Generic selectors
Exact matches only
Search in title
Search in content
Search in posts
Search in pages

Φανταστικές ιστορίες – επεισόδιο 16: Ζευγάρια (γράφει ο Δήμος Χώρος)

 

Διήγημα του Δήμου Χώρου

 

Το τραίνο ανέβαινε αγκομαχώντας τις πλαγιές των βουνών, όλη τη νύχτα. Αμφιβάλω αν είχε κοιμηθεί κάποιος απ’ όλους μας. Κάθε φορά που έβαζε όλη τη δύναμη του να κυλήσει πάνω στις μεταλλικές ράγες, σφιγγόμασταν κι εμείς, τεντώνοντας τους μύες του κορμιού μας, νομίζοντας πως βοηθάμε στην ανάβαση. Τουλάχιστον, συμπάσχαμε με το σιδερένιο τέρας που μας μετέφερε.

 

Ξημερώματα μπήκαμε στην πεδιάδα, το τραίνο ανέπτυξε ταχύτητα ακολουθώντας τη λαχτάρα των επιβατών να φτάσουν στο τέρμα. Πήρε την τελευταία μεγάλη στροφή, οι επιβάτες δόξασαν τον θεό που πίστευε ο καθένας και μειώνοντας ταχύτητα μπήκε στα μεγάλα τσίγκινα υπόστεγα του κεντρικού σταθμού της πόλης.

 

Οι πόρτες άνοιξαν και οι επιβάτες ξεχύθηκαν στις αποβάθρες. Όσοι ήξεραν πού πήγαιναν, προχωρούσαν γρήγορα, νευρικά, δείχνοντας τον εκνευρισμό τους με κάθε ανούσια αφορμή. Εμείς, που δεν ξέραμε τι έπρεπε να κάνουμε, ήμασταν διστακτικοί, περπατούσαμε αργά και νοιώθαμε ενοχή που εμποδίζαμε τη γρήγορη κίνηση των άλλων. Λες και τους χρωστάγαμε κάτι!

 

Πρώτη φορά στη Μέκκα του πλούτου, ένιωθες μικρός με το που πάταγες το πόδι σου στις τσιμεντένιες πλατφόρμες. Ο άνθρωπος ανέχεται πολλά, όταν πιστεύει πως τον περιμένει ένα καλύτερο αύριο. Σαν κι εμένα ήταν κι άλλοι στο τραίνο, μόνο που δεν ξέραμε ακόμα ότι για κάθε έναν που πετύχαινε και γινόταν σπουδαίος εδώ, υπήρχαν δέκα που κατέληγαν πεινασμένοι, άστεγοι, εύκολα θύματα μιας κοινωνίας στυγνότερης κι από τον Τζακ τον αντεροβγάλτη.

 

Είχα στο ώμο μου το σακίδιο, κοίταξα το τηλέφωνο μου και το έβαλα στην τσέπη. Προχωρούσα ανάμεσα στους άλλους, θαυμάζοντας τις ταμπέλες με τα φώτα, τα μαρμάρινα πατώματα, τις γιγαντοαφίσες με τις όμορφες κυρίες… Έφτασα στις κυλιόμενες σκάλες, για να βγω από το σταθμό. Με προσπέρασε ένας κύριος που με σκούντηξε λίγο περισσότερο από ότι υπολόγιζε και με την άκρη του ματιού μου είδα να κρατά στο χέρι του το τηλέφωνο μου. Άρχισα να του φωνάζω μπροστά σε όλο τον κόσμο, απαιτώντας να μου το επιστρέψει. Είπε μερικές δικαιολογίες, κοιτώντας νευρικά αριστερά και δεξιά, πάνω από τις πλάτες μου. Στο τέλος μου το έδωσε. Ένοιωσα καλά, διότι κέρδισα και υπερασπίστηκα τα υπάρχοντα μου! Ήμουν δυνατός, ήταν σίγουρα ένα σημάδι από το θεό ότι θα τα καταφέρω σ’ αυτή την πόλη. Φούντωσε η ελπίδα μέσα μου, μέχρι που με έπιασε ζαλάδα.

 

Ή μήπως η ζαλάδα ήταν από την υποχρεωτική νηστεία λόγω ανέχειας. Αγόρασα ένα σάντουιτς με πέστο βασιλικού και προσούτο, έκατσα να το απολαύσω σ’ ένα πεζούλι. Μετά από δύο μπουκιές, έκατσε δίπλα μου ένας τύπος, στην ίδια ηλικία με εμένα πάνω-κάτω. «Ξέρεις», μου είπε, «ο σταθμός είναι χώρος προπόνησης στην παραβατικότητα. Έρχονται εδώ σε ζευγάρια. Είναι πάντα δύο! Ένας που αρπάζει πορτοφόλια ή τηλέφωνα κι ένας που δουλεύει το στιλέτο. Ξέρεις, συμβαίνουν πολλά απρόοπτα σ’ αυτή τη δουλειά. Όλοι λένε πως ο πρώτος είναι ο σημαντικός. Όμως, η δουλειά του δεύτερου είναι η δυσκολότερη. Πρέπει να κρατά την ψυχραιμία του, να ζυγίζει την κατάσταση, για να μη γίνει το κακό χωρίς λόγο».

 

«Με είδες προηγουμένως;», ρώτησα με καμάρι, μη μπορώντας να καταλάβω γιατί μου τα λέει όλα αυτά. Αφού είχα κερδίσει.

 

«Αμ δε σε είδα;», απάντησε. Γύρισα το κεφάλι να τον κοιτάξω. Στο εσωτερικό του σακακιού που φορούσε, διέκρινα μια δερμάτινη θήκη που στήριζε ένα στιλέτο με ξύλινη σκαλιστή λαβή. Σταύρωσα δυο δάχτυλα πίσω από την πλάτη μου, κάνοντας την ευχή να είμαι ζωντανός το επόμενο τέταρτο της ώρας.

 

Τελικά τα ζευγάρια – οι ομάδες των δύο, όπως τις έλεγαν στη Μέκκα του πλούτου – είναι μεγάλη δύναμη στη ζωή. Κάνουν τους ανθρώπους να σκέφτονται πάντα δυο φορές. Όλοι το ξέρουν αυτό, ακόμα και εκείνοι που κουβαλάνε στιλέτο.

 

– Οποιαδήποτε ομοιότητα με πρόσωπα και καταστάσεις είναι συμπτωματική. –

 

 

     
NO COMMENTS

POST A COMMENT

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.