Βασιβουζούκος ο Μέγας (διήγημα του Γιάννη Ρούσου)

Εικόνα: Φώτη Κόντογλου, Κλέφτες και Αρματολοί, 1948

«Οι πραγματικές επαναστάσεις ξεκινούν από τους ανθρώπους της βάσης. Το πάθος, η αποφασιστικότητα και οι αντοχές αυτών θα καθορίσουν την τελική έκβαση κάθε ουσιαστικής επανάστασης». Δήμος Χώρος

του Γιάννη Ρούσου

Η γυναίκα είχε ξαπλώσει στο στρώμα πριν τρεις ώρες, το παιδί είχε πυρετό και παρέμεινε στο προσκέφαλό του μέχρι να ησυχάσει. Δεν είχε ξεκουραστεί, ξύπναγε τακτικά και κοίταγε έξω. Όταν είδε να αχνοφαίνεται το λυκόφως πάνω από τον λόφο, απέναντι από το παραθύρι της, αποφάσισε ότι ήταν ώρα να ξυπνήσει τον άντρα της. «Γιώργο», του ψιθύρισε στο αυτί, «είναι ώρα να σηκωθείς». Ο άντρας γύρισε πλευρό και χώθηκε μέσα στην αγκαλιά της γυναίκας του. Έκλεισαν τα μάτια τους, για λίγα δευτερόλεπτα, μέχρι που ακούστηκε η φωνή του παιδιού από το μικρό κρεβάτι, στη γωνιά του δωματίου. Η μάνα σηκώθηκε να πάει να δει τι συμβαίνει. «Τα ρούχα είναι στην καρέκλα», είπε. Ο Γιώργος σηκώθηκε, πήρε τα ρούχα του, τα φόρεσε και βγήκε κάνοντας όση περισσότερη ησυχία μπορούσε. Μπήκε στην κουζίνα, πήρε στα χέρια το ταγάρι που του έφερε η γυναίκα του και το πέρασε στο λαιμό. Την αγκάλιασε σφιχτά.

Βγήκε από το σπίτι και περπάτησε μέχρι τον αχυρώνα. Είχε φτάσει η αρχή της άνοιξης, αλλά τέτοια ώρα έκανε πολύ κρύο. Ήταν τυλιγμένος με μια βαριά κάπα, φτιαγμένη από δέρμα ζώου. Έσπρωξε τη βαριά πόρτα και μπήκε μέσα. Το άλογο σήκωσε το κεφάλι, τον είδε και έστρεψε ξανά την προσοχή του στο σανό που είχε μπροστά του. Αυτός άρπαξε ένα μεγάλο σαμάρι που ήταν κρεμασμένο στον τοίχο, το έβαλε στο άλογο, πέρασε τα καπίστρια και το οδήγησε έξω από τον αχυρώνα. Γύρισε το βλέμμα του προς το σπίτι. Στο παράθυρο στεκόταν η γυναίκα του με το παιδί στην αγκαλιά. Τον χαιρέτησαν και του χαμογέλασαν. Ο Γιώργος νόμισε ότι άκουσε το παιδί να τον φωνάζει. Σήκωσε το χέρι, χαμογέλασε κι αυτός και έγνεψε προς το μέρος τους. Με ένα απότομο σάλτο πήδηξε πάνω στη ράχη του ζωντανού κι αυτό ξεκίνησε να περπατά αργά, μέχρι να βγουν από την αυλή του σπιτιού.

Πέρασαν από σπαρμένα χωράφια που συνόρευαν με άλλα που ήταν χέρσα. Ο δρόμος είχε μικρές μεταβολές στην κλίση, στα περισσότερα σημεία ήταν στεγνός και δεν αποτελούσε μεγάλο πρόβλημα για το δυνατό ζώο. Μερικές ώρες αργότερα, έφτασαν σε μια πηγή. Ο Γιώργος κατέβηκε από το άλογο, το έδεσε σε ένα μάνταλο στο πλάι της πηγής και κάθισε παράμερα, σε μια πέτρα. Ίσως χρειαζόταν να περιμένει πολύ. Πλησίαζε το απόγευμα, όταν από τον απέναντι λόφο ακούστηκε ένα σφύριγμα. Ο Γιώργος έβγαλε ένα κομμάτι γυαλί από τη σέλλα του αλόγου και έκανε σινιάλο με την αντανάκλαση του φωτός, που έστελνε ο ήλιος στη γη. Ένας άντρας αρματωμένος άρχισε να κατεβαίνει τον λόφο και να τον πλησιάζει. Αγκαλιάστηκαν και κάθισαν κοντά στην πηγή, παίρνοντας προφυλάξεις.

«Είσαι καλά, αδερφέ μου;» μίλησε πρώτος ο Γιώργος.

«Πέρασα δύσκολα τον τελευταίο χρόνο. Χάσαμε, είναι πολύ επικίνδυνα… μας ψάχνουν». Ο Γιάννης κοίταξε τον αδερφό του με απόγνωση, αλλά δεν τόλμησε να ρωτήσει. «Μας πίνει το αίμα, πρέπει να τον διώξουμε», συνέχισε. «Μεγαλύτερο τύραννο δεν έχει δει ο τόπος μας!» Ο Γιάννης έβγαλε το παγούρι του και το γέμισε από την πηγή. Μετά, έβαλε το κεφάλι του κάτω από το νερό και πλύθηκε. Κάθισε, ξανά, δίπλα στον Γιώργο που έβγαλε από το εσωτερικό της κάπας του ένα πουγκί και το έδωσε στον Γιάννη. Αυτός αγκάλιασε τον αδερφό του. «Θα φάνε πολλοί με τα χρήματα αυτά. Μας σώζεις», ψιθύρισε. Κάθισαν, εκεί, για μισή ώρα, έφαγαν ψωμί και τυρί που είχε στο ταγάρι του ο Γιώργος και μίλησαν για άλλα θέματα. Για το σπίτι, για το παιδί, για τα χωράφια… Έπειτα, ο Γιάννης σηκώθηκε και είπε: «είναι ώρα να πηγαίνω». Καβάλησε το άλογο του και ξεκίνησε να φύγει. Ο Γιώργος έμεινε να κοιτά τον αδερφό του για ώρα, μέχρι που χάθηκε πίσω από τα βουνά. Υποψιαζόταν ότι δεν θα τον ξανάβλεπε.

Η χώρα, εδώ και είκοσι χρόνια ήταν υπό την κατοχή του γειτονικού βασιλείου. Τη διαφέντευε ένας μονάρχης σκληρός, εκδικητικός και αιμοδιψής. Εκμεταλλευόταν κάθε άνθρωπο στην περιοχή κι όποιος αντιστεκόταν τον περίμενε ο θάνατος. Μετέφερε τα πλούτη στο βασίλειό του, όπου δυνάστευε και τον ίδιο τον λαό του, κάνοντας αμύθητα πλούτη για τον ίδιο και τους αυλικούς του.

Ο Γιώργος ανέβηκε στο άλογο και ξεκίνησε. Μέχρι να νυχτώσει, έπρεπε να φτάσει στο χάνι του Μουγγοθόδωρου. Εκεί, γινόταν αγοραπωλησία ζώων και η κύρια δραστηριότητα του Γιώργου ήταν αυτή. Ήταν γεωργός αλλά και τσαμπάσης, βγάζοντας όσα περισσότερα λεφτά μπορούσε. Έφτασε στην ώρα του, άφησε το άλογο να ξεκουραστεί κι έκλεισε δωμάτιο να κοιμηθεί. Είχε μεγάλο βάρος στην καρδιά. Δυο ώρες κοιμήθηκε πριν ξυπνήσει από φωνές, μεγάλη φασαρία και πυροβολισμούς. Ντύθηκε και βγήκε από το δωμάτιο. Πλησίασε τη σκάλα και άρχισε να κατεβαίνει στο ισόγειο. Όταν είδε τους στρατιώτες να τρώνε και να πίνουν ήταν ήδη αργά. Τον είχαν δει κι αυτοί. Όλη τη νύχτα τον χτυπούσαν και τον βασάνιζαν, χωρίς να μπορέσει κανένας να τον πάρει από τα χέρια τους. Το πρωί καβάλησαν τα άλογα, έδεσαν το κορμί του Γιώργου με σκοινί, από μια σέλα και τον έσερναν μαζί τους, μέχρι που έχασε τη ζωή του. Τότε, έκοψαν την τριχιά και παράτησαν το άψυχο κουφάρι να το κατασπαράξουν τα όρνια και τα τσακάλια της περιοχής.

Σαν πέρασαν οι μέρες κι η γυναίκα του Γιώργου, η Δήμητρα, δεν τον είδε να επιστρέφει, αποφάσισε να ειδοποιήσει τον αδερφό του. Αυτός θα μπορούσε να ψάξει να τον βρει, εκείνη δεν μπορούσε να αφήσει το χωριό και το παιδί της. Όταν έμαθε ο Γιάννης ότι ο αδερφός του αγνοείται, κατάλαβε αμέσως τι είχε συμβεί. Ξεκίνησε να ψάχνει και βρήκε το σημείο που είχαν παρατήσει το σώμα του. Δεν θα περιγράψω καθόλου την εικόνα που αντίκρισε ο άνθρωπος. Αφού έκανε ό,τι όφειλε να κάνει, κάθισε αλάργα και σκεφτόταν. Τα ξημερώματα είχε πάρει τις αποφάσεις του. Γύρισε στην ομάδα του, παρέδωσε τα όπλα και ξεκίνησε για το χωριό.

Όταν έφτασε, μπήκε στο σπίτι, στο πατρικό του και έκανε να μιλήσει μια εβδομάδα. Η Δήμητρα δεν χρειάστηκε να ρωτήσει, κατάλαβε τι είχε συμβεί στον Γιώργο, τον άντρα της. Ήξερε πως τα αδέρφια είχαν δώσει όρκο. Αν πέθαινε ο Γιώργος πρώτος, ο Γιάννης θα γύριζε στο σπίτι να βοηθήσει τη Δήμητρα και το παιδί. Για να μην τον κυνηγήσει κάποιος από τους στρατιώτες, θα άλλαζε όνομα και θα έπαιρνε αυτό του νεκρού αδερφού του. Από εκείνη την ημέρα κι ύστερα, ο Γιάννης λεγόταν Γιώργος. Όσοι τους γνώριζαν από παιδιά, ήξεραν τι συνέβαινε, αλλά, προς τιμήν τους, δεν μίλησε ποτέ κανένας. Ούτε αυτοί που συνεργάζονταν ή δούλευαν για τον τύραννο. Τι περίεργο που είναι, αλήθεια! Ίσως, γιατί με αυτούς που έχεις μεγαλώσει μαζί, στα ίδια χωράφια, στους ίδιους χωματόδρομους, έχεις ένα περίεργο δέσιμο, το οποίο τις περισσότερες φορές ξεπερνά το προσωπικό συμφέρον.

Κάποιον χειμώνα η Δήμητρα δεν άντεξε. Αρρώστησε και δεν κατάφερε να σηκωθεί από το κρεβάτι. Την κήδεψαν στο κοιμητήριο του χωριού, κοντά στους ανθρώπους που πέρασε όλη τη ζωή της. Στο σπίτι έμειναν ο Γιάννης – που λεγόταν πλέων Γιώργος – και ο Νικήτας, το παιδί που έφτανε, σιγά σιγά, στην εφηβεία. Όταν ο Νικήτας έγινε δεκαοκτώ, στην ίδια περίπου ηλικία ήταν και ο γιος του βασιλιά. Μια μέρα, κυκλοφόρησε η είδηση ότι ο τύραννος θα κάνει περιοδεία σε όλα τα εδάφη που διαφεντεύει, για να τα δείξει στον γιο του. Οι μέρες πέρναγαν και τα νέα έλεγαν ότι πλησιάζει, όλο και περισσότερο, στο χωριό. Κάποια νύχτα, ο Γιάννης ξύπνησε τον Νικήτα και του είπε να σηκωθεί, να ντυθεί και να έρθει στο μεγάλο δωμάτιο. Το τζάκι ήταν αναμμένο και ένας άγνωστος άντρας καθόταν στο τραπέζι μαζί με τον Γιάννη, όταν ο Νικήτας μπήκε στο δωμάτιο. Κάθισαν για ώρες οι τρεις τους και συζητούσαν. Τότε, του είπαν όλη την ιστορία της οικογένειας, τι έγινε με τον πατέρα του, ποια ήταν η δράση του θείου του, γιατί δεν άντεξε η μάνα του… όχι, βέβαια, ότι ο Νικήτας δεν είχε καταλάβει τα περισσότερα από αυτά, στο πέρασμα των χρόνων! Του είπαν, επίσης, το πιο σημαντικό από όλα. Τι θα έπρεπε να κάνει από εδώ και εμπρός. Με το ξημέρωμα, ο Νικήτας κατέβηκε στον κάμπο, σε απόσταση αναπνοής από τα πρώτα σπίτια του χωριού. Ο Γιάννης με τον άγνωστο άντρα κίνησαν προς την αντίθετη κατεύθυνση. Σαν πέρασε μισή ώρα, ο Νικήτας μπήκε στο χωριό και με μεγάλη προσοχή επισκέφτηκε όλα τα σπίτια. Μάζεψαν όλοι ότι μπορούσαν ˗ βάλανε και τον μπάρμπα Τάσο πάνω σε μια τάβλα, γιατί ήταν κατάκοιτος ˗ αδειάζοντας με ησυχία και προσοχή το χωριό. Χάθηκαν βαθιά στο δάσος, μπήκαν στο φαράγγι και κούρνιασαν σε ένα σημείο που δεν θα τους έβρισκε ποτέ κανένας. Εκεί, θα μπορούσαν να ζήσουν για μήνες!

Το μεσημέρι, σκαρφαλωμένοι πάνω σε ένα δέντρο, ο Γιάννης και ο άγνωστος άντρας είδαν το κομβόι του βασιλιά να περνά από κάτω τους, σε απόσταση αναπνοής. Άνοιξαν πυρ με τα τουφέκια τους, ο τύραννος έπεσε νεκρός. Το ίδιο κι αυτοί, από τα πυρά των στρατιωτών. Δεν ήταν δυνατό να γλυτώσουν από τέτοια ομοβροντία που δέχτηκαν. Οι πυροβολισμοί ακούστηκαν μέχρι το φαράγγι κι όλοι ήξεραν τι σήμαινε αυτό. Ο Νικήτας έφερε στα μάτια του την εικόνα του θείου του. Τον αποχαιρέτησε για λίγα δευτερόλεπτα, ήξερε ότι δεν θα τον ξανάβλεπε ποτέ. Ο γιος του βασιλιά διέταξε να καούν όλα τα χωριά και τα χωράφια, γύρω από το σημείο που έπεσε νεκρός ο πατέρας του.

Πέρασαν μήνες και οι χωρικοί με τους βοσκούς γύρισαν στο χωριό τους, σε ότι είχε απομείνει από αυτό. Ο γιος του βασιλιά  – ο Βασιβουζούκος, όπως θα τον αποκαλούσε κοροϊδευτικά ο λαός – επέστρεψε στην πρωτεύουσα να θρηνήσει τον πατέρα του και δεν ασχολήθηκε με αυτό το θέμα ξανά. Τον κήδεψε, τον τίμησε και μετά ανέλαβε αυτός να στρογγυλοκαθίσει πάνω στα πλούτη που έκλεβε από τους φτωχούς ανθρώπους, στα μέρη που διαφέντευε.

Ο Νικήτας έμεινε στην περιοχή αρκετούς μήνες. Βοήθησε πολλούς από τους χωρικούς να στήσουν νέα σπίτια. Το δικό του δεν το έχτισε ξανά, δεν είχε σκοπό να μείνει. Ένα πρωί καβάλησε το άλογο του και έφυγε για την πρωτεύουσα. Καθώς ταξίδευε, είδε πού είχε καταντήσει το λαό ο δυνάστης που τον κυβερνούσε και διαφέντευε τις τύχες του. Κάθε πίκρα και δυστυχία που μπορούσε να σκεφτεί, τις είδε εμπρός του να χτυπούν ανθρώπους που πάσχιζαν να ζήσουν. Σπίτια φτιαγμένα από ξύλο μέσα στις λάσπες, άρρωστα παιδιά με γονείς στα όρια της απελπισίας, οικογένειες που έμεναν σε σπηλιές, άνθρωποι με τρύπια ρούχα οι οποίοι ζητιάνευαν για ένα κομμάτι ξερό ψωμί…

Στα τείχη της πόλης είχαν ανέβει οι νυχτερινοί φύλακες, όταν ο Νικήτας έφτασε στην πρωτεύουσα. Είχαν περάσει μήνες από τότε που είχε αφήσει τον τόπο που τον γέννησε. Κατευθύνθηκε στη δυτική συνοικία της πόλης και σταμάτησε στο πανδοχείο «Σπασμένη Χορδή». Έλυσε τα πράγματα από τη σέλα του αλόγου και έσπρωξε την ξύλινη πόρτα, τη στιγμή που ακουγόταν το σινιάλο ότι έφτασαν τα μεσάνυχτα και όλοι θα έπρεπε να το λάβουν σοβαρά υπόψιν τους. Πίσω από έναν πάγκο, στεκόταν όρθια μια γυναίκα με μακριά μαύρα μαλλιά, λευκό δέρμα και μια μεγάλη ουλή που ξεκίναγε από την άκρη του μετώπου και κατέληγε αριστερά από το στόμα της. Κάθισε σε ένα τραπέζι και έκανε νόημα στη γυναίκα να τον πλησιάσει. Εκείνη γέμισε ένα ποτήρι κρασί και του το πήγε. Το έβαλε μπροστά του και τον ρώτησε τι θα φάει. Εκείνος έγειρε μπροστά και την κάλεσε με μια κίνηση του χεριού να κάνει το ίδιο. Η γυναίκα τον κοίταξε λίγα δευτερόλεπτα, αλλά δεν τον πλησίασε. Κοιτάχτηκαν λίγο ακόμα κι η γυναίκα είπε με χαμηλή φωνή, για να μην την ακούσουν οι υπόλοιποι πελάτες, «θα φας πρώτα». Ο Νικήτας απάντησε, «θα φάω αυτό που έχεις στο βαρέλι, στο δεύτερο κελάρι αριστερά». Η γυναίκα γύρισε την πλάτη της, περπατώντας προς την κουζίνα. Χάθηκε πίσω από το άνοιγμα της πόρτας και πλέον ο Νικήτας ήταν σίγουρος ότι είχε έρθει στο σωστό μέρος. Όταν το καπηλειό άδειασε, η γυναίκα τον οδήγησε στον πάνω όροφο, σε ένα δωμάτιο που είχε ετοιμάσει για αυτόν. Πριν κλείσει την πόρτα, την ρώτησε το όνομα της. «Για εσένα, Νίκη» του απάντησε εκείνη, κλείνοντας του το μάτι. Πριν κοιμηθεί, έφερε μπροστά στα μάτια του τη μάνα του με τον πατέρα του στα δεξιά της και τον Γιάννη αριστερά της. «Τώρα δεν υπάρχει γυρισμός», τους είπε ψιθυριστά. Άλλαξε πλευρό και πριν τον πάρει ο ύπνος έφερε μπροστά στα μάτια του τη Νίκη. Ή όπως αλλιώς τη λέγανε, τέλος πάντων!

Ο Βασιβουζούκος, από τη ημέρα της ενθρόνισης του κι έπειτα, επέλεξε έναν διαφορετικό δρόμο διακυβέρνησης από τον πατέρα του. Ο τύραννος που είχε πέσει νεκρός πριν μερικούς μήνες, από τα πυρά του Γιάννη και του φίλου του, είχε συσσωρεύσει αμύθητα πλούτη στα υπόγεια θησαυροφυλάκια του παλατιού. Τόνοι χρυσάφι, μαζεμένο με κάθε λογής ανομία. Τόσα χρόνια, δυνάστευε τον λαό του με τον ίδιο τρόπο που τυραννούσε τους λαούς που είχε κυριεύσει με τους πολέμους.

Ο νέος βασιλιάς, όταν ανέλαβε την εξουσία, επιθεώρησε τα υπόγεια θησαυροφυλάκια του παλατιού και θαύμασε το έργο του πατέρα του. Αποφάσισε να τον τιμήσει, απολαμβάνοντας τα πλούτη που είχε μαζέψει. Δημιούργησε μια κλειστή κάστα συμβούλων και παρατρεχάμενων, με του οποίους γλεντούσε σε γιορτές, γεύματα και όργια. Ποιόν να ντραπούν, αυτοί κυβερνούσαν! Σύντομα, τα σκωπτικά τραγούδια και οι σατιρικοί στίχοι των λαϊκών ανθρώπων είχαν αυτόν για βασικό πρωταγωνιστή, τον Βασιβουζούκο τον μέγα, τον μεγάλο τους βασιλιά.

Μερικά χρόνια αργότερα, άρχισαν μουρμούρες και μέσα στο παλάτι, στην κάστα που κυβερνούσε. Ένας αξιωματικός αμφισβητούσε ανοικτά τον βασιλιά. Έλεγε πως είναι ανίκανος, ότι έχει κάτσει πάνω στα πλούτη του πατέρα του. Στα χρόνια του δεν έχουν κατακτήσει νέες περιοχές, ούτε έχουν προσπαθήσει να το κάνουν. Κάποια στιγμή, τα λόγια του στρατηγού έφτασαν στα αυτιά του βασιλιά κι αυτός τον κάλεσε να μιλήσει μπροστά σε όλους, να πει τα παράπονά του. Εκείνο το βράδυ, μαζεύτηκαν όλοι οι προύχοντες στα παλάτι κι αφού έφαγαν και ήπιαν, άκουσαν τον βασιλιά να ζητά εξηγήσεις από τον στρατηγό του. Αυτός, άμαθος όπως ήταν από λοβιτούρες, έπεσε στην παγίδα. Μίλησε για τη δύναμη των όπλων που έχουνε ξεχάσει. Για πολέμους, για ανδρεία, για πλούτη και νέες περιοχές που περιμένουν να τις κατακτήσει ο στρατός του βασιλιά. Ο Βασιβουζούκος σηκώθηκε, χειροκρότησε το λόγο του στρατηγού, τον πλησίασε, τον φίλησε τρεις φορές και παραδέχτηκε ότι έχει όλο το δίκιο με το μέρος του. Οι περισσότεροι ξαφνιάστηκαν, κάποιοι χαμογελούσαν πονηρά.

Ο βασιλιάς μίλησε μπροστά σε όλους κι είπε πως διορίζει τον στρατηγό γενικό αρχηγό του στρατού. Τον στέλνει να κουρσέψει τις χώρες του βορρά, που δεν είχαν καταφέρει να νικήσουν. Πρώτα από όλες, τον έστειλε να επιτεθεί στη γειτονική άγρια φυλή, για να μπορέσει ο στρατηγός να συνδέσει το όνομα του με κάτι που δεν θα ξεχαστεί ποτέ. Όμως όλοι ήξεραν, ότι αυτούς δε θα τους νικούσαν ποτέ.

Ο στρατηγός, ως έτοιμος από καιρό, οδήγησε επίλεκτες δυνάμεις του στρατού προς το βορά. Δεν πέρασε μια εβδομάδα και δέχτηκε ένα βέλος στο λαιμό – κανείς δεν κατάλαβε από πού ήρθε – κι ο στρατηγός έπεσε από το άλογο νεκρός! Συνέβαιναν αυτά, τότε, στο βορά, τα χρόνια που κυβερνούσε ο Βασιβουζούκος ο μέγας!

Ο βασιλιάς κήδεψε τον στρατηγό με όλες τις τιμές, του έφτιαξε κι έναν τύμβο για να συμβολίζει την πολεμική ανδρεία του ανθρώπινου γένους. Πρότεινε, επίσης, στη χήρα του στρατηγού να την κάνει γυναίκα του, για να τιμήσει τη μνήμη του «φίλου» του. Να την προστατεύσει, όπως επέβαλε η ευθύνη που είχε απέναντι στον νεκρό. Του άρεσε πάντα η γυναίκα του στρατηγού του! Ήξερε ότι αυτός ο γάμος δεν θα γινόταν ποτέ. Πίστευε, όμως, ότι θα περάσουν μερικές ημέρες, μέχρι να αντιδράσει η γυναίκα. Έπεσε έξω στις προβλέψεις του, εκείνη είχε ετοιμάσει το σχέδιο διαφυγής της, καιρό πριν. Από τότε που ο άντρας της είχε ξεκινήσει να μιλά με άσχημα λόγια για τον τύραννο. Η γυναίκα ήξερε πολύ καλά, για το τι ήταν ικανός να κάνει ο Βασιβουζούκος, τον γνώριζε από τη μέρα που γεννήθηκε.

Δύο ώρες μετά τα μεσάνυχτα, η πόρτα του πανδοχείου χτύπησε δυνατά. Ο Νικήτας πλησίασε την πόρτα και ρώτησε ποιος χτυπάει. Του απάντησαν, ότι έφτασε η μητέρα της νύχτας. Χλόμιασε, αν και δεν του συνέβαινε συχνά. Άνοιξε και μπήκαν ένας άντρας, μια γυναίκα και ένα παιδί με καλυμμένα τα πρόσωπά τους. Έκλεισε την πόρτα πίσω τους και ανέβηκε τα σκαλιά, μέχρι την πόρτα του δωματίου της Νίκης. Την άνοιξε χωρίς να χτυπήσει, η γυναίκα πετάχτηκε από το κρεβάτι της. Πριν προλάβει να μιλήσει άσχημα στον Νικήτα, αυτός της ψιθύρισε: «ήρθε η μητέρα της νύχτας». Μέσα σε ελάχιστα δευτερόλεπτα η γυναίκα είχε ντυθεί και είχαν κατέβει τρέχοντας στο ισόγειο. Η Νίκη έστριψε πρώτη στην πόρτα της κουζίνας, μπήκε στον αχυρώνα που υπήρχε στο πίσω μέρος του κτηρίου, χωρίς να ρίξει ούτε μια ματιά στους επισκέπτες της. Αυτοί την ακολούθησαν χωρίς κουβέντες. Ο Νικήτας άνοιξε την πόρτα του αχυρώνα, ενώ οι υπόλοιποι πήδηξαν πάνω στα άλογα. Κάλπασαν με ταχύτητα μέχρι που χάθηκαν από τα μάτια του. Περίμενε τριάντα δευτερόλεπτα, ακούγοντας προσεκτικά τους ήχους της νύχτας. Ησυχία… αυτό σήμαινε ότι είχαν βγει, ήδη, από τα τείχη της πόλης. Χαμογέλασε και έσπρωξε την πόρτα να κλείσει. Επέστρεψε στην κεντρική αίθουσα του πανδοχείου. Ποια να ήταν αυτή η γυναίκα, αναρωτήθηκε σιωπηλά. Αν η Νίκη μου έχει πει ότι δεν χρειάζεται να ξέρω, σημαίνει πως είναι σημαντική. Μετά, το μυαλό του πήγε σε κάποιον που του είχε αναφέρει ότι η Νίκη έχει αριστοκρατική καταγωγή και δεν είναι σαν κι αυτούς. Ότι η αδερφή της είναι σημαντικό πρόσωπο. Δεν του είχε δώσει σημασία, νόμιζε ότι ήθελε να τον πειράξει. «Βρε, λες;» μίλησε χαμηλόφωνα. «Αν ο Βασιβουζούκος πάθει τέτοια ήττα, θα σκυλιάσει», συμπλήρωσε και έβαλε τα γέλια. Τυλίχτηκε με την κουβέρτα και ξάπλωσε περιμένοντας τη Νίκη να γυρίσει.

Την άλλη ημέρα, όταν ο βασιλιά πληροφορήθηκε από τους σπιούνους ότι η γυναίκα είχε εξαφανιστεί με τον γιο της, πέσανε κεφάλια. Κυριολεκτικά, κόπηκαν κεφάλια!

Η Νίκη επέστρεψε μερικές ώρες μετά, από το ξέσπασμα του τυράννου. Τους είχε συνοδεύσει πολύ μακριά. Ο Νικήτας της έβαλε τσάι να πιει και κάθισε δίπλα της.

«Γεια», της είπε χαμηλόφωνα.

«Φύγε», απάντησε η Νίκη χαμογελώντας.

«Η γυναίκα και το παιδί ξέρω ποιοι ήταν. Τους ψάχνει το βασιλικό χαϊβάνι. Ο άλλος;» συνέχισε αυτός. Η Νίκη δεν απάντησε κι ο Νικήτας δεν ασχολήθηκε άλλο.

Ετοιμάζονταν κι οι δύο, ήδη, για την μεγάλη αναμέτρηση, για το αναπόφευκτο τέλος. Σιγά κι αθόρυβα, έφταναν στην πόλη άνθρωποι ορκισμένοι να ρίξουν από το θρόνο τον βασιλιά και έβρισκαν καταφύγιο στο πανδοχείο. Δεν ήταν μοίρα, ούτε ριζικό και κάρμα, ήταν τι κουβαλούσε καθένας μέσα στο κεφάλι του, για ποιο σκοπό πετάριζε η καρδιά του! Η «Σπασμένη Χορδή» ήταν ένα πολυσύχναστο μέρος, πια!