Generic selectors
Exact matches only
Search in title
Search in content
Search in posts
Search in pages

Το Έπος του ’40 ως νοσταλγία του «συνανήκειν» (του Γ. Κόνδη)

 

Ομπρός, να γίνουμε ο τρανός

στρατός που θα νικήσει

σ’Ανατολή και Δύση

το μαύρο φίδι, ομπρός!

(Άγγελος Σικελιανός, 10 Νοεμβρίου 1940)

 

 

 

του Γεωργίου Κόνδη

 

 

Τι ήταν αυτό που δημιούργησε το Έπος του ’40; Ποια δύναμη εσωτερική επέτρεψε σ’ έναν λαό καταπονημένο από τους συνεχείς πολέμους, γονατισμένο από τις εσωτερικές πολιτικές συγκρούσεις και φοβισμένο από τις πολιτικές διώξεις και την καταπίεση της μεταξικής δικτατορίας, να ξεπεράσει τις εμφύλιες αντιθέσεις που τον κατέτρωγαν και να κατατροπώσει έναν στρατό ασύγκριτα καλύτερα εξοπλισμένο και οργανωμένο;

 

 

Τι ήταν αυτό που έκανε χιλιάδες πολίτες, νέους και γέρους, γυναίκες και άνδρες να ξεχυθούν στους δρόμους με το άκουσμα της έναρξης ενός πολέμου και να στήσουν πρωτόγνωρο πανηγύρι χαράς;    Ποια ηθική και πια πίστη κινούσε τον ψυχισμό όλων αυτών των πολιτών ώστε να πηγαίνουν στη μεγάλη μάχη με χαμόγελα,τραγούδια και χαρά παιδική, ενώ γνώριζαν πως ίσως και να μην ξαναγυρίσουν πίσω; Ποια δύναμη εσωτερική τους έστελνε όλο μπροστά, να μάχονται χωρίς όπλα, να κινούνται χωρίς τροφή κι έχοντας μόνο το χιόνι για να ξεδιψάσουν λίγο το σκελετωμένο σώμα τους; Κι έμεναν πετρωμένοι σκελετοί πάνω στο χώμα, δίπλα στα βράχια, μέχρι που σάλπιζε με όση δύναμη του είχε απομείνει ο σαλπιγκτής ή έδινε το σύνθημα ανάμεσα στους σκελετούς εκείνος του λοχία, για να πεταχτούν ξάφνου σαν τα θεριά και με τις λόγχες, τις πέτρες ή τα χέρια να πέσουν πάνω στις οργανωμένες στρατιές των φασιστών και να τους στείλουν ακόμη πιο πίσω προς τη θάλασσα, εκεί όπου η ιαχή καλούσε από την αρχή του πολέμου να τους πετάξουν! Ποιας μάνας ευχή να έδωσε τη δύναμη και ποιας γυναίκας προσευχή να έπιασε για να γίνει τούτο το θάμα;

 

 

Χιλιάδες είναι οι περιγραφές του πανηγυριού που ξεκίνησε στις 28 Οκτωβρίου 1940 και συνεχίστηκε με αμείωτη ένταση στα χιονισμένα βουνά της Αλβανίας. Όπως σε ολόκληρη την Ελλάδα, έτσι και στην Αργολίδα χιλιάδες πολίτες άνδρες και γυναίκες ξεχύθηκαν σε δρόμους και σε πλατείες για να διαδηλώσουν το ΟΧΙ στο φασισμό του Μουσολίνι και χιλιάδες άνδρες όλων των ηλικιών έτρεξαν να καταταγούν στον ελληνικό στρατό για να πολεμήσουν. Από την Καρυά, το Κουτσοπόδι, την Ασίνη, την Επίδαυρο και το Λυγουριό, την Ερμιόνη και το Κρανίδι, εκατοντάδες παρουσιάστηκαν στο 8ο Σύνταγμα Πεζικού στο Ναύπλιο με μόνο όπλο την πίστη τους σε μια Πατρίδα που βρισκόταν σε κίνδυνο.

 

 

Όλα τούτα αποκαλύπτουν μιαν ανάγκη που δεν κρατιόταν… Εδώ φανερώθηκε ένας ολόκληρος λαός. Μια απόδειξη του σθένους τους γύρευαν οι Έλληνες, μια απόδειξη για την οποία είχαν πια αμφιβολίες έπειτα από τις τόσες φθορές τις οποίες είχαν υποστεί ενόσω μάχονταν μεταξύ τους και αλληλομειώνονταν. Επρόκειτο ουσιαστικά για μια επιστροφή στο πρωτογενές στρώμα της συλλογικής τους υπόστασης, εκεί όπου από πολύ παλιά, σε διάφορες ιστορικές στιγμές το φάσμα του θανάτου πρόβαλε μελανό, ζοφερό, αλλά χωρίς να προκαλεί πανικό ή κλαψούρισμα.

 

 

 

 

Για εκείνες τις ημέρες, την ανδρεία και αυτοθυσία των Ελλήνων στρατιωτών, την συμμετοχή και την ψυχική δύναμη των Ελληνίδων έχουν γραφτεί πολλά. Τα παραπάνω όμως λόγια δανείζομαι από μια εξαιρετική ανάλυση του Βασίλη Καραποστόλη, καθηγητή Πολιτισμού και Επικοινωνίας στο ΕΚΠΑ, με την οποία αναζητά τα αίτια και εξηγεί το Έπος βασιζόμενος σε μια ψυχοκοινωνική «γεώτρηση» του κοιτάσματος των συλλογικών βιωμάτων των Ελλήνων. Η έναρξη του πολέμου δεν τρόμαξε κανέναν! Αντίθετα ο Έλληνες βρήκαν ξανά εκείνες τις πολιτισμικές ποιότητες που χαρακτήριζαν πάντα την κοινή τους πορεία στην Ιστορία: «Στον ηρωισμό του ’40 ξαναβρίσκεται η ομοθυμία στη θέση της ανέφικτης ομόνοιας»!

 

 

Σ’ αυτό το πρωτογενές, πρωτο-κοινωνικό επίπεδο, γράφει ο Β. Καραποστόλης, όπου αναδύεται ένα είδος νοσταλγίας του «συνανήκειν» και όπου το βίωμα της οικογένειας, τα διαχωρισμένα άτομα, ξαναγίνονται μερικές φορές ίσα και όμοια χωρίς να εξετάζουν αν αυτό είναι ορθό ή λάθος, καθώς διαπιστώνουν ότι μπορούν να αισθανθούν πράγματα με τον ίδιο τρόπο. (…) Οι Έλληνες προσέφυγαν έτσι στην παρακαταθήκη του θάρρους τους επειδή αυτή βρισκόταν έξω από τις περιπλοκές του κοινωνικού τους βίου. Έγιναν λοιπόν ηρωικοί κατά του εισβολέα τόσο περισσότερο όσο λιγότερο ηθικοί ήταν μεταξύ τους.

 

 

Ουσιαστικά, το Έπος του ’40 αποτέλεσε ένα από τα μεγάλα μαθήματα της ιστορίας ενός λαού που ξεπερνούσε την εκκωφαντική μετριότητα των ηγετών του για να δημιουργήσει μόνος του μια νέα πορεία προς το μέλλον. Για τους μικρόνοες ηγετίσκους ο μοναδικός μηχανισμός επιβίωσης είναι αυτός της διχόνοιας, του διχασμού, από τον Πελοποννησιακό πόλεμο μέχρι σήμερα και στις μεγάλες του στιγμές ο Ελληνικός Λαός, όπως και το ’40, κατέδειξε με τις θυσίες και τον ηρωισμό του πως γνωρίζει να αντλεί από το κοίτασμα των συλλογικών του βιωμάτων, το θάρρος και τη δύναμη να προασπίζει την εθνική υπόσταση. Αυτό είναι το μεγάλο δίδαγμα του Έπους του ’40. Αυτό είναι το μεγάλο δίδαγμα της Ιστορίας αυτού του λαού! Τελειώνοντας θα παραθέσω ένα ακόμη απόσπασμα από την ανάλυση  του Βασίλη Καραποστόλη:

 

Σύμφωνα μ’ ένα αξίωμα των στωικών φιλοσόφων, ο άνθρωπος αξίζει τόσο όσο αυτά για τα οποία φροντίζει. Το ίδιο μπορούμε να πούμε ότι ισχύει για τους λαούς. Εάν οι σύγχρονοι Έλληνες εξακολουθούν να αμφιβάλλουν για την ταυτότητά τους και αν κουράστηκαν να μηρυκάζουν τα περί Ανατολής και Δύσης που ανταγωνίζονται μέσα τους, τότε το καλύτερο που έχουν να κάνουν είναι να εξετάσουν τα πράγματα για τα οποία μεριμνούν.

 

 

 

 

 

 

 

 

     
NO COMMENTS

POST A COMMENT

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.