Να σαρωθεί η αρχιτεκτονική κληρονομιά; (άρθρο του Βασίλη Δωροβίνη)

Είτε αυτές έχουν λάβει έναν οποιοδήποτε χαρακτηρισμό προστασίας τους («διατηρητέα») είτε όχι. Αυτή τη φορά δεν επρόκειτο για μεμονωμένες αντιδράσεις, όπως για την κατάρρευση πέρσι δύο κτιρίων στην περιοχή του Κεραμεικού, αλλά για (συντονισμένες;) και συχνά κραυγαλέες παρεμβάσεις, με στόχο να «απαλλαγούμε από το άγος των δήθεν προστατευόμενων κτιρίων». Προσέξτε: με το δήθεν υπονοείται ότι τα κτίρια αυτά θα έπρεπε να προστατεύονται αποτελεσματικά. Ομως στην πραγματικότητα δεν προστατεύονται, έχουν καταντήσει άγος, επομένως ας απαλλαγούμε γρήγορα από αυτά…

Αυτός είναι ο βασικός συλλογισμός όσων ξεσπάθωσαν υπέρ της απαλλαγής. Και δεν έμειναν εκεί οι «κατεδαφιστές» (για να θυμηθούμε το προσωνύμιο που πολίτες του Αργους έδωσαν στους ζηλωτές της κατεδάφισης των Στρατώνων Καποδίστρια). Προχωρούν, τώρα πλέον, στην κατάρτιση συγκεκριμένων προτάσεων, προς διευκόλυνση κύκλων των δύο συναρμόδιων υπουργείων, Πολιτισμού και Περιβάλλοντος.

Απέναντι σε αυτούς άρχισαν να διατυπώνονται δημόσια σκέψεις και προτάσεις από οργανώσεις πολιτών για την προστασία του περιβάλλοντος. Διαπιστώνω μερική σύγχυση ως προς τις προτάσεις αυτές, τουλάχιστον όπως συνοπτικά εκτέθηκαν σε άρθρο του Γ. Λιάλιου («Καθημερινή» της 15.11.20) και ιδίως εκείνες της Ελληνικής Εταιρείας Περιβάλλοντος και Πολιτισμού. Σύμφωνα με τις απόψεις της, όπως παρουσιάστηκαν στο άρθρο αυτό, προτείνεται να αναλάβουν σχετικές πρωτοβουλίες… οι δήμοι της χώρας, όταν αυτοί οι δήμοι μέχρι σήμερα όχι μόνον αδιαφορούν για το θέμα, αλλά καθόλου σπάνια πρωτοστατούν, μάλιστα με τις διαβόητες πια «αναπλάσεις», σε καταστροφικές επεμβάσεις σε κτίρια και ιστορικούς ιστούς των πόλεων.

Θεωρώ, λοιπόν, χρήσιμο να ανασύρω και πάλι στην επιφάνεια ορισμένα πραγματικά στοιχεία, που περιέργως φαίνεται να παρασιωπώνται στην όλη σημερινή συζήτηση. Καταρχήν το ότι έχει διατυπωθεί νομικό πλαίσιο ήδη με τον ν. 1469/1950 για την προστασία της νεότερης πολιτιστικής κληρονομιάς, ενώ με τον οικιστικό νόμο 1337/1983 (άρ. 32 παρ. 4 και 5) προβλέφθηκε, για πρώτη φορά, διαδικασία επισκευής διατηρητέων κτιρίων της αρμοδιότητας των δύο υπουργείων, τα οποία οι ιδιοκτήτες τους αρνούνται ή αδυνατούν να συντηρήσουν. Εκτελεστικό διάταγμα για εφαρμογή των διατάξεων αυτών εκδόθηκε μόνον από το υπουργείο Περιβάλλοντος, το 1988. Μέχρι σήμερα, το υπουργείο Πολιτισμού αδιαφορεί για ό,τι του αναλογεί.

Με τις διατάξεις αυτές επιφορτίζονται το κράτος και οι ΟΤΑ να παρεμβαίνουν και να επισκευάζουν διατηρητέα κτίρια, επιμερίζοντας και καταλογίζοντας, ανάλογα με την περίπτωση, το σχετικό κόστος. Από όσο γνωρίζω, ποτέ μέχρι σήμερα κράτος και δήμοι δεν έχουν χρησιμοποιήσει αυτές τις διατάξεις… Και με την ευκαιρία θυμίζω ορισμένες κραυγαλέες περιπτώσεις, όπως της χρονίζουσας ακηδίας για τα ερείπια των «Αττικόν» και «Απόλλων» επί της οδού Σταδίου, για τη συμπεριφορά του Δήμου Αργους στο ιστορικό κέντρο της πόλης, υπό την ευλογία του υπ. Πολιτισμού, την ανάλογη του Δήμου Μυτιλήνης ως προς το σημαντικό κτίριο του τζαμιού της πόλης – και άλλα πολλά ων ουκ έστιν αριθμός.

Η μη εφαρμογή της υπάρχουσας επαρκέστατης νομοθεσίας (με τυχόν μικροπροσθήκες, όχι βέβαια εκ του πονηρού) συνταιριάζεται με την παντελή έλλειψη συστηματικής ενημέρωσης των πολιτών για την αξία αλλά και την πρακτική ωφελιμότητα της ιστορικής μνήμης της αρχιτεκτονικής κληρονομιάς. Πρόκειται για ένα θέμα όπου η κρατική αδιαφορία συστοιχίζεται με την πλήρη αποξένωση της τοπικής αυτοδιοίκησης, η οποία ούτως ή άλλως στερείται παντελώς της αναγκαίας δομής και υποδομής επιστημονικού χαρακτήρα. Και δεν πρόκειται να τις αποκτήσει, με «ξεφόρτωμα» αρμοδιοτήτων τύπου «Καποδίστρια» ή «Καλλικράτη».

Δείγμα της κρατικής ακηδίας είναι και η συμπεριφορά των αλληλοδιάδοχων φορολογικών νόμων, από το 2010 μέχρι σήμερα. Παρά τη συμμετοχή μας στις αλλεπάλληλες «διαβουλεύσεις», πριν από τη δημοσίευσή τους, όλες οι έλλογες προτάσεις πολιτών παραμερίστηκαν και ακολουθήθηκε η γνωστή, παραδοσιακή φορομπηχτική πολιτική, όταν με κατάλληλα φορολογικά κίνητρα και, βέβαια, με έλεγχο της εφαρμογής τους, θα μπορούσε να δημιουργηθεί μια σημαντική συνιστώσα προστασίας.

Τέλος, είναι ανάγκη να αντιμετωπιστεί επιτέλους η διασπορά αρμοδιοτήτων μεταξύ των δύο υπουργείων, με την ενοποίηση υπηρεσιών και νομοθεσίας, πράγμα που δεν αποκλείει την εξειδίκευσή τους. Με τη δημιουργία ενιαίου και αποκεντρωμένου (του ίδιου!) υπουργείου Περιβάλλοντος, δίχως Δημόσια Εργα και Ενέργεια. Διαφορετικά, προβλέπω τον ρεαλισμό της μπουλντόζας να επικρατεί, ίσως και με την επιδοκιμασία κάποιων αλαλαζουσών (ή μη) ομάδων ψηφοφόρων.

 * Δημοσιεύτηκε στην “Εφημερίδα των Συντακτών” την Τετάρτη 25 Νοεμβρίου 2020

Σχολιάστε...

Γράψτε το σχόλιό σας
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ

Πρόσφατα σχόλια