Το πολύπαθο δημόσιο φυσικό ιχθυοτροφείο της λιμνοθάλασσας Βιβαρίου Δρεπάνου και η διαχείρισή του

Γράφει η Μαρία Βασιλείου, Βιολόγος – Ωκεανογράφος Msc

Οι λιμνοθάλασσες είναι αβαθείς παράκτιες υδατοσυλλογές που επικοινωνούν με τη θάλασσα μέσω ενός, συνήθως, διαύλου.

Το νερό των λιμνοθαλασσών προέρχεται από τα ατμοσφαιρικά κατακρημνίσματα, από ποταμούς ή χειμάρρους και από τη θάλασσα. Πρόκειται για εξαιρετικώς δυναμικά συστήματα που ανήκουν στα παράκτια μεταβατικά οικοσυστήματα, μεταξύ ξηράς και θάλασσας. Οι υδρολογικές συνθήκες και η αλατότητα του νερού μεταβάλλονται ταχύτατα. Οι λιμνοθάλασσες θεωρούνται από τα πιο παραγωγικά οικοσυστήματα σε ιχθυηρά.

Η αλιευτική διαχείριση των δημόσιων ιχθυοτρόφων υδάτων βασίζεται στις παραδοσιακές μεθόδους λειτουργίας αυτών των παραγωγικών οικοσυστημάτων (εκτατικής, ημιεκτατικής μορφής). Η αξιοποίησή τους περιλαμβάνει βελτιωτικά έργα για τη συντήρηση τους, την ορθολογική διαχείριση, τη βελτίωση των συνθηκών αλιείας και διαβίωσης των απασχολουμένων σε αυτά.

Η λιμνοθάλασσα Βιβάρι (από τη λατινική λέξη vivarium= ιχθυοτροφείο), έχει έκταση 0,54 km2 και η επικοινωνία της με τη θάλασσα είναι άμεση και συνεχής. Είναι προστατευόμενη περιοχή σύμφωνα με τις απαιτήσεις του άρθρου 6 και του Παραρτήματος ΙV της Οδηγίας Πλαίσιο για τα νερά 2000/60/ΕΚ.

Θεωρείται κλειστού τύπου λιμνοθάλασσα με ενιαία υδάτινη επιφάνεια, ενώ το βάθος της δεν ξεπερνά το 1,5 μ. Στο Δ-ΒΔ τμήμα της υπάρχει ένα μικρής έκτασης έλος, με μικρή ανάβλυση γλυκών νερών. Επικοινωνεί με τη θάλασσα μέσω ενός διαύλου επικοινωνίας μήκους 23 μ., πλάτους 23 μ., βάθους 1,5 μ., όπου υπάρχουν ιχθυοσυλληπτικές εγκαταστάσεις από οπλισμένο σκυρόδερμα. Μεταξύ της λιμνοθάλασσας και του Αργολικού κόλπου υπάρχει ο όρμος του Βιβαρίου, με μέγιστο βάθος περίπου 44 μ. Ο όρμος είναι μεγάλο φυσικό λιμάνι, προστατευμένο από τους ανέμους  με μια  παραλία μήκους 70 μ., μέσο πλάτος 5 μ. και προσανατολισμό νοτιοανατολικό. (ΚΩΔΙΚΟΣ ΤΑΥΤΟΤΗΤΑΣ: GRBW039236080).

Η λιμνοθάλασσα έχει  καθορισμένη χρήση ως φυσικό ιχθυοτροφείο.

Σε εποχικές δειγματοληψίες στη λιμνοθάλασσα την περίοδο (1990-1991) αναγνωρίστηκαν 51 είδη που ανήκουν στη μακροπανίδα. Από αυτά τα 5 ήταν Μαλάκια, 28 Πολύχαιτοι, 11 Καρκινοειδή και 7 ανήκαν σε άλλες ομάδες. Τα επικρατέστερα είδη, ήταν τα μαλάκια Abra segmentum, (χαρακτηριστικό είδος βιοκοινωνίας ευρύαλων και ευρύθερμων λιμνοθαλασσών), οι πολύχαιτοι Chaetozone sp., Exogone verrugera, Hediste diversicolor, Heteromastus filiformis (χαρακτηριστικό είδος βιοκοινωνίας επιφανειακής αμμολάσπης σε προστατευόμενες περιοχές), και το αμφίποδο Microdeutopus gryllotalpa (Nicolaidou et al., 2005). Tα παραπάνω είδη είναι χαρακτηριστικά ευρύαλων και ευρύθερμων βιοκοινωνιών των λιμνοθαλασσών.

Σε μελέτη του ΕΛΚΕΘΕ σημειώνεται ότι  η λιμνοθάλασσα του Βιβαρίου παρουσιάζει, από βιολογικής άποψης, μικρές τιμές ποικιλότητας ενώ η βενθική πανίδα εκπροσωπείται από πολύ λίγα είδη (Reizopoulou et al., 1996). Οι μικρές τιμές αφθονίας των βενθικών οργανισμών μπορoύν να αποδοθούν στη σχεδόν παντελή έλλειψη φυτικής κάλυψης του πυθμένα (Reizopoulou & Nicolaidou, 2007a).

Στην απουσία φυτικής, άρα και στην αναμενόμενη μειωμένη αφθονία ψαριών, οι Reizopoulou & Nicolaidou (2007b) αποδίδουν τη μεγάλη αφθονία των νεαρών ατόμων του δίθυρου Abra segmentum στη λιμνοθάλασσα και τη μετέπειτα αυξημένη θνησιμότητα αυτών την αποδίδουν στο σχετικά υψηλό οργανικό άνθρακα που μετρήθηκε στην περιοχή.

Αξίζει να αναφερθεί ότι τα τελευταία χρόνια παρατηρήθηκε η αυξημένη παρουσία του γαστερόποδου Strombus persicus στη λιμνοθάλασσα, ενός λεσσεψιανού μετανάστη από τον Περσικό κόλπο, γεγονός που σημαίνει ότι το είδος έχει εγκλιματιστεί πλήρως στις συνθήκες της περιοχής.

Οι σημαντικές άμεσες ή έμμεσες επεμβάσεις όπως η απόθεση στερεών και υγρών αποβλήτων, απόρριψη σκουπιδιών και μπάζων αλλά και η εγκατάλειψη κάθε μορφής ορθολογικής διαχείρισης έχει προκαλέσει  σημαντική υποβάθμιση και αλλοίωση της λειτουργικότητας του οικοσυστήματος.

Από ορνιθολογικής άποψης η λιμνοθάλασσα παρουσιάζει μεγάλο οικολογικό ενδιαφέρον, διότι είναι μια από τις νοτιότερες λιμνοθάλασσες στον ανατολικό διάδρομο μετανάστευσης πολλών πουλιών. Ο εν λόγω υδροβιότοπος αποτελεί ένα σημαντικό ενδιαίτημα για πολλά είδη πουλιών, μεταναστευτικών και μη. Χαρακτηριστικά αναφέρονται ορισμένα είδη που έχουν παρατηρηθεί κατά καιρούς: ερωδιοί, κορμοράνοι, αλκυόνες, πάπιες ακόμη και κύκνοι σε περιόδους έντονων παγετών.

Στις προτάσεις της μελέτης για την ορθολογική και βιώσιμη διαχείριση και εκμετάλλευση του φυσικού ιχθυοτροφείου σημειώνεται:

– Η ήπια ανάπτυξη του οικοτουρισμού που θα μπορούσε να αναπτύξει περαιτέρω την περιοχή και να προστατεύσει ακόμα περισσότερο το ιδιαίτερο αυτό οικοσύστημα.

– Επίσης ένα εκτατικό ή ημιεντατικό σύστημα καλλιέργειας τοπικών ιχθυοπληθυσμών, είτε διθύρων, είτε καρκινοειδών ή ακόμα και πολυκαλλιέργεια, θα μπορούσε να αποτελέσει μια βιώσιμη αξιοποίηση της λιμνοθάλασσας, αφού πρώτα γίνουν εποχικές μελέτες τόσο των αβιοτικών (π.χ. θερμοκρασία, αλατότητα, ρεύματα, θρεπτικά άλατα, παλίρροια, ρύπανση), όσο και των βιοτικών παραμέτρων (π.χ. πλαγκτόν, βένθος, ιχθυοπανίδα).

Με το Ν. 4492/2017 (ΦΕΚ Α’ 156/18.10.2017- Διακίνηση και εμπορία νωπών και ευαλλοίωτων αγροτικών προϊόντων και άλλες διατάξεις), δίνεται πλέον η δυνατότητα στους μισθωτές δημόσιων ιχθυοτροφείων, όπως είναι η λιμνοθάλασσα Βιβαρίου Δρεπάνου, να παρέχουν υπηρεσίες «αλιευτικού τουρισμού» (κατά τα οριζόμενα στο ν. 4070/2012 (Α΄82), όπως αυτός τροποποιήθηκε με το άρθρο 40 του ν. 4179/2013 (Α΄175) και ισχύει), καθώς και δράσεις οικοτεχνίας σύμφωνα με το ν. 4235/2014 (Α΄32).

Επίσης ο νέος νόμος δίνει σαφή προτεραιότητα σε αλιευτικούς συνεταιρισμούς που λειτουργούν και τηρούν τις προϋποθέσεις του ν. 4384/2016 να μισθώσουν τα δημόσια ιχθυοτροφεία στηρίζοντας μ’ αυτόν τον τρόπο την τοπική απασχόληση και οικονομία, αλλά και την διατήρηση του ιδιαίτερου οικοσυστήματος της περιοχής.

Μαρία Βασιλείου

Βιολόγος – Ωκεανογράφος Msc

 

 

Πρόσφατα σχόλια