της Κωνσταντίνας Στείρη, μαθήτριας Γυμνασίου
Σε έναν κανονικό κόσμο τα παιδιάθα έπρεπενα παίζουν, να πηγαίνουν καθημερινά σχολείο και σε άλλες δραστηριότητες, να βγαίνουν βόλτες και να είναι ευτυχισμένα. Αλλά όσοιγεννηθήκαμε μετά το 2004δεν έχουμε σχεδόν τίποτα ευχάριστο να θυμόμαστε.
Το 2005 σημειώθηκε το τσουνάμι στην Ινδονησία και πέθαναν περίπου 1.000.000 άνθρωποι. Το 2007 κάηκε σχεδόν όλη η Πελοπόννησος. Το 2008 ήρθε η παγκόσμια οικονομική κρίση, το 2010 χρεοκόπησε η Ελλάδα και μετά είχαμε μειώσεις μισθών, ανεργία, φτώχεια, διαδηλώσεις, δημοψήφισμα, το προσφυγικό και τις πυρκαγιές στην Αττική. Από όλα αυτά τα φρικτά που συνέβησαν δημιουργήθηκε σε όλα τα παιδιά μεγάλη αγωνία και πολύ άγχος.
Φέτος, παρότι ελπίζαμε σε μια καλύτερη ζωή, ξέσπασε η επιδημία του κοροναϊού. Στην αρχή πιστέψαμε ότι είναι μια ευκαιρία χαλάρωσης. Δεν πηγαίνουμε σχολείο, δεν έχουμε υποχρεώσεις, βλέπουμε ταινίες και παίζουμε στο ίντερνετ όλη μέρα.
Αλλά πέρα από την αρχική χαρά, έχουμε τρομάξει και απογοητευτεί. Το να μιλάνε σε όλα τα κανάλια για την αρρώστια είναι απαίσιο. Το να ξέρεις ότι κάθε μέρα πεθαίνουν χιλιάδες άνθρωποι είναι τραγικό.
Τα παιδιά τηρούν τα μέτρα ασφαλείας και δεν βγαίνουν έξω. Οι φίλοι μου και οι συμμαθητές μου δεν πάνε βόλτες και δεν φέρονται ανεύθυνα. Μένουμε σπίτι, ενώ οι μεγάλοι δεν είναι υπάκουοι. Από το μπαλκόνι μου τους βλέπω να κυκλοφορούν άσκοπα στο δρόμο με καφέδες στο χέρι. Νομίζω ότι τελικά εμείς τα παιδιά είμαστε πιο υπεύθυνα.
Όταν περάσει και ο κοροναϊός όλοι λένε ότι θα αρχίσει νέα οικονομική κρίση και θα επαναληφθούν όλα τα προηγούμενα: μειώσεις μισθών, ανεργία, φτώχεια, διαδηλώσεις και μετανάστευση. Εμείς όμως δεν θέλουμε να ζήσουμε τα ίδια και να χάσουμε εντελώς τα παιδικά μας χρόνια. Οι μεγάλοι και οι πολιτικοί πρέπει να προσέξουν τις ζωές μας. Θέλουμε πίσω όσα παιχνίδια χάσαμε, τα χαμόγελά μας, τις εκδρομές μας, τις βόλτες μας και το σχολείο μας. Με μια λέξη, τα παιδικά μας χρόνια.