Φανταστικές ιστορίες (επεισόδιο 18): Λογκάουτ – Διήγημα του Δήμου Χώρου

 

του Δήμου Χώρου

 

Σας έχω μιλήσει ξανά για εκείνο το σπίτι[1]. Το έχω στο μυαλό μου σαν μια μεγάλη χαράδρα. Όσοι ζήσαμε εκεί, ακολουθήσαμε δύο δρόμους. Όταν πηδήξαμε πάνω από το κενό – αργά ή γρήγορα, δεν μπορούσες να κάνει αλλιώς – άλλοι πιάστηκαν στην απέναντι πλευρά και κάποιοι έπεσαν στο κενό.

 

Ο Ντίνος ο Λογκάουτ ήταν απ’ αυτούς που κατάφεραν να περάσουν το κενό. Το παρατσούκλι του το απέκτησε, όταν τον πήραμε χαμπάρι. Καθόμασταν στα εργαστήρια υπολογιστών του Πανεπιστημίου, προσπαθώντας να κατανοήσουμε ένα από τα πρώτα ενδοδίκτυα που αναπτυσσόταν στη χώρα. Ο Ντίνος το χάκαρε με μεγάλη άνεση, μας πέταγε έξω κι εμείς ψάχναμε τι δεν κάναμε καλά. Αυτός μας άκουγε και στο χείλια του εμφανιζόταν ένα στραβό μειδίαμα. Κάποιος τον είδε και τον κατάλαβε, αλλά αυτός αρνιόταν πεισματικά την ανάμιξη του στο θέμα. Πάντα με το γνωστό μειδίαμα στα χείλη.

 

Ο Λογκάουτ, όταν είδε για πρώτη φορά την Αθηνά, την κόρη του γείτονα μας του κυρ-Βαγγέλη του καθωσπρέπει, ζορίστηκε άσχημα. Έκανε να κοιμηθεί για μέρες. Ήταν η εποχή που καταφέραμε να κάνουμε τα εργαστήρια της σχολής, αφού κανείς δεν μας πέταγε, για πλάκα, έξω από το εσωτερικό δίκτυο! Τα αισθήματα της Αθηνάς για τον Ντίνο ήταν το ίδιο ισχυρά με τα δικά του. Δυστυχώς και η δυσαρέσκεια του πατέρα της για το πρόσωπο του Λογκάουτ ήταν το ίδιο μεγάλη. Δεν θα πω πολλά, μόνο ένα γεγονός θα αναφέρω. Κάποια στιγμή που περπατούσα στην αγορά με τον Ντίνο, μας συνάντησε ο κυρ-Βαγγέλης. Αφού χτύπησε με τη μαγκούρα του το πρόσωπο και το κορμί του Ντίνου μέχρι να ματώσει, έβρισε τη μάνα του – η οποία ήταν νεκρή, παρεμπιπτόντως – και τον έφτυσε στα μούτρα τρεις φορές. Μπροστά σε δεκάδες εργαζόμενους και πελάτες, στην αγορά της πόλης. Αν ήταν άλλος στη θέση του Ντίνου, θα είχε φύγει από την πόλη την άλλη ημέρα. Όχι, όμως, αυτός…

 

Όταν εξοστρακίστηκα από την πόλη, για ιδεολογικούς λόγους, ο Λογκάουτ ήρθε να με ξεπροβοδήσει. Κάτσαμε σε μια καντίνα σε ένα λοφάκι, πάνω από το λιμάνι. Σε ένα χειμωνιάτικο σκηνικό, βγαλμένο από ταινία του Αγγελόπουλου[2], προσπαθούσα να δεχθώ το χτύπημα. Όσο και να το κάνει κανείς, να σε διώχνουν από κάπου, είναι μαχαιριά στην καρδιά. Δεν χωνεύεται εύκολα!

 

Σύντομα κατάλαβα, όμως, ότι δεν είχαμε κάτσει εκεί, να συζητήσουμε για ‘μένα. Τότε, ο Ντίνος μου εκμυστηρεύτηκε πως όλα αυτά τα χρόνια είχε σχέση, κρυφά από τον πατέρα της, με την Αθηνά. Δεν το είχε πει σε κανέναν. «Μυστικό που το ξέρουν τρεις, δεν είναι μυστικό», όπως είχε πει κι αυτός, εκείνο το απόγευμα. Μετά τον πρόσφατο θάνατο του κυρ-Βαγγέλη του καθωσπρέπει, το ζευγάρι σχεδίαζε να συζήσει, αφού η κοπέλα ήταν ήδη έγκυος στο πρώτο τους παιδί.

 

«Δεν πιστεύω να έκανες λογκ-άουτ στον κυρ-Βαγγέλη», τον ρώτησα χαμογελώντας. Ο Ντίνος έμεινε σοβαρός κι εγώ άρχισα να ανησυχώ. «Δεν καταλαβαίνω τι λες, φιλαράκι. Δεν καταλαβαίνω τι λες», απάντησε και έσκυψε το κεφάλι χαμηλά. Μου φάνηκε, για μια στιγμή, ότι προσπαθούσε να κρύψει εκείνο το στραβό μειδίαμα που είχαμε να δούμε από το επεισόδιο στην αγορά. Στρέψαμε την κουβέντα σε άλλα μονοπάτια, μετά.

 

Φεύγοντας από την πόλη που ήταν το σπίτι, είχα υποσχεθεί στον εαυτό μου να μην ξαναγυρίσω. Αλλά κακά τα ψέμματα, πατρίδα είναι και εκεί που μίσησες και σε μισήσανε περισσότερο από οπουδήποτε αλλού[3]. Την πρώτη φορά που γύρισα, λοιπόν, δεν τηλεφώνησα σε κανέναν, ούτε θέλησα να δω κάποιον. Για δυο ημέρες, περπατούσα μόνος στα σοκάκια της πόλης. Κάποια στιγμή βρέθηκα έξω από το σπίτι. Ήταν ακατοίκητο πια. Λούφαξα στην είσοδο ενός κτηρίου και άναψα τσιγάρο. Ήμουν ήρεμος, μέχρι που άνοιξε η πόρτα της πολυκατοικίας που έμενε παλιά ο κυρ-Βαγγέλης ο καθωσπρέπει. Ένας πιτσιρικάς πετάχτηκε στο δρόμο, πηδώντας από ‘δω κι από ‘κεί, φωνάζοντας και παίζοντας. Τον ακολουθούσε η μάνα του, δεν δυσκολεύτηκα να αναγνωρίσω την Αθηνά.

 

Έστριψαν στη γωνία και χάθηκαν από τη ματιά μου. Το μυαλό μου είχε κολλήσει σε μια σκέψη. Κάθε φορά που αυτός ο πιτσιρικάς θα χοροπηδά, ο κυρ-Βαγγέλης θα κάνει μια βόλτα μέσα στο ξύλινο κουτί που τον έχουν κλείσει. Έβαλα τα γέλια.

 

Πώς να το κάνουμε; Στη ζωή, δεν έχει «ότι είπαμε, ψωμί κι αλάτι». Η αλήθεια είναι πως, «ό,τι γράφει, δεν ξεγράφει», ό,τι κι αν είναι αυτό. Καλό, κακό, πισώπλατη μαχαιριά, χέρι βοήθειας πριν κάποιος πέσει στο κενό, φτυσιά στα μούτρα… και πάει λέγοντας!

 

1. Φανταστικές ιστορίες (επεισόδιο 3) : Μπερεκέτης
2. Θόδωρος Αγγελόπουλος, σκηνοθέτης, 27 Απριλίου 1935 – 24 Ιανουαρίου 2012
3. «Πατρίδα μου είναι εκεί που μίσησα», Τρύπες, 1996

 

– Οποιαδήποτε ομοιότητα με πρόσωπα και καταστάσεις είναι συμπτωματική. –

 

 

 

Σχολιάστε...

Γράψτε το σχόλιό σας
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ

Πρόσφατα σχόλια