Μαίρη Παναγιώτου: ένα βιογραφημένο Ανάπλι στις δύσκολες και όμορφες στιγμές του (του Γιώργου Κόνδη)

Φεύγοντας από το γραφείο, σταμάτησα λίγο στην αρχή της πλατείας. Είχε κάτι που με γοήτευε χωρίς να μπορώ να το προσδιορίσω. Ήταν η πλατεία που μεγάλωσα, η πλατεία που περιδιάβαινε ο Κωστής, η πλατεία όπου με αγνόησε και ύστερα πάλι με χαιρέτησε, στέλνοντας ένα κρυφό φιλί στο μάγουλο. Διέτρεξα το πλάτος και το μήκος, κάνοντας στάσεις σε κάθε ανάμνηση. Παρατήρησα τα νεοκλασικά, τον γέρο πλάτανο, τα καφενεία, τους καλοντυμένους απόμαχους της ζωής με την στενή γραβάτα και το ψηλό καπέλο. Το νεοκλασικό της Παπαλεξοπούλου, το θέατρο Τριανόν, τον εφημεριδοπώλη στη γωνία.

του Γιώργου Κόνδη

Παιδί, έφηβη, γυναίκα, με γονείς, συγγενείς, γείτονες, σε μια πόλη με την ιστορία της, την καταγεγραμμένη και την άγνωστη, την προσωπική και τη συλλογική, μια ιστορία που, όπως πολλές άλλες σε διάφορα σημεία της χώρας, πέρασε από το χρόνο της θλίψης σ’ εκείνον της ανανέωσης και της χαράς.

Η Μαίρη Παναγιώτου γράφει το «10 χρόνια και μια μέρα» χρησιμοποιώντας τη μνήμη και την ενδοσκόπηση, σε μια διήγηση για τ’ Ανάπλι,  χρησιμοποιώντας κάθε φορά μια διαφορετική οπτική και διηγηματική γωνία. Εναλλάσσει προσωπικές βιωματικές διηγήσεις με μονολόγους προσώπων που συμμετέχουν σ’ένα προσκήνιο  ζωντανό από την δυναμική των λέξεων και τη ροή των εικόνων. Σημειώνω πως οι μονόλογοι αυτοί αποτελούν μια σημαντική πηγή πληροφοριών καθώς πρόκειται για επεξηγηματικούς μονόλογους σχετικά με γεγονότα και καταστάσεις. Η παραπάνω εναλλαγή καθορίζεται από την ίδια την ιστορική πορεία της πόλης και το συλλογικό βίωμα. Επομένως, εκτός από ιστορικό μυθιστόρημα, εκτός από προσωπική βιογραφική καταγραφή, το «δέκα χρόνια και μια μέρα», είναι και μια συμβολή στην ανθρωπολογική εικόνα της πόλης. Οι ιδεολογίες, ο αστικός τρόπος ζωής και οι νοοτροπίες, οι στάσεις σχετικά με τα θέματα των φύλων, των σχέσεων, τουλογοδοσίματος, της προίκας, αλλά και η διαμόρφωση του χώρου, οι δρομόσκαλες, οι γειτονιές, τα ιδιαίτερα σημεία της πόλης και τα περίχωρα, αποτελούν κομμάτια ενός ευχάριστου παιχνιδιού ανάμεσα σε λέξεις και εικόνες.

Όταν η Μαρία σκέφτεται να δώσει εξετάσεις για το Πανεπιστήμιο ο πατέρας απαντά «Μόνον γαλλικά κατ’ οίκον και πιάνο», ενώ μερικά χρόνια αργότερα ο ίδιος πατέρας θα δημιουργήσει σκηνή στην Αρβανιτιά καθώς η κόρη του και ο αρραβωνιαστικός της πήγαν για μπάνιο στην Αρβανιτιά μαζί, χωρίς να χωριστούν όπως επιβαλλόταν σε περιοχές ανδρών και γυναικών! Το ίδιο παιχνίδισμα εικόνων και λέξεων συνθέτει ένα περιβάλλον όπου η ιστορία και η τοπογραφία συνδυάζονται άμεσα. «Ο βοριάς κατέβαινε από το μπουγάζι του Προφήτη Ηλία και χτυπούσε κατά πρόσωπο τα ψηλότερα σπίτια στα Βαρόσια». «Σήμερα φυσάει Αναπλιώτης» (δηλ. νότιος άνεμος). Η γερμανική κατοχή αποτελεί μια άλλη κατάσταση,μουντή και αποκρουστική: «ο αργολικός κάμπος πένθιμος αυτόν τον καιρό, αφιλόξενος και έρημος μέσα στην κοσμοχαλασιά». Αλλά και η μεταπολεμική εποχή που αφήνει δειλά-δειλά το χαμόγελο να ζωγραφίζεται στα πρόσωπα και την αισιοδοξία να φουντώνει στα μυαλά και την καρδιά των ανθρώπων, απαντά στο δικό της παιχνίδισμα λέξεων και εικόνων. Ανάμεσα σε πολλά από αυτά θα ξεχωρίσω τον αποκριάτικο χορό των «εν Αθήναις Ναυπλιέων του Συλλόγου Ναύπλιος», το 1953, μια όμορφη περιγραφή όπου ο χορός των ζευγαριών και ιδιαίτερα των νέων καθρεπτίζει την αισιοδοξία που γεννιέται για κάτι καλύτερο στη μεταπολεμική εποχή και ταυτόχρονα τη διατήρηση των δεσμών με την αγαπημένη πόλη καταγωγής, το Ναύπλιο! Γι’ αυτό και στο χορό ακούγονται τραγούδια και ποιήματα Αναπλιωτών δημιουργών!

Το ιστορικό μυθιστόρημα της Μαίρης Παναγιώτου είναι επίσης μια περιδιάβαση της πόλης του Ναυπλίου σε δύσκολες εποχές. Η αγριότητα της Κατοχής και του αδελφοκτόνου Εμφύλιου θα ξεπηδήσουν μέσα από τις γραμμές του κειμένου όπως ακριβώς τις βίωσε η συγγραφέας και η οικογένειά της. Όπως ακριβώς τη βίωσαν εκατοντάδες άλλοι συμπολίτες της. Ο πατέρας σώζεται από το άγριο μέτωπο της Αλβανίας αλλά όχι από μια τυχαία σύλληψη από τους Γερμανούς και κυρίως καταδικάζεται στη μέγγενη των μαυραγοριτών. Η Ακροναυπλία εξακολουθεί να υποδέχεται πατριώτες, οι οποίοι εκτελούνται ομαδικά για να μείνει χώρος για τους επόμενους. Μέχρι που καθώς «ο ήλιος ξεμυτίζοντας από ανατολικά πάνω από την Αγία Μονή» συνοδεύει τους Γερμανούς κατακτητές που αποχωρούν, μια άλλη συννεφιά θα αρχίζει να σκεπάζει το Ανάπλι και την Ελλάδα. Η συννεφιά του εμφυλίου. Θα τελειώσω με την πικρή περιγραφή αυτής της σκληρής περιόδου στο πρόσωπο του μέλλοντος συζύγου της:

«Η μόνη πιθανή παρηγοριά ήταν η πίστη πως όλα συμβαίνουν για κάποιο λόγο, κάθε λογαριασμός πρέπει να κλείνει ή κάποιο μάθημα οφείλει να πάρει η ψυχή μας. Μόνο που εκείνος δεν είχε προφθάσει να χρωστά και οι αμαρτίες γονέων, δεν παιδεύουν τα τέκνα αλλά τα εκπαιδεύουν. Σ’αυτή την περίπτωση και από μια δεξιά οικογένεια κρατήθηκε το ισοζύγιο προς αριστερά στον ώμο του Κωστή».

Στο τέλος η αισιοδοξία θα επικρατήσει. Μια νέα ζωή έρχεται στον κόσμο να υπενθυμίσει την ανανέωση. Αλλά αυτό , όπως και όλα τα υπόλοιπα, θα τα κρίνουν οι αναγνώστες. Πρέπει όμως να σημειώσω πως εκτός από αισιόδοξο το τέλος είναι και όμορφα αναπλιώτικο: ένα ποίημα του Θεοδόση Σπαντιδέα και ένας ζωγραφικός πίνακας δια χειρός Κατερίνας Μπεκιάρη είναι ή επιβεβαίωση του όμορφου παιχνιδίσματος λέξεων και εικόνων που ξεχειλίζει από τις σελίδες της διήγησης της Μαίρης Παναγιώτου. Καλοτάξιδο!

Σχολιάστε...

Γράψτε το σχόλιό σας
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.

Πρόσφατα σχόλια