Τα νούμερα αποκαλύπτουν την αλήθεια για την κατάσταση του Δημόσιου Συστήματος Υγείας

Άρθρο της Βασιλικής Γκιόκα, μέλους του Γραφείου της Επιτροπής Περιοχής Πελοποννήσου και γραμματέα της Τ.Ε. Αργολίδος του ΚΚΕ

Στην Ελλάδα, σύμφωνα με τα χρηματοδοτικά στοιχεία δαπανών για την Υγεία το διάστημα 2009-2013, η δημόσια χρηματοδότηση μειώθηκε κατά 60%, εντείνοντας τις ήδη μεγάλες ελλείψεις, τόσο σε δομές, νοσοκομειακές κλίνες και μονάδες εντατικής θεραπείας, όσο και σε υγειονομικό προσωπικό.

Η συνολική χρηματοδότηση δαπανών Υγείας σε τρέχουσες τιμές από το 2009 έως το 2013, στο διάστημα του ξεσπάσματος της καπιταλιστικής κρίσης, παρουσίασε μείωση της τάξης του 47%. Σε συνδυασμό με τα μεγάλα ποσοστά ανεργίας και τον επιμερισμό του «κόστους» της Υγείας στον ασθενή, οδήγησε ουσιαστικά σε αποκλεισμό από το σύστημα υγειονομικής περίθαλψης και φροντίδας μεγάλες μάζες λαϊκών στρωμάτων, δημιουργώντας ταυτόχρονα μεγάλους κινδύνους για την πρόκληση ασθενειών και τον χαρακτηρισμό της κατάστασης της υγείας στην Ελλάδα ως «τραγικής».

Σύμφωνα με τα στοιχεία του υπουργείου Διοικητικής Μεταρρύθμισης, από το 2010 έως το 2013 η μείωση των ιατρών του ΕΣΥ έφτασε το 35%. Από το ξέσπασμα της καπιταλιστικής κρίσης μέχρι και σήμερα, η κατάσταση στο δημόσιο σύστημα Υγείας χειροτέρευσε ακόμα περισσότερο. Σήμερα, σύμφωνα με τις εκτιμήσεις των ομοσπονδιών των γιατρών (ΟΕΝΓΕ) και εργαζομένων (ΠΟΕΔΗΝ) οι ελλείψεις είναι πάνω από 6.000 σε γιατρούς και τουλάχιστον 25.000 σε νοσηλευτές και υπόλοιπο προσωπικό (σε τομείς όπως η καθαριότητα, η φύλαξη και η εστίαση).

Οι τεράστιες ελλείψεις σε προσωπικό έχουν οδηγήσει στην εντατικοποίηση της εργασίας του υγειονομικού προσωπικού, ενώ έχουν γενικευτεί οι ελαστικές σχέσεις εργασίας και οι μισθοί έχουν υποστεί μεγάλες περικοπές. Με βάση τα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ, ο αριθμός των θεραπευτηρίων (νοσοκομείων) στη χώρα μειώθηκε από 283 το 2015 σε 271 το 2018. To2018 το μεγαλύτερο ποσοστό των νοσοκομείων (53,1%) ήταν ιδιωτικά (144), 123 ήταν νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου (ΝΠΔΔ) και 4 ήταν νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου (ΝΠΙΔ).

Ο αριθμός των δημόσιων νοσοκομείων μειώθηκε από 140 το 2008 σε 123 το 2017, έκλεισαν δηλαδή σε 10 χρόνια 17 δημόσια νοσοκομεία. Ο συνολικός αριθμός των κλινών για το 2017, έτος για το οποίο υπάρχουν τα αντίστοιχα στοιχεία, ήταν 45.267, από τις οποίες 29.495 ήταν σε δημόσια νοσοκομεία, 14.878 σε ιδιωτικά νοσοκομεία και 894 σε νοσοκομεία ΝΠΙΔ. Σημειώνεται ότι το 2008, με βάση πάντα τα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ, οι κλίνες στα δημόσια νοσοκομεία ήταν 37.027. Μέσα σε 10 χρόνια, δηλαδή, καταργήθηκαν περισσότερες από 7.500 νοσοκομειακές κλίνες.

Σύμφωνα με τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας, ενώ απαιτείται τουλάχιστον το 10% των συνολικών νοσοκομειακών κλινών ενός νοσοκομείου να είναι κλίνες Εντατικής Θεραπείας, με βάση τα παραπάνω στοιχεία, με τις ήδη μεγάλες ελλείψεις σε νοσοκομειακές κλίνες το 2008, θα έπρεπε να υπάρχουν περισσότερες από 3.700 κλίνες ΜΕΘ στα δημόσια νοσοκομεία. Πριν από το ξέσπασμα της πανδημίας, στην Ελλάδα λειτουργούσαν περί τις 565 κλίνες ΜΕΘ.

Αδίστακτη η σημερινή κυβέρνηση, στο δρόμο που χάραξαν οι προηγούμενες κυβερνήσεις, συνεχίζει το έγκλημα απέναντι στην υγεία του λαού για να πάει παραπέρα την πολιτική της εμπορευματοποίησης.

Τι κι αν η πανδημία αποκαλύπτει με τον πιο τραγικό τρόπο το έγκλημα απέναντι στον λαό και την υγεία του, τη τραγική κατάσταση στα οποία έχουν οδηγήσει η πολιτική της εμπορευματοποίησης και η χρόνια υποχρηματοδότηση του δημόσιου συστήματος Υγείας, την οποία ακολουθούν η μία πίσω από την άλλη όλες οι κυβερνήσεις;

Τι κι αν «φωνάζει» από παντού η ανάγκη για άμεσες μαζικές προσλήψεις μόνιμου προσωπικού και ενίσχυση του συστήματος σε όλα τα επίπεδα από την Πρωτοβάθμια Περίθαλψη έως τον εξοπλισμό και τη στελέχωση ΜΕΘ, η ανάγκη να ανοίξουν «χτες» μονάδες και νοσοκομεία που έκλεισαν όλα τα προηγούμενα χρόνια;

Εν μέσω πανδημίας, και παρά τα παχιά λόγια της κυβέρνησης για την ενίσχυση του δημόσιου συστήματος Υγείας, ο κρατικός προϋπολογισμός προβλέπει πως από 4,829 δισ. ευρώ που δόθηκαν φέτος (2020) για το υπουργείο Υγείας, εκ των οποίων τα 523 εκατομμύρια ευρώ για παρεμβάσεις για τον COVID-19, του χρόνου το 2021, οι δαπάνες αναμένονται να είναι 4,257 δισ., εκ των οποίων τα 131 εκατομμύρια για τέτοιες παρεμβάσεις.

Τι προκύπτει από το λογαριασμό; Ότι αν αφαιρέσει κανείς τα προσωρινά και ανεπαρκή μπαλώματα, με τα οποία η κυβέρνηση προσπαθεί να καλύψει όπως -όπως τα χάλια, το 2021 οι δαπάνες για την Υγεία θα είναι ακόμα πιο κάτω και από φέτος κατά 572 εκατομμύρια ευρώ!

Τα στοιχεία με το νέο «τσεκούρι» στην Υγεία, εν μέσω πανδημίας, κυριολεκτικά σοκάρουν. Ορισμένα ενδεικτικά:

  1. Οι μεταβιβάσεις στον ΕΟΠΥΥαπό τον τακτικό προϋπολογισμό προβλέπονται μειωμένες κατά 50,6%! από 608 εκατ. ευρώ το 2020σε 300 εκατ. ευρώ για το 2021.
  2. Οι μεταβιβάσεις από τον τακτικό προϋπολογισμό για την Πρωτοβάθμια Φροντίδα Υγείας (ΠΦΥ)περικόπτονται από τα 249 εκατ. ευρώ φέτος στα 152 εκατ. ευρώ το 2021μείωση κατά 39% μέσα σε ένα έτος!
  3. Για τα νοσοκομείαοι μεταβιβάσεις από τον τακτικό προϋπολογισμό από 1,236 δισ. το 2020, προβλέπεται να φτάσουν στα 1,310 δισ. το 2021, θηριώδης «αύξηση»… 70 όλων κι όλων εκατ. ευρώ, που δεν φτάνει ούτε… για τα τσιρότα!
  4. Η φαρμακευτική δαπάνηπροβλέπεται μειωμένη κατά 130 εκατ. ευρώ(από τα 2,488 δισ. στα 2,358), και οι λοιπές παροχές ασθένειας κατά 96 εκατ. (από τα 2,030 δισ. στα 1,934).
  5. Ο προϋπολογισμός δημοσίων επενδύσεων,που μεταξύ πολλών άλλων προορίζεται για «δαπάνες για εξοπλισμό των νοσοκομείων», προβλέπεται μειωμένος κατά 10 εκατομμύρια, στα 60 εκατομμύρια ευρώ!

Και όλα αυτά φυσικά όχι μόνο όταν είναι παραπάνω από σίγουρο ότι η πανδημία δεν θα «εξαφανιστεί» από τη μια μέρα στην άλλη, αλλά και με δεδομένο ότι επειδή ακριβώς η κυβέρνηση έχει μετατρέψει το σύστημα Υγείας σε «σύστημα μιας νόσου», οι ανάγκες την επόμενη χρονιά θα είναι ακόμα μεγαλύτερες, αφού τα προβλήματα θα συσσωρεύονται.

Όλα αυτά, την ώρα που η κυβέρνηση βρίσκει και με το παραπάνω λεφτά για να χρυσώσει ξανά τους κλινικάρχες, να προχωρήσει το άνοιγμα νέων «χρυσοφόρων» πεδίων για το κεφάλαιο στην Υγεία.

Οπραγματικός εχθρός είναι ορατός.

Τα εκτεταμένα περιοριστικά μέτρα που πάρθηκαν και στην Ελλάδα και στις άλλες χώρες, από το φόβο της κατάρρευσης των συστημάτων Υγείας σε πολύ μικρό διάστημα λόγω των τραγικών ελλείψεων, αποτελούν ομολογία ήττας της πολιτικήςυποχρηματοδότησης, εμπορευματοποίησης και ιδιωτικοποίησης της Υγείας.

Οι δομές προληπτικής ιατρικής σε όλες τις καπιταλιστικές χώρες, δηλαδή πολυιατρεία, πολυκλινικές, ιατρικά εργαστήρια, όπου ο κόσμος θα μπορεί σε τακτά διαστήματα να ελέγχει την υγεία του δωρεάν και απ’ όπου το κράτος θα μπορεί ουσιαστικά να αντλεί συμπεράσματα για την εξέλιξη ασθενειών ή την ύπαρξη ασθενειών στον πληθυσμό και πώς μπορεί να τις αντιμετωπίσει, είναι ουσιαστικά ανύπαρκτες. Όπως ανύπαρκτη είναι και η πρόληψη στους χώρους εργασίας για την αντιμετώπιση των επαγγελματικών ασθενειών.

Σε όλο τον κόσμο η υγεία, γίνεται ολοένα και περισσότερο ατομική υπόθεση – ατομική ευθύνη για τον κάθε εργαζόμενο, έτσι ώστε από τη μια μεριά η κάλυψη των αναγκών του σε υγειονομική περίθαλψη να βαρύνει τον ίδιο, απαλλάσσοντας έτσι το κεφάλαιο από μια τέτοια δαπάνη και από την άλλη ανοίγει νέους τομείς για την επένδυση υπερσυσσωρευμένων κεφαλαίων, δηλαδή νέους τομείς κερδοφορίας.

Μ’ ένα σμπάρο δυο τρυγόνια, λοιπόν: Από τη μια οι λαϊκές ανάγκες σε αυτό το σάπιο σύστημα αντιμετωπίζονται σαν κόστος, το οποίο θα πρέπει να μειωθεί και από την άλλη σαν εμπόρευμα και «ευκαιρία» για επιχειρηματικά κέρδη.

Ενδεικτικό της σαπίλας του καπιταλισμού είναι ότι στις ΗΠΑ, εν μέσω της επιδημίας με τις εκατοντάδες χιλιάδες νεκρούς, έχασαν την δουλειά τους περισσότεροι από 1,5 εκατομμύριο γιατροί και νοσηλευτές, σε μια περίοδο που οι συνάδελφοί τους στα νοσοκομεία έκαναν εξαντλητικές υπερωρίες για να αντιμετωπίσουν την πληθώρα και τη σοβαρότητα των κρουσμάτων. Κι αυτό γιατί, λόγω των περιοριστικών μέτρων, ακυρώθηκαν χιλιάδες προγραμματισμένες εξετάσεις και εγχειρήσεις που αποφέρουν τεράστια κέρδη στα νοσοκομεία.

Οι θάνατοι από την πανδημία Covid-19 μέχρι σήμερα έχουν ξεπεράσει τους 1.370.000 σε όλο τον κόσμο. Όμως δεν θα πρέπει να ξεχνάμε ότι ακριβώς ο καπιταλισμός είναι υπεύθυνος και για το γεγονός ότι σήμερα το 2020, με τόσο παραγόμενο πλούτο, κάθε χρόνο πεθαίνουν περισσότερα από 300.000 παιδιά κάτω των πέντε ετών από ελονοσία και περισσότερα από 800.000 από πνευμονία. Δηλαδή, μόνο από πνευμονία και ελονοσία πεθαίνουν καθημερινά περισσότερα από 3.000 παιδιά κάτω των πέντε ετών, από ασθένειες που είναι θεραπεύσιμες, αν υπάρχει βέβαια στοιχειώδης υγειονομική περίθαλψη.

Και αν τα εκτεταμένα περιοριστικά μέτρα αποτελούν αδιαμφισβήτητη ομολογία ήττας των πολιτικών υποχρηματοδότησης της δημόσιας Υγείας και της εμπορευματοποίησής της, τοσχεδόν 1,5 εκατομμύριο νεκρών από την πανδημία, τα εκατομμύρια των παιδιών που πεθαίνουν κάθε χρόνο από ασθένειες που είναι θεραπεύσιμες, οι συνεχείς οικονομικές κρίσεις που δημιουργούν στρατιές ανέργων, πολέμους, μετανάστευση, φτώχεια, εξαθλίωση, όλα αυτά αποτελούν μια συνεχή ομολογία ήττας του ίδιου του καπιταλισμού, των αδιεξόδων του, αναδεικνύουν για ακόμα μια φορά με τον πιο τραγικό αλλά ξεκάθαρο τρόπο στα μάτια της εργατικής τάξης και όλου του λαού  την βαρβαρότητα του καπιταλισμού.

Τα νούμερα αποκαλύπτουν την αλήθεια για την κατάσταση του δημόσιου συστήματος Υγείας.

 

Το έγκλημα απέναντι στην υγεία του λαού συνεχίζεται και πρέπει να βρει απέναντί του αποφασιστικά τον λαό, που δεν πρέπει να δείξει καμία εμπιστοσύνη στην κυβέρνηση και στα κόμματα της αστικής διαχείρισης. Αποφασιστικά και οργανωμένα να παλέψει για την υγεία και τα δικαιώματά του, απέναντι στην κυβέρνηση και κάθε δεκανίκι του συστήματος. Απέναντι σε κάθε «τεχνοκράτη» και όσους θυσιάζουν την επιστήμη και της δυνατότητές της σήμερα και την τοποθετούν (την επιστήμη) συνειδητά στην υπηρεσία της διαιώνισης μιας αδιέξοδης πολιτικής, που βάζει την οικονομία πάνω από την υγεία και σε τελική ανάλυση μπροστά στα κέρδη δεν υπολογίζει την ανθρώπινη ζωή.

Αποκαλύπτουν ποιος είναι ο πραγματικός εχθρός των εργαζομένων, ποιον πρέπει να σημαδέψουν στον αγώνα τους. Ποιον πρέπει να τσακίσουν για να απελευθερωθούν, να ξεμπερδέψουν μια και καλή με τη σκλαβιά της εκμετάλλευσης, της εργασιακής αβεβαιότητας, της ανεργίας, της φτώχειας, της εξαθλίωσης. Έχει όνομα και λέγεται ΚΑΠΙΤΑΛΙΣΜΟΣ.

Η ανωτερότητα του Σοσιαλισμού

Η Σοβιετική Ένωση, ήταν η πρώτη χώρα που επιχείρησε την κοινωνικοποίηση της ιατρικής, η πρώτη που έθεσε την προστασία της υγείας όλου του λαού ως αποκλειστική υποχρέωση του κράτους. Το σοβιετικό σύστημα Υγείας χαρακτηριζόταν από τα εξής τέσσερα βασικά σημεία:

  1. Οι ιατρικές υπηρεσίες ήταν δωρεάν και προσβάσιμες για όλους.

2. Η πρόληψη ασθενειών ήταν στο κέντρο όλων των δραστηριοτήτων του συστήματος Υγείας.

3. Όλες οι δραστηριότητες σχεδιάζονταν κεντρικά από την Επιτροπή Υγείας της Σοβιετικής Ένωσης, με αποτέλεσμα.

4. Ο σχεδιασμός όλων των παραπάνω, να ήταν δυνατός σε μεγάλη κλίμακα.

Μάλιστα, στις 13 Νοεμβρίου του 1917, πέντε μόλις μέρες μετά την Επανάσταση, η Σοβιετική Κυβέρνηση εξέδωσε το ακόλουθο διάταγμα: “Tο προλεταριάτο έχει βάλει ως στόχο, την πλήρη Κοινωνική Ασφάλιση των εργατών και στις πόλεις και στα χωριά. Η τσαρική κυβέρνηση, οι τσιφλικάδες και οι καπιταλιστές απέτυχαν να εξασφαλίσουν τις ανάγκες των εργατών”.

Η σοβιετική κυβέρνηση ανακοίνωσε στην εργατική τάξη της Ρωσίας και σε όλους τους φτωχούς στις πόλεις και στα χωριά, ότι θα λάβει άμεσα μέτρα για την Κοινωνική Ασφάλιση, με βάση τις ιδέες και το πρόγραμμα για Ασφάλιση για όλους τους εργάτες χωρίς εξαίρεση και για τα φτωχά στρώματα στις πόλεις και στα χωριά, για την πλήρη κάλυψη όλων των μορφών ειδικών αναγκών, όπως ασθένειες, ατυχήματα, φροντίδα των μεγαλύτερων σε ηλικία, μητρότητα, ορφάνια, ανεργία, πλήρης αποζημίωση στους ανέργους.

Ένα άλλο πολύ βασικό χαρακτηριστικό του σοβιετικού συστήματος Υγείας,ήταν η διαφοροποίηση μεταξύ της προληπτικής ιατρικής και της θεραπευτικής ιατρικής. Μάλιστα, ολόκληρο το σύστημα είχε χτιστεί πάνω στην ιδέα της προληπτικής ιατρικής. Αυτό άλλωστε εκφράζεται στο πρόγραμμα του Κομμουνιστικού Κόμματος: “Το Κομμουνιστικό Κόμμα της Σοβιετικής Ένωσης θα βασίσει την πολιτική του συστήματος Υγείας σε μια ευρεία σειρά από υγειονομικά μέτρα, που θα έχουν ως στόχο την πρόληψη της ανάπτυξης ασθενειών”.

Η γενική ιδέα ήταν η παρακολούθηση της υγείας καθενός ξεχωριστά, από τη γέννησή του μέχρι το θάνατό του. Το υγειονομικό προσωπικό τοποθετούνταν ανάλογα με τις ανάγκες οπουδήποτε, κάθε εργάτη που εκτίθεται σε κινδύνους. Η ιατρική επίβλεψη άρχιζε με τις εγκύους και τις νέες μητέρες, συνεχιζόταν στα νεογνά στην προσχολική ηλικία, στη σχολική ηλικία, στους εφήβους και τέλος στους εργαζόμενους, άνδρες και γυναίκες. Αυτό ήταν το αποτέλεσμα μιας νέας κοινωνικής πραγματικότητας και της φιλοσοφικής βάσης του συστήματος.

Δεν υπάρχει καμία αμφιβολία ότι το σοβιετικό σύστημα Κοινωνικής Ασφάλισης είναι απείρως ανώτερο από οποιοδήποτε άλλο ασφαλιστικό σύστημα στις καπιταλιστικές χώρες, γιατί εξασφάλισε πλήρης ιατρική φροντίδα και περίθαλψη σε κάθε εργάτη, σε κάθε άνθρωπο. Και είναι αυτό που αξίζει στους εργάτες, γιατί αυτοί παράγουν τον πλούτο έτσι ώστε ένα τέτοιο σύστημα Κοινωνικής Ασφάλισης να είναι δυνατό να πραγματοποιηθεί.

Γιατί το σοσιαλιστικό κράτος είχε ανακηρύξει, ότι η υγεία του λαού είναι ουσιαστική για την ευημερία ενός έθνους. Για να λειτουργήσει μια κοινωνία επιτυχημένα, χρειάζεται υγιή μέλη. Η υγεία είναι ένα από τα αγαθά της ζωής στα οποία ο καθένας πρέπει να έχει δικαίωμα.

Σχολιάστε...

Γράψτε το σχόλιό σας
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.

Πρόσφατα σχόλια