμε…
-Τί θες να φτιάξεις, λέει;;
-Θέλω να φτιάξω μια επιχείρηση, η οποία θα έχει έσοδα. Θα έχει και έξοδα, αλλά κυρίως έσοδα. Θέλω να υλοποιήσω μια ενδιαφέρουσα ιδέα, να την δω να παίρνει σάρκα και οστά και να με απορροφήσει 100 τοις εκατό.
-Ποια ιδέα;; Τι εννοείς;;
-Που να ξέρω… Σκέφτομαι διάφορα χωρίς να έχω καταλήξει κάπου συγκεκριμένα. Πρέπει να υπολογίσει κανείς αρκετούς παράγοντες πριν πάρει την τελική απόφαση…
– …παράγοντες… άρχισα να επαναλαμβάνω τις λέξεις για να κερδίσω χρόνο, ενώ ταυτόχρονα προσπαθούσα να συνέλθω απ’ το σοκ…
-Πρέπει να ξέρεις σε ποιο κοινό απευθύνεσαι και αν υπάρχει ζήτηση στο προϊόν ή στην ιδέα που προωθείς. Και τόσα άλλα που ακόμα δεν τα έχω σκεφτεί, διότι δεν είχα με ποιον να τα συζητήσω, κατάλαβες…
Ήταν η σειρά μου να μελαγχολήσω. Καλά να πάθω. Τόσον καιρό την έλεγα χαζή και γέλαγα μαζί της. Ποια είναι η χαζή τώρα… Η μελαγχολία τελικά θα εξελιχθεί σε οικογενειακή υπόθεση απόψε, να μου το θυμηθείς…
-Πότε σου ήρθε η ιδέα;; την ρώτησα.
-Όταν μου πρότεινες να ψάξω για δουλειά, είπε με ειλικρίνεια η Τούλα. Σκέφτηκα, γιατί να χάσω χρόνο σαν υπάλληλος για τυπικούς λόγους και να μην αφιερωθώ σε κάτι ενδιαφέρον, που με εμπνέει και θα μου φέρει κέρδος στο μέλλον… Κι έτσι μου μπήκε η ιδέα να ξεκινήσω απ’ το μηδέν με μια ιδέα που θα γίνει σκοπός…
Σκέφτομαι ένα τουριστικό προϊόν, το οποίο θα περιλαμβάνει ένα καλόγουστο κατάστημα στην περιοχή μας, σε συνδυασμό με ένα κατάστημα online. Σκέφτομαι ιδιαίτερα διακοσμητικά, όπως επίσης παραδοσιακά γλυκά και μαρμελάδες σε υπέροχες συσκευασίες. Και άλλα διάφορα, τα οποία πρέπει να συζητήσουμε και να μου πεις τη γνώμη σου.
Τι χείμαρρος αυτή η γυναίκα… Καταφέρνει τόσο πολύ να σε πείσει με μια ιδέα της, η οποία μπορεί και να ξεκινήσει σαν αστείο, που πριν το καταλάβεις παρασύρεσαι, γίνεσαι ένα μαζί της και θέλεις να κατακτήσεις τον κόσμο σαν να είσαι ξανά 16 χρονών… Χείμαρρος…
Ξαφνιάστηκα ευχάριστα με την ιδέα της Τούλας και αμέσως προσφέρθηκα να βοηθήσω, εθελοντικά και άνευ όρων. Τότε η Τούλα έβγαλε από την τσάντα της ένα τετράδιο σπιράλ και μια κασετίνα με στυλό και μολύβια και άρχισε να σημειώνει…
-Κάπου διάβασα ότι ‘’τρέχει’’ κι ένα ΕΣΠΑ για επιχειρήσεις αυτή την περίοδο, αν δεν κάνω λάθος, της είπα με δισταγμό…
-Θα είναι ευχής έργον αν η χρηματοδότηση γίνει μέσω ΕΣΠΑ, μου απάντησε η Τούλα. Έτσι θα γλυτώσω και το ξύλο από τον σύζυγο, κατάλαβες…
-Αυτό που καταλαβαίνω εγώ είναι ότι αν το σκέφτεσαι σοβαρά, έχουμε πολλή δουλειά μπροστά μας. Είσαι σίγουρη γι’ αυτό το επαγγελματικό βήμα;; Το στήσιμο μιας επιχείρησης δεν είναι απλή υπόθεση. Η δουλειά θα σε απασχολεί 15 ώρες το 24ωρο, θα χρειαστείς έναν ή δύο λογιστές και προσωπικό για το μαγαζί. Επίσης, τα μισά περίπου από τα κέρδη θα πηγαίνουν στο κράτος μας ως φορολογία… Τι σκέφτεσαι;;
-Σκέφτομαι πόσο όμορφα αισθάνεται ο άνθρωπος όταν τον απασχολούν ευχάριστα πράγματα. Ξεχνάς τον χειμώνα, ξεχνάς και τις μικρές του μέρες… Έλα να σκεφτούμε πως πρέπει να κινηθούμε… Δεν έχουμε πολύ καιρό…
Και κάπως έτσι, η Τούλα απέκτησε έναν σκοπό και άρχισε να βλέπει τα πράγματα με διαφορετικό μάτι. Καταλάβαινα ότι ήταν αποφασισμένη και ότι ήξερε πόσο θα ωρίμαζε και πόσο θα άλλαζε μέσα από τη διαδικασία. Αυτό θα ήταν το δικό της κέρδος, το οποίο μάλλον την ενδιαφέρει περισσότερο από το άλλο κέρδος, αυτό της μελλοντικής επιχείρησης, το οποίο θεωρείται απαραίτητο για την επιβίωσή της.
Άρχισα να την θαυμάζω. Το ταξίδι που αποφάσισε να ξεκινήσει θέλει γερά κότσια και δεν την είχα ικανή για κάτι τέτοιο, σε αυτή την ηλικία… Όμως η Τούλα είχε αποφασίσει να ξεβολευτεί για τα καλά, να σταματήσει να τρώει το ένα γλυκό μετά το άλλο και να πάψει να γκρινιάζει για τον καιρό του Άργους.
Το βρήκα δίκαιο και για την ίδια, αλλά και για το Άργος που τόσο αγαπάμε να μισούμε οι περισσότεροι…






