spot_imgspot_imgspot_imgspot_img

Ο Αργείος λόγιος Δημήτριος Βαρδουνιώτης (της Σοφίας Πατούρα)

spot_imgspot_imgspot_imgspot_img

Εικόνες: Απόσπασμα από την επιστολή της Ιστορικής και Εθνολογικής Εταιρείας προς Βαρδουνιώτη (30 Δεκεμβρίου 1915). Δεξιά ο Δημήτριος Βαρδουνιώτης

Γράφει η Σοφία Πατούρα, ιστορικός 

Το κείμενο δημοσιεύτηκε στο ένθετο “Νησίδες” της “Εφημερίδας των Συντακτών” το Σάββατο 2 Οκτωβρίου 2021

Το ταξίδι του Βαρδουνιώτη στην τουρκο­κρατούμενη Θεσσαλονίκη το 1890 και οι συναντήσεις του με σημαίνουσες προσωπικότητες της ελληνικής κοινότητας της πόλης τον ευαισθητοποίησαν γύρω από το Μακεδονικό και το επιτακτικό αίτημα της απελευθέρωσης του υπόδουλου ακόμη Ελληνισμού.

«Βεβαίως είσθε πρώτος εν τη πρώτη γραμμή μεταξύ εκείνων οίτινες κατήρτισαν την πλουσίαν συλλογήν ιστορικών πηγών ας η καθ’ ημάς Εταιρεία δύναται να θέση εις την διάθεσιν των ερευνητών επ’ ωφελεία της ευκλεούς ιστορίας του Εθνους. …Της υμετέρας δωρεάς εγένετο η προσήκουσα ανακοίνωσις ουχί μόνον εις την Εταιρείαν αλλά και εις τον τύπον, ει και τούτο γνωρίζομεν ότι προσκρούει εις την εγνωσμένην υμών μετριοφροσύνην, όπως και άλλοι παρακινηθώσιν εις την μίμησιν του φιλογενούς υμών παραδείγματος».

Το παρατιθέμενο απόσπασμα εμπεριέχεται σε επιστολή της Ιστορικής και Εθνολογικής Εταιρείας προς τον Δημήτριο Βαρδουνιώτη (1847-1924) και φέρει τις υπογραφές του προέδρου και του γενικού γραμματέα της, Ιωάννη Μπόταση και Κωνσταντίνου Ράδου.

Οι επικεφαλής της εκφράζουν προς τον παραλήπτη της τις ευχαριστίες τους, την απέραντη ευγνωμοσύνη και τη βαθιά τους εκτίμηση στο πρόσωπό του για τη «νέαν πολύτιμον δωρεάν εξ εκατόν εξήκοντα ιστορικών εγγράφων διά το αρχείον» της Εταιρείας.

Η επιστολή απεστάλη την 30ή Δεκεμβρίου του 1915, δηλαδή έναν χρόνο μετά την ίδρυση των Γενικών Αρχείων του Κράτους με νόμο του Ελευθέριου Βενιζέλου και εμπνευστές τους Γιάννη Βλαχογιάννη και Σπυρίδωνα Λάμπρο.

H Εθνολογική Εταιρεία

Μέχρι το 1914 δεν υπήρχε οργανωμένη υπηρεσία, αποκλειστικά υπεύθυνη για τη συγκέντρωση, διαφύλαξη, ταξινόμηση και έκδοση των αρχείων του νεότερου ελληνικού κράτους. Ωστόσο, αυτού του κρατικού φορέα προϋπήρξε ένας άλλος ιδιωτικού δικαίου, η Ιστορική και Εθνολογική Εταιρεία, η οποία ιδρύθηκε πολύ νωρίτερα, το 1882, και λειτουργεί αδιάλειπτα έως σήμερα με σκοπό τη συλλογή, διατήρηση και προβολή τεκμηρίων της ιστορίας του νεότερου Ελληνισμού.

Ιδρυτικά μέλη της ήταν επιφανείς εκπρόσωποι των επιστημών και της λογιοσύνης της εποχής, όπως ο Τιμολέων Φιλήμων, ο Νικόλαος Πολίτης, ο Σπυρίδων Λάμπρος, ο Δημήτριος Καμπούρογλου, ο Μπάμπης Αννινος, ο Αντώνιος Μηλιαράκης, ο Γεώργιος Δροσίνης κ.ά., όλοι φίλοι και συνεργάτες του Βαρδουνιώτη, όπως προκύπτει από την ανέκδοτη αλληλογραφία του.

Σε αυτή λοιπόν την Εταιρεία, η οποία έως το 1915 (έτος αποστολής της προαναφερθείσας επιστολής) λειτουργούσε επί 32 συναπτά έτη, ο Βαρδουνιώτης υπήρξε ο μεγαλύτερος δωρητής γραπτών τεκμηρίων σχετικών κυρίως με την Επανάσταση του ’21.

Από το περιεχόμενο δύο προγενέστερων επιστολών της Εταιρείας προς τον Αργείο λόγιο προκύπτουν ο εθνικός χαρακτήρας των εγγράφων με τα οποία τροφοδοτούσε το αρχείο της και ο μεγάλος σε όγκο αριθμός τους. Σε τετρασέλιδη επιστολή τους της 18ης Οκτωβρίου 1910 προς τον Βαρδουνιώτη, οι τότε επικεφαλής της Ιστορικής και Εθνολογικής Εταιρείας Ι. Μπότασης και Κ. Παπαμιχαλόπουλος εκφράζουν τη βαθιά συγκίνηση και την απεριόριστη ευγνωμοσύνη τους στο πρόσωπό του για την εθνική προσφορά του με τα παρακάτω λόγια: «Διά της τελευταίας ταύτης δόσεως των αδιαλείπτων και συνεχών δωρεών υμών προς το ημέτερον Μουσείον, αποτελουμένης εκ χιλίων πεντακοσίων εννενήκοντα τριών -1.593- εγγράφων, συμπληρούται αριθμός δέκα χιλιάδων τετρακοσίων εξήκοντα πέντε -10.465- ιστορικών εγγράφων του μεγάλου Εθνικού Αγώνος του 1821, υφ’ υμών προσενεχθέντων προς την Ιστορικήν και Εθνολογικήν Εταιρείαν της Ελλάδος».

Στη συνέχεια εξαίρουν τα αγαθά προς την πατρίδα αισθήματά του, απορρέοντα αφ’ ενός από τη βαθιά και προσήκουσα εκτίμηση στο έργο των ανδρών του 1821 και αφ’ ετέρου από την αναγνώριση, εκ μέρους του, των προσπαθειών της Εταιρείας «προς περίσωσιν και διαφύλαξιν των παντοίων κειμηλίων του Αγώνος εκείνου».

Με ιδιαίτερη έμφαση οι αλληλογράφοι του Βαρδουνιώτη τονίζουν τη μοναδικότητα, το πάθος και τη μεθοδικότητα του προσωπικού του αγώνα για τη διάσωση των τεκμηρίων της νεότερης ελληνικής ιστορίας, με αφετηρία την Επανάσταση του 1821 και τη σταδιακή κλιμάκωση του Αγώνα: «Και βεβαίως είναι ασυνήθης παρά τοις πολλοίς, ουδέ παρ’ ολίγοις δε καν απαντά, ο έθνους ζήλος και ο οτρηρός μόχθος και ο ενδελεχής κόπος και αγών, μεθ’ ων υμείς αναζητείτε, ανευρίσκετε, περισυλλέγετε και περισώζετε μίαν και επέκεινα, μέχρι τούδε, μυριάδα πολυτίμων εγγράφων, και υφ’ ων, ως εσμέν πεπεισμένοι, ελαύνεσθε και εν τω από του νυν προσεχεί χρόνω επί το αυτό έργον!».

Διάβημα

Είναι σχεδόν βέβαιο ότι ο ακαταπόνητος συλλέκτης ιστορικών τεκμηρίων συνέχισε να τροφοδοτεί την Εταιρεία με νέο υλικό κατά τη χρονική περίοδο 1910-1915, όπου έχουμε ένα μεγάλο κενό στη σχετική αλληλογραφία, και έως τον θάνατό του (1924), παρά την απουσία μαρτυριών, η οποία ίσως να οφείλεται στην απόσπαση ή την απώλεια επιστολών από το αρχείο της αλληλογραφίας του.

Πάντως, μέσω επιστολικού δελταρίου, τον Απρίλιο του 1909, ο Ράδος ενημερώνει τον Βαρδουνιώτη ότι το Διοικητικό Συμβούλιο της Ιστορικής και Εθνολογικής Εταιρείας αποφάσισε να κάνει διάβημα προς τον υπουργό Εσωτερικών, «εγγράφως τε και προφορικώς», ώστε εκείνος να προβεί στην αρμόζουσα, για τη φιλοπονία και φιλεπιστημοσύνη του, εκ μέρους τού κράτους ηθική ικανοποίησή του. Και στο τέλος συμπληρώνει: «Τούτο το διάβημα εθεώρησεν καθήκον της η Εταιρεία ημών να κάμη, ανθ’ ων υπέρ της Εθνικής Ιστορίας κοπιάτε».

Πρόδρομος

Ο Βαρδουνιώτης, γεννημένος το 1847 σε μια προνομιούχο ιστορικά πόλη και ανήκοντας στη μετεπαναστατική γενιά των εντατικών εθνικών διεργασιών, με την ακαταπόνητη προσπάθεια και το πάθος του για τη συλλογή και διάσωση των νεότερων ιστορικών μαρτυριών της πατρίδας, θα μπορούσε να χαρακτηριστεί πρόδρομος του μεγάλου ιστορικού και πασίγνωστου συλλέκτη ιστορικών τεκμηρίων Γιάννη Βλαχογιάννη, του οποίου το έργο θ’ αποτελέσει τον πυρήνα της νεότερης ιστορίας της Ελλάδας.

Ο Αργείος λόγιος βέβαια, κατά είκοσι χρόνια μεγαλύτερος από τον Βλαχογιάννη, είχε την τύχη να γνωρίσει και να συνδεθεί φιλικά και κοινωνικά με πολλούς από τους άμεσους απογόνους πρωταγωνιστών του Αγώνα στην πόλη του, το Αργος, το οποίο αποτέλεσε κέντρο της Επανάστασης του 1821, τόπο δράσης πολλών αγωνιστών (Κολοκοτρώνης, Νικηταράς, Τσώκρης, Μακρυγιάννης κ.ά.) και έδρα του ακμάζοντος τότε αστικού στοιχείου (Τρικούπης, Τσώκρης, Καλλέργης, Περρούκας, Γκόρντον κ.ά.).

Σειρά επιστολών ανδρών της γενιάς του, υιών κατά κύριο λόγο και συγγενών αγωνιστών και πολιτικών της Επανάστασης, με δράση κυρίως στο Ναύπλιο και το Αργος, που περιλαμβάνονται στο αρχείο της αλληλογραφίας του, επιβεβαιώνει όχι μόνο τους στενούς δεσμούς του με αυτά τα ιστορικά πρόσωπα αλλά και τη βαθιά εκτίμηση, την εμπιστοσύνη και τον απέραντο σεβασμό στο πρόσωπό του εκ μέρους τους και γενικότερα εκ μέρους της ευρύτερης τοπικής και όχι μόνο κοινωνίας των λογίων της εποχής.

Η εθνική προσφορά του Βαρδουνιώτη δεν περιορίστηκε μόνο στα σύνορα της ελεύθερης Ελλάδας. Το ταξίδι του στην τουρκοκρατούμενη Θεσσαλονίκη το 1890 και οι συναντήσεις του με σημαίνουσες προσωπικότητες της ελληνικής κοινότητας της πόλης τον ευαισθητοποίησαν γύρω από το Μακεδονικό και το επιτακτικό αίτημα της απελευθέρωσης του υπόδουλου ακόμη Ελληνισμού.

Αδικημένος

Η αλληλογραφία μαζί τους, κυρίως δε οι εκτενείς επιστολές, τις οποίες επί 15ετία λάμβανε από τον γιατρό και μακεδονομάχο στη συνέχεια Δημήτριο Ρίζο (τον επονομαζόμενο «Ευμένη»), αποκαλύπτουν την αγωνιώδη προσπάθεια του Βαρδουνιώτη να βοηθήσει, με όποιο τρόπο μπορούσε και με όσα μέσα διέθετε, τη μεγάλη εθνική υπόθεση.

Εστελνε με πολλές δυσκολίες αθηναϊκά και άλλα έντυπα στη Θεσσαλονίκη και συνέβαλε στη δημοσιοποίηση και προβολή των εθνικών θεμάτων και των εσωτερικών προβλημάτων της ελληνικής κοινότητας της πόλης, είτε προσωπικά είτε με τη βοήθεια Αθηναίων εκδοτών και λογίων φίλων και γνωστών του.

Αξίζει να σημειωθεί ότι ο Βαρδουνιώτης δεν αρκέστηκε μόνο στη συλλογή και διάσωση τεκμηρίων της Επανάστασης, αλλά έχοντας έμφυτη κλίση στην ιστορική έρευνα, αξιοποίησε ο ίδιος υλικό από τις συλλογές του για τη συγγραφή ιστορικών έργων.

Κορυφαίο έργο του, ταυτισμένο με το όνομά του, είναι η μονογραφία του «Η καταστροφή του Δράμαλη», το οποίο αποτελεί για τη νεότερη έρευνα βασική πρωτογενή πηγή. Κάτοχος του μεγαλύτερου μέρους του αρχείου του Νικηταρά, του στρατηγού Τσώκρη (πρόλαβε να τον γνωρίσει και προσωπικά) και της οικογένειας των προκρίτων και αγωνιστών Περρούκα και αυτήκοος μάρτυς πολλών ζωντανών αφηγήσεων των πρεσβυτέρων του περιβάλλοντός του, συνέθεσε την ιστορία της μάχης στα Δερβενάκια με πρωτότυπο, αξιόπιστο και αριστοτεχνικό τρόπο.

Ο Δημήτριος Καμπούρογλου, χαρακτηρίζοντας αυτή τη μονογραφία «μνημειώδη», σημείωνε: «Εις τα Δερβενάκια, που κάποτε θα στολισθούν με δάσος ανδριάντων, πρέπει ξεχωριστή, απόμακρα, αλλά περίοπτος να σελαγίση και η μορφή του Βαρδουνιώτη».

Ο Αργείος λόγιος -αδικημένος από τη σύγχρονη έρευνα- υπήρξε σπουδαίος ιστορικός, λογοτέχνης, λαογράφος, δημοσιογράφος, κυρίως όμως ακούραστος σκαπανέας του παρελθόντος. Το ανήσυχο πνεύμα και το πολύπλευρο έργο του δεν περιορίστηκαν στη συλλογή και διάσωση τεκμηρίων της ιστορίας του νέου ελληνικού κράτους.

Αοκνος συλλέκτης και πιστός θεματοφύλακας των μνημείων του ιστορικού παρελθόντος, έδωσε προσωπικούς αγώνες για τη διάσωση των πολλών και ποικίλων αρχαιοτήτων της Αργολίδας, η οποία στερούνταν εκείνη την εποχή έναν στοιχειώδη χώρο φύλαξης των πολύ σημαντικών καταλοίπων της περιοχής.

Στο Αργος

Η αγνοημένη στη νεότερη ιστοριογραφία λογιοσύνη του οφείλεται κυρίως στο γεγονός ότι έζησε και έδρασε σε όλη τη ζωή του στη μικρή πόλη του, το Αργος. Μακριά από τα φιλολογικά σαλόνια της εποχής, μακριά από δημόσιες σχέσεις, μακριά από τις ζυμώσεις που συντελούνταν στους λογοτεχνικούς συλλόγους, στα πνευματικά κέντρα και τα εκδοτικά στέκια της πρωτεύουσας, εργαζόταν ακατάπαυστα, σχεδόν υπεράνθρωπα για την πνευματική προαγωγή του τόπου του αλλά και του έθνους, ασκώντας παράλληλα με επιτυχία το επάγγελμα του δικηγόρου.

Παρά ταύτα, οι σύγχρονοι ομότεχνοί του τόσο της πρωτεύουσας όσο και άλλων πνευματικών κέντρων της εποχής, φαίνεται πως τον γνώριζαν πολύ καλά. Εκτιμούσαν ιδιαίτερα το πολυδιάστατο έργο του, την φιλοτιμία και φιλεργατικότητά του, την έμφυτη σεμνότητα και ανιδιοτέλειά του.

Κορυφαίοι ιστορικοί, διανοούμενοι, δημοσιογράφοι και εκδότες εφημερίδων και λογοτεχνικών περιοδικών της εποχής ζητούσαν επίμονα τη συνδρομή του για ποικιλία θεμάτων και την ενεργό συγγραφική συμμετοχή του στα έντυπά τους.

Γνωστοί λόγιοι, όπως ο Ασώπιος, ο Σκόκος, ο Αννινος, ο Αρσένης, ο Κανελλίδης, ο Φιλήμων, ο ιδρυτής της νεοελληνικής λαογραφίας Ν. Πολίτης, ο Σουρής, ο ανασκαφέας των Μυκηνών Τσούντας, ο Δ. Καμπούρογλου, ο Ιω. Καμπούρογλους, ο Ιάκωβος Τομπάζης, ο Στέφανος Δραγούμης, οι ιστορικοί Λάμπρος και Βέης, οι ιδρυτές της νεοελληνικής κωμωδίας Πολύβιος Δημητρακόπουλος και Νικόλαος Λάσκαρης, η Ελένη Σβορώνου, Ευρωπαίοι ελληνιστές και λογοτέχνες, λόγιοι συντοπίτες του, όπως ο Κοφινιώτης, ο Δαλδάκης, ο Δημαράς, ο Δεσμίνης, είναι ορισμένοι μόνο από τους αλληλογράφους του Βαρδουνιώτη, με τον οποίο ανταλλάσσουν βιβλία, περιοδικά, εφημερίδες, συχνά κριτικές σκέψεις και ιδέες για τα νέα λογοτεχνικά ρεύματα, τις νέες εκδόσεις, τις πολιτικές εξελίξεις και τις κοινωνικές αλλαγές, ζητώντας ταυτόχρονα τη συγγραφική συνδρομή του.

Τιμή στους αφανείς

Εστιάζοντας στον κύριο άξονα του παρόντος αφιερώματος, εκείνον της εθνικής προσφοράς, θα λέγαμε ότι η αξία του έργου του Βαρδουνιώτη, όπως αργότερα πολύ περισσότερο του Βλαχογιάννη και άλλων ιστορικών προσώπων με ανάλογη δράση, αναδεικνύεται ακόμη μεγαλύτερη αν αναλογιστεί κανείς την απώλεια πλήθους ιστορικών εγγράφων, εγκαταλειμμένων στη σήψη και την καταστροφή του χρόνου.

Η άγνοια, η αμέλεια, η αδιαφορία, οι εμφύλιοι που ακολούθησαν την Επανάσταση, οι οξύτατες πολιτικές διαμάχες, κυρίως όμως η αγραμματοσύνη κατόχων πολύτιμων εθνικών κειμηλίων, είναι γνωστό ότι μετέτρεψαν πλήθος αρχείων, εγγράφων, επιστολών και παντός είδους ιστορικών τεκμηρίων σε φθηνό εμπόρευμα και σε περιτυλίγματα παντοπωλείων.

Διανύοντας, λοιπόν, τους τελευταίους μήνες των επετειακών εκδηλώσεων για τα 200 χρόνια από την Επανάσταση του 1821, οφείλουμε ν’ αναδείξουμε και να προβάλουμε και εκείνες τις ιστορικές προσωπικότητες που με τον δικό τους αγώνα αναζήτησαν, συνέλεξαν και διέσωσαν ένα μέρος, έστω, αυτού του ανεκτίμητου ιστορικού υλικού.

Η συμβολή τους υπήρξε αναμφισβήτητα αποφασιστική στην καταγραφή της ιστορίας του νεότερου ελληνικού κράτους (με τις όποιες αδυναμίες, τις υπερβολές ή τα κενά της), στη διαμόρφωση της εθνικής συνείδησης και στη συντήρηση της εθνικής συλλογικής μας μνήμης.

spot_img