Generic selectors
Exact matches only
Search in title
Search in content
Search in posts
Search in pages

Ας έχουμε λοιπόν αληθινά έργα τέχνης, παρά αληθινά εγκλήματα (Γράφει ο Σπύρος Θηβαίος)

 

Άρθρο του Σπύρου Θηβαίου*

(δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα “Η ΑΥΓΗ” την Τετάρτη 23 Οκτωβρίου 2019)

 

 

O Τέοντορ Αντόρνο είναι ένας από τους μεγαλύτερους διανοητές του Ινστιτούτου για την Κοινωνική Έρευνα. Από τους κύριους συνδιαμορφωτές της λεγόμενης Σχολής της Φρανκφούρτης όπου σε αυτή οφείλει σε τεράστιο βαθμό την ύπαρξή της η σύγχρονη αριστερά.

 

Ο Τέοντορ Αντόρνο στο έργο του ανέδειξε όλα αυτά που μας απασχολούν και που δύσκολα μπορούσαμε να αδράξουμε και να ερμηνεύσουμε κοινωνιολογικά, αναλύοντάς τα περισσότερο μέσα από το πρίσμα της κοινωνιολογικής και πολιτισμικής ανάλυσης, παρά της κοινωνιο-οικονομικής. Γιατί κατά τη γνώμη του, η απαρχή των ζητημάτων που μας απασχολούν οφείλονται σε πρωταρχικό στάδιο στη σκέψη, το “ένστικτο” και διαμόρφωση των μαζών πέρα από την Καντιανή προσέγγιση της διαλεκτικής και κοινής λογικής που πολλές φορές κάνοντας λάθος θεωρούμε ότι προϋπάρχει στην κοινωνία.

 

Η ανάλυση του Αντόρνο για να “μπούμε λοιπόν στο ψητό” μας λέει ότι πολύ σημαντική για τη χαμηλή και μεσαία τάξη, είναι η ενασχόληση της – πέρα από την παιδεία και την εκπαίδευση – με τον εμπλουτισμό του ελεύθερού της χρόνου. Με ενδιαφέρουσες ταινίες, βιβλία, μουσική και ευρύτερα με τον πολιτισμό, την πολιτική και την φιλοσοφία, που έχουν κάτι πραγματικά να μας πουν. Έχουν κάτι για να μας κάνουν να σκεφτούμε. Να δούμε τον κόσμο από μια διαφορετική οπτική γωνία. Να βελτιωθούμε ως μέλη της κοινωνίας αποκτώντας κριτική σκέψη και αντίληψη για το τι γίνεται στα αλήθεια γύρω μας.

 

Ο άνθρωπος λοιπόν που χαρακτήρισε τον Walt Disney ως τον πιο επικίνδυνο άνθρωπο στην Αμερική ανέδειξε ότι η “βιομηχανία της τέχνης” δεν είναι τίποτα περισσότερο από ένα παραπέτασμα καπνού όπου αποπροσανατολίζει μπερδεύει και εκτονώνει τις μάζες. Μια οργουελική δυστοπία όπου έχει καταφέρει εδώ και πολλές δεκαετίας να φαντάζει φυσιολογική και πρέπουσα.
Ανούσιες χολιγουντιανές ταινίες. Το μήνυμα ότι η αυτοολοκλήρωση προέρχεται μέσα από τον σφοδρό έρωτα ή το κοινωνικό στάτους. Μία δυστοπική εποχή όπου αργά αλλά σταθερά περνάμε από παρερμηνευμένες ειδήσεις, στις ψευδείς, ή και μη ειδήσεις.

 

Σε μία εποχή όπου όλοι νιώθουν ότι κάτι τους λείπει και πάει στραβά. Σε αυτή την κοινωνία που ζουν όλοι και λένε: “Πρέπει να κάνουμε κάτι για να μην ανησυχούμε με αυτά, κάτι να γεμίσουμε το χρόνο μας”, “πρέπει να υπακούσουμε και να πετύχουμε επαγγελματικά” , “δεν έχουμε το χρόνο για φιλοσοφίες”…. Αυτές οι λογικές ήταν κατά τη γνώμη του Αντόρνο που ψυχολογικά προσεκτικά εμποτισμένες στην κοινωνική αναπαραγωγή, μπορούν να οδηγήσουν το άτομο στην αντίδραση, την αλλοτρίωση και κυρίως στον φασισμό.

 

Σε μία καταναλωτική αμιγώς κοινωνία όπου οι άνθρωποι προσπαθούν να ευημερήσουν, κατά βάθος λείπουν πράγματα όπως: Η τρυφερότητα, η συμπάθεια και κατανόηση, η γαλήνη, η επίγνωση και η συλλογικότητα. Σε αυτά έρχεται να απαντήσει η βιομηχανία της τέχνης, με ψευδαισθήσεις. Με υπέροχες χαρούμενες διαφημίσεις. Αφέλεια. Βλακώδη reality shows και την πλύση εγκεφάλου σε όλους εμάς ότι έχουμε τις ίδιες ευκαιρίες. Ότι μπορούμε να είμαστε ευτυχισμένοι ή να καταφέρουμε τα πάντα, ανεξάρτητα από το που ξεκινήσαμε. Ότι ήταν το “…δεν έχουν να χάσουν τίποτα πέρα από τις αλυσίδες τους”, είναι τώρα μέσα από τη βιομηχανία της τέχνης το, “η google ξεκίνησε μέσα από ένα γκαράζ”, ή το ότι η πραγματική ευτυχία είναι στον απόλυτο έρωτα.

 

 

 

Κοινωνικό πρόβλημα

 

Μέσα από αυτόν την τεράστια αλλά αναγκαία κατά τη γνώμη μου εισαγωγή μου, προσπάθησα να καταδείξω γιατί έχει τόσος κόσμος πρόβλημα με το Joker. Δεν πιστεύω ότι οι περισσότεροι που διαφωνούν – υπάλληλοι του ΥΠ.ΠΟΛ. , κριτικοί κινηματογράφου, “φιλελεύθεροι”, συντηρητικοί – με την κοινωνική ανάγνωση της ταινίας το κάνουν βάσει μίας πολιτικής λογικής και ευσυνείδητα.

 

Περισσότερο αντανακλαστικά και διαισθητικά και επιφανειακά αντιλαμβάνονται ότι αυτό που ταράζει τα νερά (όλως παραδόξως) μέσω της βιομηχανίας της τέχνης έρχεται να τους ταρακουνήσει. Όχι, δεν τους ενοχλεί η βία. Μην γελιέστε. Τόση βία έχουν τόσες ταινίες σήμερα. Η εξοικείωση στη βία άλλωστε, χρόνια πια είναι ένα από τα κυριότερα επιτεύγματα της βιομηχανίας της τέχνης.

 

Τους ενοχλεί όμως η πιστή ερμηνεία ενός ανθρώπου που εξωθείται στη βία έπειτα από την πλήρη εγκατάλειψή του. Τους ενοχλεί ότι ο θεατής παρότι μπορεί να μην συμφωνεί με τις πράξεις του, συμπάσχει μαζί του. Τον καταλαβαίνει. Τον νιώθει. Τον πνίγει το δίκαιο γι’ αυτό που τραβάει στη ζωή του ο πρωταγωνιστής.

 

Γιατί ο Άρθουρ Φλεκ πριν γίνει Τζόκερ λύσσαξε και προσπάθησε απεγνωσμένα να ενταχτεί στο κοινωνικό σύνολο. Πήγαινε στις συνεδρίες του και έπαιρνε τα φάρμακά του μέχρι που κόπηκαν οι κοινωνικές παροχές που του προσφέρονταν. Αποτέλεσμα; Να αφεθεί στο χάος της παραφροσύνης του και της δίψας του να νιώσει κάποιος, και να πάρει εκδίκηση.

 

Το πρόβλημα του Άρθουρ Φλεκ στο να νιώσει ότι δεν είναι ένα μηδενικό, δεν ήταν μόνο προϊόν της ψυχικής του νόσου, αλλά και κάτι το οποίο η βιομηχανία της τέχνης του εμπότιζε από το πρωί μέχρι το βράδυ για να μην νιώθει μόνος, αδικημένος και ανυπεράσπιστος στην φριχτή πραγματικότητα της Γκόθαμ.

 

Αυτός ο ρεαλιστικός παραλληλισμός της Γκόθαμ και του Άρθρουρ (ως υπερβολή βέβαια) με την κοινωνία και το άτομο αντίστοιχα σήμερα, είναι στην πραγματικότητα αυτό που ενοχλεί κατά βάθος. Είτε το συνειδητοποιούν, είτε όχι αυτοί που ενοχλούνται.

 

Μέσα λοιπόν από όλη αυτή τη σκοπιά λοιπόν δεν απορώ γιατί έγινε ό,τι έγινε στα δύο σινεμά τις προηγούμενες μέρες. Δεν απορώ με την άγαρμπη επέμβαση οπλισμένων αστυνομικών μέσα στο σινεμά και την κλήση εφτά ανηλίκων στο τμήμα, καθώς και τις απαγγελίες κατηγοριών για παραμέληση ανηλίκων.

 

 

 

Γυρνάμε εξήντα χρόνια πίσω

 

Εκπλήσσομαι όμως βαθύτατα και απορώ με το πως ούτε τα προσχήματα δεν κρατούνται. Με το πώς τόσο γρήγορα γυρνάμε 60 χρόνια πίσω σε μια εφαρμογή νόμου που το λιγότερο υπερβολική μπορεί να χαρακτηριστεί. Αν και από ότι φαίνεται σύμφωνα με το ΦΕΚ Β’ 3511/2014 δεν είχε καμία δουλειά η αστυνομία με το να μαζεύει ανηλίκους…

 

Εφόσον διαβάσατε λοιπόν τα παραπάνω σίγουρα μπορείτε να αντιληφθείτε από που πώς και γιατί προκύπτουν τα “νόμος είναι και πρέπει να εφαρμόζεται” και τα αφηγήματα περί κανονικότητας.
Πού πραγματικά αποσκοπούν και τι εξυπηρετούν.

 

Γι’ αυτό λοιπόν και θα κλείσω το κείμενο με δύο φράσεις του Αντόρνο.

• “Η φυσιολογικότητα είναι θάνατος.”
• “Πίσω από κάθε έργο τέχνης, υπάρχει ένα έγκλημα που δεν διαπράχτηκε”

 

Ας έχουμε λοιπόν αληθινά έργα τέχνης, παρά αληθινά εγκλήματα.

 

 

* O Σπύρος Θηβαίος είναι μέλος της Νεολαίας ΣΥΡΙΖΑ και μεταπτυχιακός φοιτητής στο τμήμα εφαρμοσμένης Οικονομικής και Χρηματοοικονομικής του Ε.Κ.Π.Α.

 

 

 

     
NO COMMENTS

POST A COMMENT

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.