Τα προικιά της Πανδώρας (μέρος 5ο: Ο Τζιμ, μόνος του) – Διήγημα του Γιάννη Ρούσου

Παρουσιάζουμε το διήγημα μυστηρίου και τρόμου του συγγραφέα Γιάννη Ρούσου “Τα προικιά της Πανδώρας” το οποίο θα ολοκληρωθεί σε έξι συνέχειες, από το Σάββατο 26 Δεκεμβρίου μέχρι και την Πέμπτη 31 Δεκεμβρίου. Καθένα από τα έξι μέρη, θα παρουσιάζεται κάθε βράδυ, στις 7. Καλή ανάγνωση…

Δείτε ακόμη: Μέρος 1ο: Λίλη και ΌλιβερΜέρος 2ο: Χούγκο και Άννα, Μέρος 3ο: Χουάνγκ και Πύρρα, Μέρος 4ο: Μαργαρίτα και Όλεγκ, Μέρος 6ο: Οροπέδιο των Μουσών

 

Μέρος 5ο: Ο Τζιμ, μόνος του

Δίπλα στη μεγαλύτερη πόλη και πρωτεύουσα της χώρας, υπήρχε μια στρατιωτική βάση του πεζικού. Δεν καταλάβαινες εύκολα ότι ήταν μεγάλης σημασίας εγκατάσταση, επειδή δεν απασχολούσε πολυάριθμο προσωπικό. Αυτοκίνητα έμπαιναν και έβγαιναν μόνο τις ώρες που άλλαζαν οι βάρδιες. Πολλές σκοπιές δεν υπήρχαν, η παρακολούθηση του χώρου γινόταν με κάμερες, που ήταν τοποθετημένες στα εξωτερικά αλλά και τα εσωτερικά σημεία των κτηρίων της βάσης. Υπήρχαν μερικές σκοπιές, αλλά κυρίως για να παραπλανούν όσους πλησιάζουν, να τους τραβάνε την προσοχή! Τρεις βάρδιες υπήρχαν, κατά τη διάρκεια του εικοσιτετράωρου, η μεγαλύτερη ήταν η νυχτερινή, αλλά πολλοί επιδίωκαν να την κάνουν, γιατί ήταν η πιο ήσυχη. Τα τηλέφωνα δεν χτυπούσαν συχνά, τα μηχανήματα υπολειτουργούσαν, το προσωπικό ήταν ελάχιστο τη νύχτα. Βέβαια, έχαναν τον ύπνο τους, διότι δεν μπορούσαν ούτε κλεφτά να κλείσουν τα μάτια τους, για μια στιγμή. Η βάση φιλοξενούσε ένα τεράστιο αριθμό πυραύλων, που ήταν έτοιμοι να τιμωρήσουν κάθε επίδοξο εισβολέα, από ξηρά ή από αέρα.

Ο Μάικ πλησίασε την πύλη του στρατοπέδου με το αυτοκίνητό του. Έδωσε την ταυτότητά του στον συνάδελφο που ήταν εκεί και κάνανε ένα διάλογο, ο οποίος χρησίμευε ως σύνθημα και παρασύνθημα. Ήταν τόσο απλός που και να τους άκουγε κανείς, δε θα καταλάβαινε. Αχρείαστα, βέβαια, όλα αυτά, διότι οι άντρες γνωρίζονταν πάνω από πέντε χρόνια. Ο Μάικ οδήγησε το αυτοκίνητό του στο πάρκινγκ, βγήκε, κλείδωσε τις πόρτες και περπάτησε μέχρι την πύλη του κεντρικού κτηρίου. Γέμισε το ποτήρι του καφέ και μπήκε στο κέντρο ελέγχου της βάσης. Ήταν μια μεγάλη αίθουσα που εκείνη την ώρα δούλευαν τριάντα άτομα. Χαιρέτησε τον ένστολο που θα αντικαθιστούσε, αυτός σηκώθηκε και του παραχώρησε την καρέκλα.

«Άργησες», είπε πριν απομακρυνθεί.

«Ναι, είχε κίνηση», απάντησε ο Μάικ και έβαλε τα γέλια. Το αστείο του δεν φάνηκε καλό στον άλλο στρατιωτικό, που δεν γύρισε ούτε να τον κοιτάξει. Η αίθουσα άρχισε να αδειάζει σιγά – σιγά. Πέρασαν πέντε ώρες, χωρίς να συμβεί το παραμικρό απρόοπτο. Ο Μάικ σηκώθηκε να βγει από την αίθουσα. Κάποιος τον ρώτησε αδιάφορα, πού πάει κι αυτός απάντησε ότι θέλει ένα ποτήρι καφέ ακόμα. Βγήκε στο διάδρομο και περπάτησε μέχρι το τέλος του κτηρίου. Άνοιξε την πόρτα που οδηγούσε στις σκάλες και ανέβηκε δύο ορόφους. Με προσοχή άνοιξε την πόρτα, κρυφοκοίταξε πριν μπει, για να μη συμβεί κάτι απρόοπτο και χάθηκε μέσα στους σκοτεινούς διαδρόμους. Σε αυτόν τον όροφο ήταν τα γραφεία των ανωτέρων. Έφτασε σε ένα που είχε φως. Χτύπησε την πόρτα και χωρίς να περιμένει απάντηση, την άνοιξε και μπήκε. «Κύριε, έφερα αυτά που μου ζητήσατε», είπε σε έναν άντρα που στεκόταν όρθιος κι είχε γυρισμένη την πλάτη του στην πόρτα. Αυτός γύρισε κι ο Μάικ διέκρινε τα κίτρινα μάτια του. «Τζιμ;» ψέλλισε, πριν ο ανώτερός του πέσει πάνω του, καρφώνοντας ένα μαχαίρι στο στήθος του Μάικ.

Ο Τζιμ τράβηξε από το στέρνο του Μάικ το μαχαίρι και τον άφησε να αιμορραγεί ακατάπαυστα, πάνω στη μοκέτα. Βγήκε στους σκοτεινούς διαδρόμους, ανέβηκε με τις σκάλες έναν όροφο και πληκτρολόγησε τρεις διαφορετικούς κωδικούς, για να ανοίξει την πόρτα μιας κλειστής αίθουσας. Άνοιξε τα φώτα και κάθισε μπροστά σε μια κονσόλα που βρισκόταν σε λειτουργία. Τα μάτια του ήταν κατακίτρινα και στα σημεία που θα έπρεπε να είναι οι κόρες, υπήρχε το δρεπάνι του μεγάλου θεριστή.

Δούλεψε για ώρα στην κονσόλα, μέχρι να πάρει τον έλεγχο των πυραύλων της βάσης. Έτσι κι αλλιώς, δεν υπήρχε κάποιος να τον σταματήσει. Στην κεντρική αίθουσα, τρεις ορόφους πιο κάτω, γινότανε μακελειό. Στόχευσε τη γειτονική πόλη και χαμογελώντας, έδωσε εντολή για εκτόξευση. Σε λίγα δευτερόλεπτα δεν είχε απομείνει τίποτα ζωντανό στην γύρω περιοχή, που κατοικούνταν, από ανθρώπους και ζώα, τους τελευταίους δέκα αιώνες. Η συγκίνηση ήταν τέτοια, που η καρδιά του Τζιμ δεν άντεξε.

To 6ο μέρος την Πέμπτη 31 Δεκεμβρίου

Δείτε ακόμη: Μέρος 1ο: Λίλη και ΌλιβερΜέρος 2ο: Χούγκο και Άννα, Μέρος 3ο: Χουάνγκ και Πύρρα, Μέρος 4ο: Μαργαρίτα και Όλεγκ, Μέρος 6ο: Οροπέδιο των Μουσών

 

Σχολιάστε...

Γράψτε το σχόλιό σας
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ

Πρόσφατα σχόλια