Τα προικιά της Πανδώρας (μέρος 2ο: Χούγκο και Άννα) – Διήγημα του Γιάννη Ρούσου

Παρουσιάζουμε το διήγημα μυστηρίου και τρόμου του συγγραφέα Γιάννη Ρούσου “Τα προικιά της Πανδώρας” το οποίο θα ολοκληρωθεί σε έξι συνέχειες, από το Σάββατο 26 Δεκεμβρίου μέχρι και την Πέμπτη 31 Δεκεμβρίου. Καθένα από τα έξι μέρη, θα παρουσιάζεται κάθε βράδυ, στις 7. Καλή ανάγνωση…

Δείτε ακόμη: Μέρος 1ο: Λίλη και Όλιβερ, Μέρος 3ο: Χουάνγκ και Πύρρα, Μέρος 4ο: Μαργαρίτα και Όλεγκ

Μέρος 2ο: Χούγκο και Άννα

Ο Χούγκο και η Άννα περνούσαν δεύτερο μήνα του μέλιτος. Τους έβλεπες από μακριά και έλεγες ότι το πιο όμορφο πράγμα στη ζωή είναι ο έρωτας. Ο άντρας άνοιξε την πόρτα του εστιατορίου και έκανε στο πλάι για να περάσει πρώτη η γυναίκα του. Μπήκαν χαμογελώντας, χαιρέτησαν και άφησαν τα πανωφόρια τους στην γκαρνταρόμπα. Μίλησαν λίγο με τον μετρ και κατευθύνθηκαν στη σάλα, στο τραπέζι που είχαν ζητήσει για εκείνο το βράδυ. Ο Χούγκο τράβηξε προς τα πίσω την καρέκλα της Άννας και της έκανε χώρο για να κάτσει πρώτη. Περπάτησε μέχρι την άλλη πλευρά του τραπεζιού και έκατσε κι ο ίδιος. Η γυναίκα άπλωσε το χέρι της και έπιασε αυτό του Χούγκο. Έγειραν τα κεφάλια τους μπροστά και φιλήθηκαν στο στόμα. Ήρθε ο σερβιτόρος, παρήγγειλαν τα αγαπημένα πιάτα τους – στο φαγητό δεν ταίριαζαν καθόλου, όπως παραδέχονταν κι οι ίδιοι – και ένα ακριβό μπουκάλι κρασί. Συζητούσαν χαμηλόφωνα, προσπαθώντας να μη δίνουν σημασία σε όλους αυτούς που τους κοίταζαν από τα διπλανά τραπέζια. Ο Χούγκο είχε προτείνει, νωρίτερα, να μείνουν στο δωμάτιο του ξενοδοχείου τους, αλλά η Άννα ονειρευόταν πολλά χρόνια να φάει σε εκείνο το εστιατόριο. Δεν μπορούσε να της χαλάσει το χατίρι, ούτε βέβαια ήταν αδιάφορος σε όλα αυτά που συνόδευαν τη φήμη αυτού του μέρους. Η ιδιαιτερότητα των γαστριμαργικών δημιουργιών ήταν εμφανής, όταν έφτασαν τα πιάτα και το ζευγάρι ξεκίνησε το δείπνο του. Μέσα από το τσαντάκι της γυναίκας, που βρισκόταν πάνω στο τραπέζι, δίπλα στο ποτήρι της, ακούστηκε ο ήχος ενός εισερχόμενου μηνύματος. Η Άννα άπλωσε το χέρι να δει τι της είχαν στείλει, ενώ ο Χούγκο έστριψε την πλάτη προς την πόρτα, αφού θυμήθηκε ότι είχε ξεχάσει το κινητό τηλέφωνο στην τσέπη του παλτού, που είχε αφήσει στην γκαρνταρόμπα. Δεν είδε κάποιον, από τον οποίο θα μπορούσε να ζητήσει να του το φέρει και γύρισε προς την Άννα. Τα μάτια της γυναίκας ήταν κίτρινα. Διακρινόταν ένας αετός με ανοιγμένα φτερά στο κέντρο κάθε ματιού, εκεί που κανονικά θα έπρεπε να ήταν οι κόρες.

Ο Χούγκο ένοιωσε να πνίγεται, σαν κάποιο σκληρό αντικείμενο να είχε κολλήσει στον λαιμό του. «Εξουσία», πρόλαβε να πει, πριν πέσει με το κεφάλι αναίσθητος, πάνω στο τραπέζι. Μετά, έπεσε στο πάτωμα, παρασέρνοντας το τραπεζομάντιλο, με όλα αυτά που βρίσκονταν επάνω του. Η Άννα σηκώθηκε και κατευθύνθηκε προς την έξοδο. Πίσω της, δεκάδες ήχοι από τα κινητά που υπήρχαν στα διπλανά τραπέζια ακούστηκαν και σε κλάσματα του δευτερολέπτου έγινε μακελειό, μέσα στη σάλα του εστιατορίου. Η Άννα βγήκε και περπάτησε στο πεζοδρόμιο, χωρίς να γυρίσει την πλάτη της να κοιτάξει πίσω. Αναρωτήθηκε μόνο, ποιος θα είναι πιο γρήγορος, ο μετρ ή ο σου σεφ; Τον ίδιο τον σεφ θα τον αναλάμβανε η γυναίκα του, όλοι ήξεραν ότι ήταν αρκετά δυσκίνητος, δεν είχε ελπίδα επιβίωσης!

Το πεζοδρόμιο, που περπατούσε η Άννα, ήταν κατηφορικό. Έξω από το εστιατόριο δεν είχαν αρχίσει οι μάχες. Καθώς περπατούσε, όσοι τη συναντούσαν, κοίταγαν με μεγάλη περιέργεια τα κίτρινα μάτια της. Ξαφνικά, η γυναίκα αφηνίασε, άρπαξε έναν διερχόμενο από το λαιμό και πριν αυτός προλάβει να αντιδράσει, του κάρφωσε ένα μαχαίρι, που είχε κλέψει από το εστιατόριο, στο στομάχι. Πίσω της, από την αρχή της κατηφόρας, εμφανίστηκε ένας έφηβος πάνω σε σκέιτμπορντ. Κατέβαινε με ταχύτητα, χτυπώντας όποιον έβρισκε μπροστά του. Τα μάτια του ήταν κατακίτρινα. Όταν έφτασε δίπλα στην Άννα σταμάτησε, την είδε απροστάτευτη και έριξε το βλέμμα του πάνω της, με όλη την ένταση που μπορούσε. Η Άννα έπεσε δίπλα στον άντρα που είχε σκοτώσει, λίγες στιγμές νωρίτερα. Ακούστηκε ο ήχος ενός κινητού που ειδοποιούσε τον ιδιοκτήτη του ότι μόλις είχε φτάσει ένα νέο μήνυμα.

Δείτε ακόμη: Μέρος 1ο: Λίλη και Όλιβερ, Μέρος 3ο: Χουάνγκ και Πύρρα, Μέρος 4ο: Μαργαρίτα και Όλεγκ