«Καλωσήλθες και πάλι», της Ελένης Ράπτη (βιβλιοπαρουσίαση από την Άννα Χρυσοβέργη)

Βιβιλιοπαρουσίαση του μυθιστορήματος της Ελένης Ράπτη «Καλωσήλθες και πάλι» (εκδόσεις Περίπλους) 

Γράφει η Άννα Χρυσοβέργη, μαθηματικός-θεατρολόγος

Διαβάζουμε στο οπισθόφυλλο του βιβλίου: «Οι δύο βασικές ηρωίδες, μητέρα και κόρη, χτίζουν τη σχέση τους μετά τη φυγή του συζύγου και πατέρα αντίστοιχα. Οι δυσκολίες, οι πειραματισμοί, οι αυτοσχεδιασμοί, οι κρίσεις και τα ρίσκα χαρακτηρίζουν την τελευταία οκταετία… Είναι η στιγμή που ο πατέρας έχοντας χάσει περιουσία και εργασία και ενώ πάσχει  από ανίατη ασθένεια κάνει την επανεμφάνισή του… Θα ήθελε μία επανασύνδεση με το παιδί του… Όμως, θα του δώσει το παιδί του μία δεύτερη ευκαιρία;… Η εγγραφή της ‘εγκατάλειψης’, ο πόνος,ο θυμός…»

Το σκηνικό της ιστορίας περιλαμβάνει μία μονογονεϊκή οικογένεια στη συγχρονία μας, σε μια μικρή επαρχιακή πόλη. Η μονογονεϊκή οικογένεια είναι ένας νέος σχετικά τύπος οικογένειας, εμφανιζόμενος συχνάτα τελευταία χρόνια, ο οποίος πέρα από τα γνωστά και πολυσυζητημένα «βραχυκυκλώματα της αγίας ελληνικής οικογένειας»1 έχει επιπρόσθετα να αντιμετωπίσει ένα αρνητικό κοινωνικό στίγμα, που δυστυχώς ακόμη δεν έχει εξαλειφθεί.

Στο βιβλίο, η μητέρα σε πρώτο πρόσωπο αφηγείται την κοινή ζωή με την κόρη από τη στιγμή που έμειναν οι δυο τους και μέχρι την επανεμφάνιση του πρώην συζύγου και πατέρα. Βλέπετε, ο πατέρας ακόμα κι αν το θελήσει ποτέ δεν μπορεί να γίνει πρώην. Η ιστορία εστιάζει αποκλειστικά στη σχέση μητέρας – κόρης που είναι διαρκώς διαμορφούμενη και δοκιμαζόμενη, που περνά από ποικίλες φάσεις και διακυμάνσεις.

Αρχικά, η μητέρα με περίσσια ψυχική αντοχή επικεντρώνεται να μελώνει την απουσία του πατέρα όσο η κόρη είναι μικρούλα. Με θάρρος και ευθύνη, όταν κρίνει πως έφτασε η κατάλληλη στιγμή, την βοηθάει να αποδεχτεί την πραγματικότητα. Αίφνης, και ενώ νομίζει πως όλα έχουν κάπως τακτοποιηθεί, ανακαλύπτει ότι η πληγή είναι ακόμη ανοιχτή. Αγωνίζεται με όσες δυνάμεις διαθέτει, να φτιάξει για εκείνη και την κόρη της: «Ένα λιμάνι ασφαλές, με κατανόησηκαι αγάπη, αλλά και ειλικρίνεια, χωρίς ψευτιές…»2. Όσες φορές νομίζει πως τακαταφέρνει , άλλες τόσες εμφανίζεται κάτι ή κάποιος που κατορθώνει να τηνδιαψεύσει και να την αμφισβητήσει. Σε αυτήν την πορεία η μητέρα με επιμονή στονστόχο της διαμόρφωσης ενός υπεύθυνου ανθρώπου, αντιμετωπίζει συνεχώς μεβασανιστική αυτοκριτική τις σκέψεις και τις πράξεις της. Εξομολογείται: «Πίστευαότι είχα αναχαιτίσει κάθε εχθρό, και εχθρός για μένα -ο μεγαλύτερος μάλιστα- ήταντο να αισθάνεσαι στιγματισμένη γιατί ήσουν παιδί μιας “διαλυμένης” οικογένειας. Λάθος μου.»

Προσπαθεί συνεχώς να ισορροπεί ανάμεσα στον κίνδυνο, να γίνει υπερβολικά αυστηρή, και στον άλλον κίνδυνο, να γίνει ιδιαίτερα υπερπροστατευτική. Τελικά, ακροβατεί γιατί και τα δύο άκρα προσδιορίζονται από την υπερβολή. Διαβάζουμε: «Γυρίζει ο νους μου γύρω-γύρω, κι ο λογισμός μου δικαιώνεται άλλοτε και άλλοτε πλανιέται. Τι έσπειρα; Τι έσπερνα τόσον καιρό; Και τι θερίζω τώρα; Με τι σε τάισα; Πού λάθεψα, τι με ξεγέλασε, από τι προδόθηκα; Απ΄ την ελπίδα, την απροσεξία μου, την επιείκεια;». Τελικά αποδεικνύεται για άλλη μια φορά πως θέλει θάρρος πολύ να υπάρχεις και να λειτουργείς για δυο, θέλει ψυχή πολλή να είσαι στην πρώτη γραμμή διαρκώς.

Ο άλλος χαρακτήρας της ιστορίας είναι η κόρη. Την παρακολουθούμε να μεγαλώνει, μέσα από την οπτική της μητέρας, μέχρι την πρώτη εφηβεία. Τριών χρονών, ο πατέρας εξαφανίζεται, και το παιδί αρχίζει να αντιλαμβάνεται την απουσία του, να αισθάνεται την ύπαρξη ενός γενικότερου κενού. Η μητέρα το νιώθει: «Σου έλειπε, αλλά συνήθισες. Τουλάχιστον έτσι έδειχνες…». Σχεδόν αναπόφευκτη η ανασφάλεια της πρώτης περιόδου. Λίγο αργότερα έρχεται η αντίδρασή της. Στις κοινωνικές εκδηλώσεις άφηνε το χέρι της μητέρας της για να πιαστεί από το χέρι άλλου παιδιού που κρατιόταν από το χέρι της δικής του της μητέρας. Δεν συνηθίζεται η απουσία του πατέρα για το παιδί, γιατί διαβάζει τα μάτια και τα αισθήματα των ανθρώπων γύρω του. Τα κοινωνικά πρότυπα επιβάλουν συμπεριφορές και συναισθήματα. Η μητέρα παρακολουθεί, ερμηνεύει, πονά: «Λίγο αργά κατάλαβα πως βίωνες το γεγονός στιγματισμένη και με πόνο… Προτιμούσες απ’ τον έναν τον κανέναν. Κι εκεί δεν ήξερα πώς να αντιδράσω. Πονούσες, και πονούσα που πονούσες, και πονούσα που αδικιόμουν…». Παρακολουθούμε μέσα από το άγρυπνο βλέμμα της μητέρας το μεγάλωμα της κόρης: «Σκέπτομαι, αν είσαι όντως το τόσο υπέροχο παιδί που βλέπουνε οι άλλοι, ποιο είναι το πρόβλημα και δεν το εισπράττω εγώ;…. Καρδούλα, υπάρχουνε στιγμές που είσαι μαγική και άλλες που είσαι ανυπόφορη.»

Στην πρώτη εφηβεία της, η κόρη θα έρθει αντιμέτωπη με την επανεμφάνιση του επί χρόνια εξαφανισμένου και προσβεβλημένου πλέον από ανίατη ασθένεια πατέρα της… Και πάλι η μητέρα θα παραστεί ανάγκη να βοηθήσει στην νέα ανατροπή που συμβαίνει στην πορεία του παιδιού της, θα χρειαστεί να καταλαγιάσει τον θυμό της κόρης της, να καταπραΰνει τον πόνο της, να κατασβέσει το όποιο μίσος της, για να ’ρθουν και πάλι σε επαφή. Όμως, όλα εξαρτώνται από το ρήγμα μεταξύ κόρης- πατέρα. Σκληρό πολλές φορές αυτό το ‘όμως’, αλλά τόσο μέσα στο παιχνίδι της ζωής!….

Συμπερασματικά, βρισκόμαστε μπροστά σε μια ιστορία που εξελίσσεται σαν εκτενές παράλληλο ψυχογράφημα  και σκιαγράφηση αυτής της ιδιαίτερης σχέσης μητέρας – κόρης κάτω από τη συνθήκη της μονογονεϊκής οικογένειας. Αυτή η τόσο ιδιαίτερη σχέση μητέρας – κόρης εμφανίζεται χωρίς περιστροφές και ωραιοποιήσεις. Κυριαρχεί η δύσκολη νοητική και συναισθηματική επεξεργασία των σκέψεων και των πράξεων της μητέρας στην προσπάθεια-απαίτηση του διπλού ρόλου, τον οποίο καλείται να υποδυθεί, και στον οποίον αισθάνεται ότι έχει υπέρτατο χρέος να ανταποκριθεί. Πρόκειται για ένα βιβλίο πυκνό που απαιτεί την ψυχική και συναισθηματική εγρήγορση του αναγνώστη, την ισχυρή και σταθερή θέληση να αναμετρηθεί με τις δικές του συμπεριφορές και επιλογές.

Το τέλος του βιβλίου είναι η μια χαραμάδα του φωτός. Είναι μία ματιά αισιοδοξίας για το παρακάτω, γι’ αυτό που θα ακολουθήσει από κει και πέρα. Είναι η φωνή της συγγραφέα που ψιθυρίζει στο αυτί μας: «Ευγνωμοσύνη πρέπει. Για όσα πέρασαν, για όσα θα ’ρθουν…».

 Άννα Χρυσοβέργη, Μαθηματικός-Θεατρολόγος

 

Η Συγγραφέας 

Η Ελένη Ράπτη γεννήθηκε και μεγάλωσε στη Λιβαδειά και αποφοίτησε από το Κλασικό Τμήμα της Φιλοσοφικής Σχολής του ΕΚΠΑ. Υπηρέτησε ως φιλόλογος σε διάφορα σχολεία του εσωτερικού και του εξωτερικού -Αφρική και Αυστραλία- και στην Αργολίδα για περισσότερα από 15 χρόνια. Δραστηριοποιήθηκε στον τομέα της διατήρησης και διάδοσης της λαϊκής παράδοσης, ενώ ποιήματά της έχουν δημοσιευτεί σε περιοδικά Τέχνης και Λόγου. Έχει μία κόρη, την Λουκιανή, και διαμένει μόνιμα στη γενέτειρά της.

………………………………………………………………………………………………….

Διευκρινίσεις

1Έμμεση αναφορά στο κριτικό δοκίμιο «Κάτι τρέχει με την οικογένεια» του Δημήτρη Παπανικολάου.

2Οι φράσεις σε εισαγωγικά στο υπόλοιπο κείμενο είναι από το βιβλίο που παρουσιάζεται.

Σχολιάστε...

Γράψτε το σχόλιό σας
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.

spot_img
spot_img

Τελευταία σχόλια