Πέμπτη, 2 Απριλίου, 2020

To δέντρο στη Φύση, την Τέχνη, την Ελληνική Παράδοση και Μυθολογία (της Μαρίας Βασιλείου)

Επιμέλεια κειμένου: Μαρία Βασιλείου, Βιολόγος – Ωκεανογράφος

 

Το δέντρο ανέκαθεν εθεωρείτο πηγή ζωής, έμπνευσης και δημιουργίας. Αποτελεί το συνδετικό κρίκο ανάμεσα σε τρεις κόσμους, τον κόσμο κάτω από τη γη, αυτόν που βρίσκεται στην επιφάνεια και αυτόν που βρίσκεται στον ουρανό.

Οι ρίζες του,τα ακλόνητα θεμέλια που το κρατούν ζωντανό και όρθιο στη μάχη της επιβίωσης είναι οι εμπειρίες του παρελθόντος. Μέρα με τη μέρα, χρόνο με το χρόνο οι ρίζες προχωράνε σε μεγαλύτερο βάθος, για να μπορέσουν να θρέψουν τους καρπούς της ζωής στο παρόν, μεγαλώνοντας το ανάστημά του. Οι χυμοί επίσης που ρέουν στον κορμό και στα κλαδιά είναι απαραίτητοι,για να δημιουργηθούν και να αναπτυχθούν στο μέλλον οι νέοι του βλαστοί. Τα φύλλα του,πηγή της φωτοσύνθεσης, διαμέσου του αέρα, παράγουν θροΐσματα παράξενα, ήχους ιδιόμορφους, σαν να θέλουν να μας μιλήσουν.

Το δέντρο λοιπόν μετέχει στον αέναο κύκλο δημιουργίας, που ξεκινά μέσα από τα σπλάχνα της γης μέχρι τη στιγμή που πάνω στα κλωνάρια θα ενσαρκωθεί ο καρπός της ζωής, σε αυτήν τη διαρκή ροή της εναλλαγής μεταξύ της αναγέννησης και της φθοράς.
Ο άνθρωπος ανά τους αιώνες επηρεασμένος και άμεσα εξαρτώμενος από τον περιοδικό κύκλο της βλάστησης, τίμησε το δέντρο με ποικίλους τρόπους μέσα από τα έθιμα και τις παραδόσεις του.

Σε μια παράδοση χιλιάδων χρόνων συναντάμε την άρρηκτη σχέση του ανθρώπου με τα ιερά δέντρα των ναών, των μοναστηριών, των καθαγιασμένων τόπων. Η σχέση του δέντρου με το θείο και με το ιερό φανερώνεται με λατρευτικές πρακτικές όπως είναι η ανάρτηση ταμάτων και αφιερωμάτων στα κλαδιά, η αποκοπή κλαδιών και φυλλωμάτων για τη δημιουργία ιαματικών παρασκευασμάτων καθώς και περιάπτων, οι εγκοιμήσεις και οι προσευχές κάτω από το ιερό δέντρο για ιάσεις και θεραπείες από διάφορα νοσήματα, τα θυμιάματα κάτω από τα φυλλώματα κ.λπ.

Σύμφωνα επίσης με λαϊκές δοξασίες υπάρχει το έθιμο να φυτεύουν ένα δέντρο κατά τη γέννηση ενός παιδιού, φανερώνοντας άμεσα το συσχετισμό της ανθρώπινης ζωής και μακροζωίας με τη δύναμη και την αντοχή των δέντρων, κάτι που φαίνεται άλλωστε και σε ένα ρητό που αποδίδεται στον Τζέγκις Χαν «Όποιος φυτεύει πολλά δέντρα, θα ζήσει πολλά χρόνια».

Πολύ γνωστά κι ενδιαφέροντα στοιχεία για ιδιαίτερα δέντρα αναφέρονται στη δάφνη των Δελφών και τη δρυ, την ιερή βελανιδιά του Δία, στη Δωδώνη όπου δίνονταν οι χρησμοί με το θρόισμα των φύλλων της. Άλλωστε το ιερό δέντρο, ως δέντρο της ζωής, είναι επίσης και μαντικό, άρα και δέντρο της γνώσης.

Η βελανιδιά ή βαλανιδιά (επιστ. Δρυς, Quercus) είναι γένος φυτών της οικογένειας τωνΦηγοειδών. Το ξύλο της είναι βαρύ, σκληρό και δεν σαπίζει εύκολα.Χρησιμοποιείται από αρχαίους χρόνους στην οικοδομική την ναυπηγική και την επιπλοποιία. Ο δε καρπός της βελανιδιάς -το βελανίδι- είναι χρήσιμο για ζωοτροφές και στη βυρσοδεψία.

Λόγω της μεγάλης ζωής των αιωνόβιων αυτών δένδρων (μια υγιής βελανιδιά φτάνει μέχρι και τα 1000 χρόνια!), αλλά και λόγω της χρησιμότητας οι λαοί τίμησαν και δόξασαν το δένδρο αυτό στους μύθους και τις θρησκείες τους αφιερώνοντας την δρυ στον κύριο θεό τους.

Στην ελληνική μυθολογία οι δρύες αναφέρονται πολύ συχνά. Η βελανιδιά ήταν το ιερό δένδρο των αρχαίων Ελλήνων. Το ιερό δένδρο της Γαίας και αργότερα του παντοδύναμου Δία. Η δρυς ήταν δένδρο αφιερωμένο στο θεό του κεραυνού γιατί από παλιά είναι γνωστή η αντοχή του δέντρου στον κεραυνό και ακόμα ίσως η έλξη του.

Η δρυς ήταν το ιερό προφητικό δένδρο του Μαντείου της Δωδώνης, του Δωδωνιαίου Δία, του αρχαιότερου μαντείου στον κόσμο.

Δεν είναι τυχαίο ότι ετυμολογικά η λατινική και επιστημονική ονομασία της δρυός, που είναι quercus, σημαίνει ότι από αυτό το δέντρο οι θεοί μπορούν να απαντούν ερωτήσεις (quaere στα λατινικά, queries στα αγγλικά) για το μέλλον. Για αυτές τις ιδιότητές της οι αρχαίοι Έλληνες την είχαν αφιερώσει στο Δία. Η δρυς της Δωδώνης, όπου ήταν το ιερό του Δωδωναίου ή Φηγυναίου Διός (φηγός = δρυς = ναός) είχε χρησμοδοτικές ιδιότητες.

Από τα ομηρικά έπη πληροφορούμεθα ότι το μαντείο ήταν αφιερωμένο στο Δία, τον άνακτα (βασιλιά) της Δωδώνης, θεού των Πελασγών, του οποίου οι ιερείς ονομάζονταν Σελλοί ή Ελλοί, με πιθανούς δεσμούς στον Έλληνα. Σύμφωνα με τα έπη, οι ιερείς του Δία ήταν ανυπόδητοι και κοιμόνταν στο έδαφος κάτω από τη θεϊκή βελανιδιά, ώστε να μπορούμε να εικάσουμε τον υπαίθριο χαρακτήρα του μαντείου και την άμεση σύνδεσή του με τις δυνάμεις της γης και τη γονιμότητα. Ο ναός και τα γύρω κτίρια κατασκευάστηκαν σταδιακά τους επόμενους αιώνες (από τον 4ο αιώνα π.Χ. και μετά).

Σύμφωνα με τον Ηρόδοτο,ως ιέρειες του μαντείου αναφέρονται και οι γκριζομάλλες Πελειάδες, με νύξεις στην πέλεια, ένα από τα μαύρα περιστέρια που ξεκινώντας από τη Θήβα της Αιγύπτου, έφτασε στη Δωδώνη και αφού κάθισε στην ιερή βελανιδιά με ανθρώπινη φωνή υπέδειξε την περιοχή ως ιερή. Από αυτήν και από άλλες πηγές μαθαίνουμε ακόμη ότι στη Δωδώνη χρησμοί δίνονταν από την ερμηνεία του θροΐσματος των φύλλων της βελανιδιάς, ή το κουκούρισμα των ιερών πελειών, την πτήση των πουλιών που φώλιαζαν στις βελανιδιές, ή το κελάρυσμα των νερών της ιερής πηγής κοντά στο βωμό ή τον ήχο μεταλλικών αντικειμένων που βρίσκονταν γύρω από το βωμό ή που πιθανώς κρέμονταν από τα ιερά δέντρα.

Σχετικά με την ίδρυση του μαντείου της Δωδώνης ο Hρόδοτος (Iστορ. B, 54-57) αναφέρει ότι δύο ιέρειες των Θηβών της Αιγύπτου πουλήθηκαν δούλες, η μια στους Λιβύους και η άλλη στους Θεσπρωτούς.

H πρώτη ίδρυσε το μαντείο του Άμμωνος Διός στην όαση Σίουα, η δεύτερη έκτισε, κάτω από μια βελανιδιά που φύτρωσε μόνη της, ένα ιερό του Διός στη Δωδώνη.
Αργότερα, αφού έμαθε καλά ελληνικά, έκτισε εκεί και το μαντείο. Kαι να πώς ερμηνεύει την τοπική παράδοση για τη μαύρη περιστερά που λαλούσε ανθρώπινα: η περιστερά δεν είναι άλλη από την Αιγυπτία, που αρχικά μιλούσε «βαρβαρικά», κάτι ακατάληπτο που έμοιαζε με γλώσσα πουλιών, και αργότερα μίλησε «ανθρώπινα», δηλαδή ελληνικά.
Οι χρησμοί δίνονταν με την ερμηνεία του θροΐσματος των φύλλων της βελανιδιάς, του κελαρύσματος του νερού στης ιεράς Ναϊου Πηγής, των κρωγμών των ιερών περιστεριών που φώλιαζαν στην Φηγό (βελανιδιά). Γύρω από την Δωδωνιαία δρυ λέγεται ότι οι οι ιερείς του εκτελούσαν το τελετουργικό τους γυμνόποδες, φορώντας μάλλινα, λευκά παντελόνια, σαν σκελέες και γίδινο γιλέκο.

Σύμφωνα με το μύθο, από την Ιερά Φηγό του Μαντείου της Δωδώνης , πήρε η θεά Αθηνά το κομμάτι ξύλου που έβαλε στην πλώρη της Αργούς κατά την Αργοναυτική εκστρατεία. Από το ξύλο της οι Αργοναύτες κατασκεύασαν ως φυλακτό την πλώρη, την πρύμνη και το πηδάλιο της Αργούς.

Από μόσχευμα της δρυός της Δωδώνης είχε φυτευθεί η δρυς της Αίγινας, από τα μυρμήγκια της κουφάλας της οποίας προήλθαν οι Μυρμιδόνες.

Οι Ολυμπιονίκες, εκτός από τον κότινο, ελάμβαναν και ανθοδέσμες που περιείχαν κλάδους δρυός. Στέφανος από κλάδους δρυός δινόταν σε ανθρώπους που διακρίνονταν για την αρετή τους.

Τέλος Δρυάδες ή Αμαδρυάδες ονομάζονταν οι Νύμφες των δασών, οι οποίες γεννιούνταν ταυτοχρόνως (άμα) με τη γέννηση και πέθαιναν με το φυσικό ή βίαιο θάνατο των δένδρων που τις φιλοξενούσαν. Οι Δρυάδες και οι Αμαδρυάδες ήταν νύμφες του δάσους . Αυτά τα θηλυκά πνεύματα της φύσης πιστεύονταν ότι κατοικούσαν σε δένδρα και δάση και ιδιαίτερα σε βελανιδιές. Πολλές ιστορίες και μύθοι για τα πλάσματα αυτά συναντάμε στην ελληνική λαογραφία.

Η αξία του ξύλου της δρυός φαίνται και από το γεγονός ότι χρησιμοποιήθηκε στην κατασκευή των πυλών της Κωνσταντινουπόλεως. Από το λατινικό όνομα της δρυός Quercus μας είναι γνωστές δύο πύλες της Βασιλεύουσας, η Ξυλόκερκος ή Πύλη του Βελιγραδίου και η μοιραία για την Πόλη και τον Ελληνισμό Κερκόπορτα.

Το βελανίδι, του οποίου η υφή και η γεύση μοιάζουν με του κάστανου, αποτέλεσε τροφή όλων των λαών της ζώνης εξαπλώσεως της δρυός, πριν την έλευση της πατάτας από το Νέο Κόσμο, συμπεριλαμβανομένων των Ελλήνων. Η κατανάλωση βελανιδιών ήταν δείγμα λιτής δίαιτας και ως «βαλανηφάγοι» εθεωρούντο οι πανάρχαιοι Πελασγοί Αρκάδες. Όταν οι Λακεδαιμόνιοι θέλησαν να επιτεθούν εναντίον της Αρκαδίας και ζήτησαν χρησμό επ’ αυτού από την Πυθία, αυτή τους απέτρεψε, διότι δεν θα ήταν εύκολη η υποταγή των Αρκάδων, με το χρησμό που έφθασε ως εμάς: «Ἀρκαδίαν μ’ αἰτεῖς; μέγα μ’ αἰτεῖς• οὔ τοι δώσω. πολλοὶ ἐν Ἀρκαδίᾳ βαλανηφάγοι ἄνδρες ἔασιν, οἵ σ’ ἀποκωλύσουσιν.» (Την Αρκαδία μου ζητάς; Πολλά μου ζητάς. Δεν θα σου την δώσω. Υπάρχουν στην Αρκαδία πολλού βαλανηφάγοι άνδρες που θα σε εμποδίσουν).Εκτός από τροφή, το βελανίδι ήταν σημαντικό προϊόν επειδή το κύπελλό του εχρησιμοποιείτο στη βυρσοδεψία. Ακόμη σημαντικότερο στην ιστορία και τον πολιτισμό των Ελλήνων ήταν το δένδρο που παράγει τα βελανίδια, η δρυς.

Το σύμβολο της ισχύος και της μακροβιότητος δεν θα μπορούσε να λείπει από τη νεοκλασσική αρχιτεκτονική.

Ακροκέραμα με φύλλα και καρπούς δρυός κατασκεύασαν πολλοί κεραμοποιοί, κυρίως της Αθήνας, του Πειραιά και της Χαλκίδας. Είναι τα λεγόμενα «καρδιόσχημα» ή απλώς «βελανίδια». Στην πραγματικότητα το σχήμα των ακροκεράμων δεν αντιγράφει το σχήμα της καρδιάς, αλλά το σχήμα της βαλάνου, του βελανιδιού.Εμπεριέχεται λοιπόν στα συγκεκριμένα ακροκέραμα και ο συμβολισμός της γονιμότητας.

Αλλά και στην γλυπτική, όπως για παράδειγμα σε μνημειακούς ανδριάντες, η αναπαράσταση κορμών του δέντρου αποτελούν συχνάστοιχεία έντονου συμβολιστικού χαρακτήρα.

Ο ανδριάντας του Καποδίστρια, στο ομώνυμο πάρκο στο Ναύπλιο, που είναι δίπλα επίσης στην πλατεία Τριών Ναυάρχων, αποτελείται από έναν μαρμάρινο ανδριάντα φυσικών διαστάσεων και φιλοτεχνήθηκε από το Μιχάλη Τόμπρο. Ο ανδριάντας τοποθετήθηκε στην πλατεία Καποδίστρια το 1933, μετά από αίτημα του τότε δημάρχου Ναυπλίου, Κ. Κόκκινου, που έγινε δεκτό από την κυβέρνηση του Ελευθερίου Βενιζέλου.

Πρόκειται για έναν μαρμάρινο ανδριάντα φυσικών διαστάσεων. Στο μνημείο αυτό, ο Καποδίστριας αναπαρίσταται όρθιος με πυκνά μαλλιά και επίσημη ενδυμασία με ελαφρά κίνηση προς τα μπροστά, δηλώνοντας έτσι αποφασιστικότητα και όραμα, ενώ στην πλευρά της καρδιάς έχει καρφιτσωμένο ένα παράσημο. Στο αριστερό του χέρι κρατάει τα γάντια του και το δεξί του χέρι είναι προτεταμένο, σαν να βγάζει λόγο.

Η όλη μορφή στηρίζεται σε κορμό δέντρου, μια τεχνοτροπία που απαντάται ήδη από την ρωμαϊκή εποχή. Αργότερα ο Στέλιος Λυδάκης στο έργο του Οι Έλληνες Γλύπται.( Η νεοελληνική γλυπτική. Ιστορία – τυπολογία – λεξικό γλυπτών, «Μέλισσα», Αθήνα 1981, σσ. 112-113), θα σημειώσει ότι ο ανδριάντας του Κυβερνήτη στο Ναύπλιο αποτελεί συμβιβασμό του Τόμπρου με τον κλασικό τύπο μνημειακού ανδριάντα που είχε καλλιεργηθεί στην Ελλάδα. Ταυτόχρονα, όμως, εκφράζει – στους όγκους και τη σύνθεση – και μια αντικλασική νοοτροπία. Κάτω από το προβαλλόμενο δεξί χέρι, ο κορμός του δέντρου είναι βελανιδιά, το ιερό δέντρο του Δία. Από τις ρίζες της βελανιδιάς τα νέα κλαδιά που ξεφυτρώνουν, συμβολίζουν το αναγεννημένο νεοελληνικό κράτος. Ο κορμός του δέντρου, που στηρίζει τον ανδριάντα, συμβολίζει την καθημαγμένη Ελλάδα, ενώ τα κλαδιά που αναβάλλουν από τη ρίζα, την Ελλάδα που αναγεννάται.

Σχολιάστε...

Γράψτε το σχόλιό σας
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.

Πρόσφατα σχόλια

error: Περιεχόμενο που προστατεύεται από πνευματικά δικαιώματα.