Τα προικιά της Πανδώρας (μέρος 4ο: Μαργαρίτα και Όλεγκ) – Διήγημα του Γιάννη Ρούσου

Παρουσιάζουμε το διήγημα μυστηρίου και τρόμου του συγγραφέα Γιάννη Ρούσου “Τα προικιά της Πανδώρας” το οποίο θα ολοκληρωθεί σε έξι συνέχειες, από το Σάββατο 26 Δεκεμβρίου μέχρι και την Πέμπτη 31 Δεκεμβρίου. Καθένα από τα έξι μέρη, θα παρουσιάζεται κάθε βράδυ, στις 7. Καλή ανάγνωση…

Δείτε ακόμη: Μέρος 1ο: Λίλη και ΌλιβερΜέρος 2ο: Χούγκο και Άννα, Μέρος 3ο: Χουάνγκ και Πύρρα, Μέρος 5ο: Ο Τζιμ, μόνος του, Μέρος 6ο: Οροπέδιο των Μουσών

Μέρος 4ο: Μαργαρίτα και Όλεγκ

Η Μαργαρίτα δούλευε στο κεντρικό μπαρ του μεγαλύτερου κλαμπ της πόλης. Σκληρή δουλειά, με πολυποίκιλες απαιτήσεις, πολλές φορές έφερνε σε απόγνωση τη γυναίκα που πίστευε πως είναι κοντά η ώρα, που θα τα βροντήξει όλα κάτω και θα φύγει. Αλλά να πάει πού; Την ενοχλούσαν διαφορετικά πράγματα κάθε φορά. Απόψε, δεν άντεχε να είναι χαμογελαστή. Κάθε φορά που γύρναγε το πρόσωπο της στον τοίχο, άφηνε το στόμα της να χαλαρώσει, ελπίζοντας ότι αυτά τα δευτερόλεπτα ξεκούρασης θα την κάνουν να αντέξει, μέχρι το τέλος της βάρδιας. Έσκυψε χαμηλά, πίσω από τον πάγκο και σκούπισε με την πετσέτα το μέτωπο της. Έκλεισε τα μάτια και αντιστάθηκε στην επιθυμία της να βάλει τα κλάματα. «Πώς πήγαν όλα τόσο στραβά;» ψιθύρισε. Τακτοποίησε την πετσέτα της στο μικρό ντουλαπάκι και πετάχτηκε όρθια φωνάζοντας από ενθουσιασμό, δήθεν, για το τραγούδι που είχε επιλέξει ο ντι τζέι να συνεχίσει το πρόγραμμα της μουσικής.

Ψηλά στη σκάλα, ο Καλλίνικος, που διηύθυνε το μαγαζί, χαμογέλασε. «Είσαι η καλύτερη, Μαργαρίτα! Μακάρι να μην είχαν πάει τόσο άσχημα τα πράγματα», είπε. Πήρε μια ρουφηξιά από το τσιγάρο του και καθώς έστριψε την πλάτη, για να ανέβει στο γραφείο του, συμπλήρωσε, «κρίμα που σε λίγο καιρό θα πρέπει να σε σκοτώσω». Άνοιξε την πόρτα του γραφείου και μπήκε. Έμεινε εκεί, μόνος, για ένα τέταρτο, μετά έπιασε το ακουστικό του εσωτερικού τηλεφώνου και πάτησε τρία πλήκτρα. «Πες στη Μαργαρίτα να ανέβει», είπε κι έκλεισε. Πέρασε μισή ώρα, αλλά η Μαργαρίτα δεν εμφανίστηκε. Όταν ο Καλλίνικος βγήκε ξανά στη σκάλα να δει τι γίνεται στη σάλα του κλαμπ, την είδε να μιλά με έναν άγνωστο άντρα που καθόταν σε ένα από τα σκαμπό, μπροστά της. Τους κοίταξε για λίγο από ψηλά και νίκησε την επιθυμία του να βγάλει από την τσέπη το πιστόλι και να τη σκοτώσει εκείνη τη στιγμή. Περίμενε, μέχρι να σηκώσει τα μάτια η γυναίκα και να τον δει να στέκεται στη σκάλα. Τότε, της έκανε ένα νόημα, εννοώντας ότι την περιμένει να ανέβει. Η Μαργαρίτα αδιαφόρησε, ο Καλλίνικος επέστρεψε στο γραφείο του.

Στις τρεις το πρωί, η πόρτα του γραφείου άνοιξε και μπήκε η Μαργαρίτα. Κάθισε σε μια πολυθρόνα, βάζοντας τα πόδια της κάτω από τους σφιχτούς γλουτούς της και κοίταξε τον Καλλίνικο. «Τι θες και με ζητάς όλο το βράδυ; Δουλεύω, δε βλέπεις;»

Το κινητό του Καλλίνικου φωτίστηκε. Άπλωσε το χέρι και διάβασε το μήνυμα. Άνοιξε το συρτάρι του γραφείου, αλλά πριν προλάβει να πάρει το όπλο που έκρυβε εκεί, η Μαργαρίτα τράβηξε από την μπότα της ένα μικρό πιστόλι, σημάδεψε και κάρφωσε δύο σφαίρες στο μέτωπο του άντρα. Έμεινε καθισμένη στην πολυθρόνα αρκετή ώρα, σκεφτόταν ποια ήταν η καλύτερη τακτική, από εδώ και πέρα. Σε λίγο, ακούστηκε έντονη φασαρία από τη σάλα του κλαμπ. Άνοιξε προσεκτικά την πόρτα και κοίταξε από τη σκάλα. Επικρατούσε ένα χάος! Μερικοί ήταν ήδη νεκροί, άλλοι καταχτυπιόντουσαν με μανία εκείνη την ώρα, λίγοι ήταν αυτοί που έψαχναν δρόμο διαφυγής. Η Μαργαρίτα προσπάθησε να κατέβει τη σκάλα, αλλά ήταν πολύ επικίνδυνο. Αποφάσισε να φύγει, όσο το δυνατόν πιο γρήγορα, παρατώντας στο κλαμπ τα πράγματα της. Ανέβηκε, ξανά, τα σκαλιά και προχώρησε στην πίσω μεριά του κτηρίου. Μπήκε στην κουζίνα χωρίς να πάρει προφυλάξεις, νομίζοντας ότι η σύρραξη απειλούσε μόνο τους πελάτες στη σάλα. Βρέθηκε μπροστά σε νέο μακελειό. Δεν μπορούσε να σκεφτεί διαφορετικό τρόπο διαφυγής. Στην άλλη άκρη της κουζίνας, κατάφερε να διακρίνει τον Όλεγκ. Έναν άντρα που φαινόταν ήρεμος, καθώς στεκόταν όρθιος στον τοίχο, δίπλα στις κουζίνες που είχαν για να ετοιμάζουν τα γεύματα. Της φάνηκε ότι τα μάτια του ήταν κίτρινα, αλλά δεν έδωσε σημασία, μπροστά της γίνονταν εγκλήματα! Καθώς τα πτώματα έπεφταν, το ένα μετά το άλλο, η Μαργαρίτα μπορούσε να βλέπει τον Όλεγκ, όλο και καλύτερα. Ήταν αργά, όταν συνειδητοποίησε ότι στο δωμάτιο υπήρχε μια έντονη μυρωδιά υγραερίου και στα χέρια του ο Όλεγκ κράταγε έναν αναπτήρα. Η Μαργαρίτα οπισθοχώρησε και άρχισε να τρέχει. Δεν κατάφερε να βγει από το κλαμπ, πριν ο Όλεγκ ανάψει τον αναπτήρα και τινάξει στο αέρα όλον τον δέκατο όροφο του ουρανοξύστη, που στεγαζόταν το μεγαλύτερο κλαμπ της πόλη. Η Μαργαρίτα, ο Όλεγκ, ο Καλλίνικος, όποιος δούλευε ή είχε την ιδέα να περάσει τη νύχτα του εκεί, αποτελούσαν πια παρελθόν!

To 5ο μέρος την Τετάρτη 30 Δεκεμβρίου

Δείτε ακόμη: Μέρος 1ο: Λίλη και ΌλιβερΜέρος 2ο: Χούγκο και Άννα, Μέρος 3ο: Χουάνγκ και Πύρρα, Μέρος 5ο: Ο Τζιμ, μόνος του, Μέρος 6ο: Οροπέδιο των Μουσών

 

Σχολιάστε...

Γράψτε το σχόλιό σας
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ

Πρόσφατα σχόλια