spot_imgspot_imgspot_imgspot_img

Η θρυλική Δούκισσα της Πλακεντίας – Το πέρασμά της από το Ναύπλιο (της Μαρίας Βασιλείου)

spot_imgspot_imgspot_imgspot_img

Επιμέλεια: Μαρία Βασιλείου

Η Δούκισσα της Πλακεντίας (γαλ. Duchesse de Plaisance) ήταν Γαλλίδα ευγενής, κόρη του Γάλλου μαρκήσιου Francois Barbe (de) Marbois, διαπρεπούς πολιτικού κατά τα χρόνια της Α’ Αυτοκρατορίας και της Παλινόρθωσης. Όταν ο Barbe (de) Marbois διορίστηκε επιτετραμμένος της Γαλλίας στις Η.Π.Α. παντρεύτηκε την κόρη του πολιτικού από την Πενσιλβάνια Wiliam Moore, Elizabeth. Από τον γάμο αυτό γεννήθηκε το 1785 η Σοφία, η μετέπειτα Δούκισσα της Πλακεντίας.

Το 1802 η Σοφία παντρεύτηκε τον μετέπειτα στρατηγό Anne-Charles Lebrun (1775-1859), που πήρε τον τίτλο de Plaisance (πόλη στη βόρεια Ιταλία που είχε κατακτήσει ο Ναπολέων τον 18ο αιώνα) και το 1804 γεννήθηκε η μοναχοκόρη τους Ελίζα.

Ο Lebrun ήταν εκείνη την εποχή υπασπιστής του Ναπολέοντα και το νεαρό ζευγάρι είχε έντονη παρουσία στην αυτοκρατορική αυλή. Η Σοφία διατηρούσε φιλολογικό σαλόνι στο οποίο σύχναζαν σημαντικοί διανοούμενοι της εποχής, όπως ο Ουγκό, ο Λαμαρτίνος κ.ά.

Το 1824 οι δύο σύζυγοι ήλθαν ουσιαστικά σε διάσταση, χωρίς όμως ποτέ να πάρουν διαζύγιο. Τότε η Σοφία εγκατέλειψε την Γαλλία και εγκαταστάθηκε στην Ιταλία συνοδευόμενη από τον θαυμαστή της, ρομαντικό ποιητή και ένθερμο φιλέλληνα Casimir Delavigne (1793-1843), τον οποίο όμως εγκατέλειψε όταν έφτασαν στην Γένοβα, αφού όπως έγραφε σε μια φίλη της,  ενώ οι πρώτες μέρες του ταξιδιού τους υπήρξαν μαγευτικές μια ξαφνική καταιγίδα διέλυσε το ειδύλλιό τους….

«Εγώ επιθυμούσα να απολαύσω το θέαμα της καταιγίδας και των εξαγριωμένων κυμάτων. Διέταξα, λοιπόν, παρά τις αντιρρήσεις του καπετάνιου, να με δέσουν στο μεσαίο κατάρτι του καραβιού, για να βλέπω τον δαιμονισμένο χορό της ξέφρενης θάλασσας και την απόκοσμη λάμψη των αστραπών, που μαστίγωναν τον ουράνιο θόλο. Την ίδια ακριβώς επιθυμία εξέφρασε και ο ποιητής μου, αλλά ταχέως έγινε ξεκάθαρα αντιληπτή η αντίθεση των χαρακτήρων μας. Ενώ, δηλαδή, εγώ, με γενναιότητα και αταραξία, απολάμβανα την ισχύ της καταιγίδας, ο Casimir Delavigne άρχισε να βλαστημάει την ώρα και τη στιγμή, που αποδέχτηκε να ακολουθήσει την ιδιοτροπία μου. Έβριζε, κλαψούριζε, έτρεμε σαν το ψάρι και στο τέλος, άρχισε να ξερνάει απελπιστικώς. Ήταν μια σιχαμάρα να τον βλέπει κανείς. Όλη η γοητεία του χάθηκε ευθύς μπροστά στα μάτια μου, μέσα σε ελάχιστο χρόνο. Δύο ώρες αργότερα, η τρικυμία έπαυσε και μετά από τρεις περίπου ώρες, το πλοίο έμπαινε στο λιμάνι της Γένοβα. Ο ποιητής με πλησίασε, αλλά εγώ, κοιτάζοντάς τον περιφρονητικά, του είπα με χαμηλωμένη φωνή, για να μη με ακούσει ο πλοίαρχος: “Η Θεία Πρόνοια θέλησε να με σώσει από έναν άντρα, όπως εσείς, δείχνοντάς μου τον εγωισμό και τη δειλία σας! Χαίρετε, κύριε!”».

Ταξιδεύοντας με την Ελίζα, η Sophie de Plaisance γνωρίζει το 1826 τον Καποδίστρια στο Παρίσι και εντυπωσιάζεται από την προσωπικότητά του και τη μόρφωσή του. Η συνάντηση αυτή την παρακινεί για να χρηματοδοτήσει την επανάσταση στην Ελλάδα και να επισκεφθεί τη χώρα.

Το 1829 η Σοφία ήρθε στη χώρα μας μαζί με την Ελίζα και εγκαταστάθηκανστο Ναύπλιο.  Έφτασε στο Ναύπλιο τον Δεκέμβριο του 1829, με τοπλοίο «Άρης», που είχε κυβερνήτη τον Ι. Μιαούλη και της το είχε διαθέσει ο Καποδίστριας, όπως αναφέρει η Γενική Εφημερίς της Ελλάδος. Φιλοξενούνται στο σπίτι του διοικητή Ναυπλίου Κωνσταντίνου Ράδου.

Όπως αναφέρει η ίδια εφημερίδα η Σοφία ντε Μπαρμπουάανέλαβε την χρηματική δαπάνη για την εκπαίδευση δώδεκα θυγατέρων ελλήνων αγωνιστών ανάμεσα τους κόρες των Μαυρομιχάλη, Καψάλη, Γιαννίτζη κ.ά. τις οποίες εμπιστεύθηκε στην φροντίδα της χήρας του Γεώργιου Κλεόβουλου.  Τα κορίτσια αυτά παρακολούθησαν μαθήματα στο γαλλικό σχολείο του Ναυπλίου το οποίο χρηματοδότησε και το οποίο  λειτούργησε υπό την διεύθυνση της δεσποινίδος Σαρλότ Βορμεράνζ.

Στο Ναύπλιο η Σοφία και η Ελίζα έμειναν 17 μήνες. Σταδιακά η Δούκισσα μετατράπηκε σε φανατική αντίπαλο του Καποδίστρια. Βλέποντας την πολιτική ένταση να αυξάνεται στην Ελλάδα αναχώρησε με την κόρη της για την Ιταλία. Όταν δολοφονήθηκε ο Καποδίστριας (Σεπτέμβριος 1831) η Δούκισσα βρισκόταν στη Φλωρεντία. Μάλιστα εξέδωσε φυλλάδιο, στο οποίο τασσόταν υπέρ της δολοφονικής πράξης των Μαυρομιχαλαίων.

Το 1834, εγκαταστάθηκαν με την Ελίζα στην Αθήνα και σύντομα έγινε μία από τις εξέχουσες φυσιογνωμίες της μικρής τότε κοινωνίας της πρωτεύουσας.

Το 1834-1835 οικοδομήθηκε το πρώτο σπίτι της Δούκισσας της Πλακεντίας. Βρισκόταν σε μία πάροδο της οδού Πειραιώς, τη σημερινή οδό Μυλλέρου. Είχε υπόγειο, ισόγειο και πρώτο όροφο και ήταν κατασκευασμένο από ξύλο. Σε κοντινό  σπίτι, έμενε ο γερμανός γλύπτης Christian Heinrich Siegel και ο δανός εφημέριος της Αμαλίας Asmus Heinrich Luth.

Πολλά έχουν γραφτεί για τη σχέση της Δούκισσας της Πλακεντίας και της κόρης της Ελίζας με τον αγωνιστή του ’21 και μετέπειτα υπασπιστή του Όθωνα Ηλία Κατσάκο Μαυρομιχάλη (1800-1836), γιο του Ιωάννη (Κατσή) Μαυρομιχάλη και ανιψιό του Πετρόμπεη.

Ο Πολύβιος Δημητρακόπουλος στο μυθιστόρημά του ‘’Η Δούκισσα της Πλακεντίας’’ αναφέρει ότι ο Κατσάκος έσωσε τη Σοφία και την Ελίζα από βέβαιο θάνατο όταν το άλογο της άμαξάς τους αφηνίασε και τις οδηγούσε στον γκρεμό. Οι δύο γυναίκες γοητεύτηκαν από τον Κατσάκο και ο πρόωρος θάνατός του τις συγκλόνισε.

Όταν τον Απρίλιο του 1836 ο Όθωνας πήγε στο Μόναχο για να βρει νύφη συνοδευόταν από τους δύο υπασπιστές του: τον Ηλία Κατσάκο Μαυρομιχάλη και τον Αντώνιο Μιαούλη (1800-1836), γιο του θρυλικού ναυμάχου Ανδρέα Μιαούλη. Η χολέρα που θέριζε τότε την πρωτεύουσα της Βαυαρίας στοίχισε τη ζωή των δύο νέων που τάφηκαν εκεί.

Για να ξεπεράσουν τον χαμό του Ηλία έκαναν ένα ταξίδι στην Ανατολή. Στη Βηρυτό η ασθενική Ελίζα πέθανε από στηθικό νόσημα οφειλόμενο πιθανότατα στην εξάπλωση της πανώλης.

Τον θάνατο της κόρης της η Δούκισσα δεν τον ξεπέρασε ποτέ. Βαλσάμωσε τη σορό της και με αυτή επέστρεψε στην Ελλάδα.

Σε βιβλίο του για τη Δούκισσα της Πλακεντίας, ο Ι.Μ. Δραγούμης έγραφε: «Και τοποθετήσασα αυτήν εντός θαλάμου του οίκου της, επαραμυθείτο ορώσα αυτήν η τάλαινα μήτηρ…». Συχνά οι περαστικοί από εκεί, άκουγαν τους σπαραγμούς της Δούκισσας, μπροστά στο ταριχευμένο πτώμα της Ελίζας, ενώ δίπλα μία τεράστια λαμπάδα έκαιγε νυχθημερόν. Κλεισμένη στο δωμάτιο με το άψυχο σώμα, ξεσπούσε σε λυγμούς και μοιρολόγια, που άκουγαν οι περαστικοί: «Ξύπνα κόρη μου γλυκιά, σήκω επάνω, σε φωνάζω, δεν μ’ ακούς!!!»….

Μια μεγάλη πυρκαγιά που ξέσπασε το Δεκέμβριο του 1847, αποτέφρωσε το σπίτι της Σοφίας και το ταριχευμένο σώμα της Ελίζας που είχε πεθάνει 10 χρόνια πριν!

Η υγεία της Δούκισσας χειροτέρεψε, απομονώθηκε, έγινε δύστροπη.

Η Δούκισσα ποτέ δεν έφτιαξε εκεί άλλο σπίτι. Μετά τον θάνατό της (1854) το οικόπεδο το κληρονόμησε ο τραπεζίτης Γ. Σκουζές, σύζυγος της Ελένης Καψάλη κόρης του ηρωικού  Μεσολογγίτη Χρ. Καψάλη και γραμματέας της Δούκισσας, ο οποίος το πούλησε στο Δημόσιο. Λίγα χρόνια αργότερα δόθηκε στο γειτονικό ορφανοτροφείο Χατζηκώνστα, το οποίο και επεκτάθηκε.

Τα γνωστά σπίτια της στην Αττική ήταν τα εξής: (Πηγή: Θάνος Κονδύλης ‘’Η Δούκισσα της Πλακεντίας’’

  • Το πρώτο σπίτι της στην οδό Πειραιώς(Μυλλέρου).
  • Η Βίλα Ιλίσια (σημερινό Βυζαντινό Μουσείο), που οικοδομήθηκε την περίοδο 1840-1848 σε οικόπεδο που έφτανε  στους πρόποδες του Λυκαβηττού και είχε έκταση 31 στρέμματα. Το κτίσμα περιήλθε στο Δημόσιο και αρχικά στέγασε τη Σχολή των Ευελπίδων. Το 1928, η οικία, με τις απαραίτητες παρεμβάσεις, μετατράπηκε στο Μουσείο Βυζαντινής και Μεταβυζαντινής τέχνης.
  • Το μεγάλο σπίτι με τη στοά και άλλους βοηθητικούς χώρους, το οποίο δώρισε στον προσωπικό της γιατρό Μπέρναρντ Ρέζερ το 1851. Βρισκόταν είτε κοντά στη σημερινή οδό Μουρούζη, είτε στην οδό Αμαρουσίου κοντά στο Λόφο των Νυμφών στο Θησείο.
  • Ο μικρός πύργος Tourelle (ξενώνας) στην Πεντέλη (1846).
  • Η βίλα με το όνομα Plaisance (Πλακεντία) στην Πεντέλη (1846-1847), εμπνευσμένη από το ιταλικό στυλ.
  • Το οίκημα Maisonette στην Πεντέλη (1840-1841).
  • Το αριστουργηματικό Καστέλο ή Ροδοδάφνη, γνωστό και ως «Πύργος Δουκίσσης Πλακεντίας»,  άρχισε να χτίζεται το 1840 στον λόφο Κουφού της Πεντέλης και εντυπωσιάζει με το γοτθικό στυλ. Το 1959 ορίσθηκε από το κράτος ως κατοικία του τότε Διαδόχου, και μετέπειτα βασιλέως Κωνσταντίνου Β΄, που εγκαταστάθηκε σε αυτό από το 1961 έως το 1964. Οι εργασίες αποπεράτωσης και εκσυγχρονισμού του κτιρίου, πραγματοποιήθηκαν τη διετία 1960-1961, από τον αυλικό αρχιτέκτονα Αλέξανδρο Μπαλτατζή. Σήμερα η χρήση του έχει περιέλθει στον Δήμο Πεντέλης, που το χρησιμοποιεί ως πνευματικό κέντρο.

Το Μέγαρο της Δούκισσας της Πλακεντίας, στην Πεντέλη

Οι αντιδράσεις από τη Μονή Πεντέλης, που είχε θέσει άτυπα υπό την ιδιοκτησία της την ευρύτερη περιοχή γύρω από το μοναστήρι από τα μεσαιωνικά χρόνια, κάμφθηκαν με τη χορηγία από τη Δούκισσα διαφόρων έργων κοινής ωφελείας, όπως η διάνοιξη δρόμων στο Πεντελικό Όρος. Προσέφερε επίσης σημαντικά ποσά για φιλανθρωπικά έργα και βοήθησε ιδιαίτερα τους χωρικούς της Πεντέλης, όπου είχε αγοράσει κτήματα. Με χρήματα της Δούκισσας κατασκευάστηκε το 1841-1842 η γέφυρα της ρεματιάς του Χαλανδρίου από τον Αλέξανδρο Γεωργαντά (περ. 1800-1861) και τον σπουδαίο Δανό Κρίστιαν Χάνσεν. Είναι πεντάτοξη, μαρμάρινη και αποτελεί την παλαιότερη σωζόμενη γέφυρα της (ευρύτερης) Αθήνας. Βρίσκεται στα όρια Μελισσίων και Βριλησσίων.

Η συνεισφορά της επεκτάθηκε στη Συναγωγή της Χαλκίδας και στην ολοκλήρωση της δεύτερης έκδοσης των Χρονικών του Μεσολογγίου.

Η Σοφία αρέσκετο να κυκλοφορεί ντυμένη στα λευκά, ενώ άφησαν εποχή οι φήμες τόσο για τα στοιχειωμένα σπίτια της, όσο και για την ερωτική σχέση της με τον λήσταρχο Χρήστο Νταβέλη, κάτι που σίγουρα δεν επαληθεύεται… Μάλλον μπέρδεψαν τον Νταβέλη με έναν άλλον λήσταρχο, τον περίφημο για την ομορφιά του Σπύρο Μπίμπιση, ο οποίος της έστησε καραούλι για να την απαγάγει προκειμένου να της ζητήσει λύτρα, για να μην τη σκοτώσει, αλλά δεν τα κατάφερε. «Όταν αυτός ο δυστυχής ο Μπίμπισης είδε πως του έλαχε η μοίρα να φύγει χωρίς τα λεφτά του, με αποχαιρέτησε, αλλά με ένα ύφος τόσο απογοητευμένο που βούρκωσα. Του έδωσα δέκα φράγκα που τα δέχτηκε με ευγνωμοσύνη. Έχουν καλοσύνη αυτοί οι άνθρωποι…» έχει αναφέρει η ίδια η Δούκισσα για το συγκεκριμένο περιστατικό.

Η Δούκισσα της Πλακεντίας λάτρευε τους σκύλους. Στο κτήμα της, στην Πεντέλη, συντηρούσε ολόκληρο κυνοτροφείο, με δεκάδες σκυλιά κάθε ράτσας, ιδίως κυνηγετικά, αλλά και μερικά τσοπανόσκυλα.

Οι πολιτικοί και στρατιωτικοί αριστοκράτες της εποχής έπαιρναν συχνά το τσάι τους στο Μέγαρό της.Τα σκυλιά τριγύριζαν μες στην έπαυλη και κάθονταν όπου επιθυμούσαν, χωρίς να τολμά κανείς να τα διώξει. Αν κανείς από τους πολυάριθμους επισκέπτες τολμούσε να απομακρύνει κάποιον σκύλο, μη γνωρίζοντας τις συνήθειες του σπιτιού, η ιδιότροπη Δούκισσα έδειχνε έκδηλα τη δυσαρέσκειά της και μάλωνε έντονα τον επισκέπτη της. Όσοι συμμετείχαν στις συγκεντρώσεις της, όφειλαν να φορούν πάντοτε γάντια, πράγμα που ενοχλούσε τους άντρες του Αγώνος, ενώ σιχαινόταν τα άσχημα και γεροντικά πρόσωπα. Η Δούκισσα είχε καταργήσει τον κορσέ και το κρινολίνο για τις κυρίες!

Το 1854, η Σοφία, ηλικιωμένη και πάσχουσα από υδρωπικία, κλείστηκε στην κάμαρά της και δεν παρουσιαζόταν πια με τους σκύλους της στους δρόμους της πόλης των Αθηνών. Μόνο η κυρία Σκουζέ έμπαινε στην κρεβατοκάμαρά της και της απήγγελε στίχους από τον πιο αγαπημένο της ποιητή, τον Alphonse de Lamartine.

Τον Απρίλιο του 1854 η Sophie de Marbois-Lebrun άφησε την τελευταία της πνοή σε ηλικία 69 ετών, και ενταφιάστηκε στο κτήμα της στην Πεντέλη, κοντά στον τάφο της λατρευτής της Ελίζας. Σύμφωνα με ρητή θέλησή της, δεξιά και αριστερά της θάφτηκαν τα δυο πιστά σκυλιά της, που την ακολουθούσαν πάντοτε, σε κάθε βήμα της, τα τελευταία χρόνια της ζωής της.

Η εφημερίδα «Ελπίς» στις 17 Μαΐου 1854 έγραψε: «Αι μικραί ιδιοτροπίαι της ουδένα έβλαψαν, πολλούς όμως ωφέλησαν και ουδαίν αφαιρούσι του σεβασμού τον οποίον το Κοινόν έφερεν προς αυτήν, ως γυναίκα ενάρετο και φιλάνθρωπον».

Η ζωή της έγινε ταινία το 1956 από τη Μαρία Πλυτά, με τους ηθοποιούς Βούλα Χαριλάου, Ρίτα Μυράτ, Θεόδωρο Μορίδη, Λάμπρο Κωνσταντάρα, Αλέκο Δεληγιάννη.

Μια τραγική φιγούρα, μια σπουδαία ευεργέτιδα… ;

ΠΗΓΕΣ: Ειδήσεις δημοσιευμένες στο περιοδικό “Μπουκέτο” και στην εφημερίδα “ΑΘΗΝΑΙ”

Επιμέλεια: Μαρία Βασιλείου

 

spot_img