Πέμπτη, 28 Μαΐου, 2020

Μύρωμα Αργολικής Πασχαλιάς (του Γιώργου Κόνδη)

του Γιώργου Κόνδη

Η Πασχαλιά είναι βίωμα που ακολουθεί τις προσωπικές και τις συλλογικές αναζητήσεις μέσα στο χρόνο, χρωματίζεται από τα συναισθήματα μικρών και μεγάλων. Είναι στιγμή και χρόνος χωρίς αρχή και τέλος, κατάσταση που δεν εξηγείται αλλά βιώνεται. Ίσως η παιδική και νεανική του διάσταση, η πιο καθαρή και ελπιδοφόρα, να αποτελεί την κύρια ένδειξη της βιωματικής δύναμης.

«Γεννηθήκαμε», γράφει στον «Απρίλη» του ο Άγγελος Τερζάκης, «αρχίσαμε να μεγαλώνουμε κι εμείς, στο απλοϊκό τούτο όνειρο της ιστορίας. Η παράδοση περνούσε επίμονη κι’ άγρυπνη από τα στόματα των γενεών..» Ο Α. Τερζάκης μας δίνει έτσι μια όμορφη περιγραφή της πασχαλινής πιτσιρικαρίας στο Ναύπλιο, στην ενορία του:

«Πηγαίναμε κάμποσοι πιτσιρίκοι, φιλοδοξώντας να «βοηθήσουμε». Βγάζαμε το κερί, οι τυχερώτεροι χτυπούσανε τις καμπάνες. Ο παπάς, που δε μας πολυγουστάριζε, σαν πολυπυκνώναμε μας χούγιαζε, εμείς όμως ξανατρυπώναμε την ώρα που κείνος έβγαινε να πει το Ευαγγέλιο στην Ωραία Πύλη. Λοιπόν εκείνο το βράδι – πρέπει να είταν Μεγάλη Πέμπτη – είχαμε μαζευτεί αρκετοί. Η εκκλησία είχε πολύν κόσμο, τα κεριά φούντωναν στον αέρα, βαρειά ανακλαδιζόταν το λιβάνι γύρω στους πολυελαίους, και το καμμένο κερί πίκραινε την ανασεμιά. Ο παπάς βγήκε να πει το Ευαγγέλιο, μαζί δυο από μας με τα κεριά…».

Άγιος Νικόλαος Ναυπλίου

Με την ίδια βιωματική δύναμη στις γραμμές του κειμένουτης για τη Μεγάλη Εβδομάδα,  η Αναπλιώτισσα Δήμητρα  Λαμπροπούλου στο «Μια ζωή ένα όνειρο» μεταφέρει τις όμορφες αιώνιες στιγμές της Πασχαλιάς: «Όλη η γοητεία του ελληνικού Πάσχα συγκεντρώνεται στις ολονυχτίες της Μεγάλης Εβδομάδας που καταλήγει στην Αναστάσιμη λειτουργία της μαγικής νύχτας του Μεγάλου Σαββάτου. (…) Όλη η πόλη τηρούσε το τελετουργικό της Μεγάλης Εβδομάδας με μεγάλη ευλάβεια και ακρίβεια. Με άγγιζε ιδιαίτερα η χαρμολύπη των ημερών, και ο Αϊ-Νικόλας μας είχε την τιμητική του. (…) Το ξενύχτι της Μεγάλης Πέμπτης, όταν οι μεγάλοι στόλιζαν τον Επιτάφιο, για τα παιδιά ήταν πανηγύρι σωστό. Αυτή τη νύχτα γυρίζαμε στους κήπους να μαζέψουμε βιολέτες για το στολισμό του Επιταφίου. Ο Αϊ-Νικόλας έπρεπε να είναι ο καλύτερος. Μεγάλος ο συναγωνισμός. Τα παιδιά του Αϊ-Νικόλα έπρεπε να βρούνε καλύτερες βιολέτες από τα παιδιά του Αϊ-Γιώργη. Η εκκλησία της Παναγίας ήταν εκτός συναγωνισμού. Πάντα ήταν κάτι ιδιαίτερο: τη στόλιζαν οι μαθήτριες του γυμνασίου μαζί με τις μεγάλες κυρίες. Έτσι, η νύχτα της Μεγάλης Πέμπτης έπαιρνε φωτιά…

Ι.Μ. Αγίας Μαρίνας Άργους – Άρατε Πύλας

Ανάμεσα στις ανα-βιώσεις της Πασχαλιάς το «Άρατε Πύλας» αποτελεί ίσως την πιο παλιά εικόνα με εξαιρετικούς σε δύναμη συμβολισμούς, που επανέρχεται στις εκκλησιαστικές πρακτικές της Μ. Παρασκευής και στην Αργολίδα. Άρατε Πύλας, φωνάζει τρεις φορές ο ιερέας, χτυπώντας με δύναμη την κλειστή πόρτα του ναού.Τη φωνή αυτή και την παλαιά και ξεχασμένη σήμερα αναπαράσταση στην εκκλησιαστική ζωή, μας θυμίζει με τον πλούτο της γλώσσας του ο Αλεξ. Μωραϊτίδης:

«Είναι συνήθεια αρχαιοτάτη εις την νήσον, αφού ο Επιτάφιος εν λιτανεία περιέλθη εν ωραίωπανοράματι την ενορίαν όλην, κατά την επιστροφήν να κλείωνται αι πύλαι του ναού και να μη επιτρέπηται η εις αυτόν είσοδος του Επιταφίου. Παρίσταται κατά τρόπον παράδοξον η σκηνή της εις Άδου καταβάσεως του Σωτήρος, ως φέρεται τούτο εν τη εκκλησιαστική παραδόσει. Τότε ο πρώτος των εφημερίων, προσεγγίζων εις τα πύλας κελεύει επιτακτικώς κρούων αυτάς και κράζων: «- Άρατε πύλας, οι άρχοντες υμών, και επάρθητε πύλαι αιώνιοι, και εισελεύσεται ο βασιλεύς της δόξης!». Ο δε έσωθεν των κεκλεισμένων πυλών παρά τα κλείθρα υποκρινόμενος τον Άδην ερωτά αυθαδώς: «- Τις έστιν ούτος ο βασιλεύς της δόξης;» Η επιτακτική κέλευσις ως και η αυθάδης ερώτησις επαναλαμβάνονται εκ τρίτου. Και τότε την τρίτην φοράν ο ιερεύς ωθών ισχυρώς διά του ποδός και των χειρών τας πύλας, αναφωνεί εν κυριαρχική δυνάμει: — Κύριος των Δυνάμεων, αυτός εστιν ο βασιλεύς της Δόξης! Και ανοίγει βασιλικώς και αυταρχικώς τας πύλας, και ούτως εισέρχεται εις τον ναόν ο Επιτάφιος.

Δεκαετία ’60 – Σταθέικα Άργους (φωτ. Οικογένειας Δ. Σιώτου)

Τα φωτισμένα πρόσωπα από το κερί της Ανάστασης, μπορεί στις ιδιαίτερες φετινές συνθήκες να μην βρεθούν όπως κάθε χρόνο γύρω από το πασχαλινό τραπέζι. Δεν θα βρεθούν επίσης με συγγενείς και φίλους για τον οβελία, ούτε θα πιούν και θα τραγουδήσουν την ημέρα της μεγάλης χαράς με τους συντοπίτες τους. Όμως, σ’αυτήν ακριβώς τη στέρηση, ξαναβρίσκει κανείς τη δύναμη του βιώματος. Μια μυστική, απίστευτη δύναμη που επιτρέπει στους ανθρώπους να εξακολουθούν από μακρυά, με το φαντασιακό και την συναίσθησή τους να βιώνουν την ίδια ακριβώς χαρά της πασχαλινής συνάντησης. Δύο εικόνες θα ενισχύσουν τις γραμμές αυτές. Ο Γιώργος Καραμάνος (Πάσχα Κυρίου Πάσχα!) με τις λαϊκές λογοτεχνικές ζωγραφιές του φρόντισε να αποτυπώσει αυτή την ανοιξιάτικη πασχαλινή αναγέννηση:

«Προτού ξυπνήσουνε οι μουσαφιραίοιτόχε έτοιμο τ’αρνί. Νοικοκύρης του λόγου του τούπεφτε η φροντίδα απάνου και το ανέλαβε πρωί. Το πέρασε μαστορικά στη σούβλα και κείνο ένα λαμιάρικο κορμί δεκαοχτώ κιλά ισιώθηκε ενάμισο μέτρο. Σφαγμένο την προηγούμενη είχαν στραγγίξει τα νερά κι’ όπωςστεριώθηκε, πάνου από τη φωτιά, άρχισε να σκορπάει κιόλας τις μυρουδιές του.

– Μωρέ θα γίνει τούτο λουκούμι! Είπε από μόνος του ο μπαρμπα-Νώτης και γύριζε με υπολογισμό το χερούλι. Μερακλής σε τούτη τη δουλειά δεν έβαζε βιάση. «Το πράμα που δεν αρπάζει περονιάζεται μέχρι το κόκκαλο και γίνεται κουκούλι!» Ήταν η συνταγή του και την πετύχαινε κάθε χρόνο. (…)

Πεταγμένος στο μεταξύ κι ο ήλιος. Γιορτινός κι αυτός σήμερα είχε αποδιώξει τα σύννεφα και πορευότανε σκέτος αφέντης. Καλόδεχτος τούτο τον καιρό χαϊδολόγαγε τα σπαρτά και κείνα φτιάχνανε γιρλάντες με τις δροσοσταλίδες. Στους τοίχους και τα χερσώματα πανηγυρίζανε και οι γουστιέρες. Αλλοπαρμένες απ’ το ξεμούδιασμα τρεχαλούσανε με κοφτά γυρίσματα και η σακούλα στο λαιμό τους έπαιζε, μέσα-όξω, από το λαχάνιασμα της φούριας. Όταν ξεχνούσαν να συνεχίσουν χάζευαν με τα ζούδια. Κοίταζαν τις πιτσιλωτές λαμπρίτσες, τα σταχτιά γουρουνάκια, και κείνα τα μαυριδερά καλογεράκια που σκαρφαλώνουνε στους κλώνους ή χώνονται στον ανθό της παπαρούνας και κονακεύουνε μέσα στα φύλλα της».

Αξεπέραστη όμως θα μείνει η εικόνα που μας δίνει ο κοσμοκαλόγερος Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης στην «Εξοχική Λαμπρή» και ως ευχή θα τελειώσω το σημείωμα ετούτο με αυτήν:

Ο παπα-Κυριακός προήδρευε του συμποσίου, έχων απέναντί του την παπαδιά, βραχύσωμον, στρογγυλοπρόσωπον, μελαγχροινήν, αγαθωτάτην….. Δεξιόθεν του ιερέως εκάθητο ο μπαρμπα-Μηλιός, προεστώς άμα και πρόθυμος θεράπων της κοινότητος, ηξεύρων να ψήνη ως ουδείς άλλος το αρνί, λιανίζων μεθοδικώτατα δι’ όλους και προπίνων. Εις τα προπόσεις μάλιστα δεν είχεν εφάμιλλον. Μετά την σύντομον και τυπικήν του ιερέως πρόποσιν, εγερθείς ο μπαρμπα-Μηλιός, κρατών την τσότραν την επταόκαδον, ήρχισε να χαιρετίζη τους πάντας και ένα έκαστον ως εξής:

– Χριστός Ανέστη! Αληθινός ο Κύριος! Ζη και βασιλεύει εις πάντας τους αιώνας……

Είταήρχισαν τα άσματα. Εν πρώτοις το Χριστός ανέστη, ύστερον τα θύραθεν. Ο μπαρμπα-Μηλιός θελήσας να ψάλη και αυτός το Χριστός ανέστη, το εγύριζε πότε εις τον αμανέ και πότε εις το κλέφτικο. Αλλ’ ο ιδιορρυθμότερος πάντων των ψαλτών ήτο ο μπαρμπα-Κίτσος…….αφού ησπάσθη τρις ή τετράκις την τσότραν, ήρχισε να ψάλλη το Χριστός ανέστη κατ’ ιδιάζοντα αυτώ τρόπον, ως εξής:

Κ’στο – μπρέ – Κ’στός ανέστη
εκ νεκρών θανάτων,
θάνατον μπατήσας,
κ’ έντοις-έντοιςμνήμασι,
ζωήν παμμακάριστε!

Και όμως, μεθ’ όλην την ιδιορρυθμίαν ταύτην, ουδείς ποτεέψαλεν ιερόν άσμα μετά πλείονος χριστιανικού αισθήματος και ενθουσιασμού, εξαιρουμένου ίσως του γνωστού εν Αθήναις γηραιού και σεβασμίου Κρητός, του ψάλλοντος το Άλαλα τα χείλη των ασεβών με την εξής προσθήκην: «Άλαλα τα χείλη των ασεβών των μη προσκυνούντων, οι κερατάδες! την εικόνα σου την σεπτήν…».

Αληθείς ορθόδοξοι Έλληνες!

ΧΡΟΝΙΑ ΠΟΛΛΑ

Πρόσφατα σχόλια