Generic selectors
Exact matches only
Search in title
Search in content
Search in posts
Search in pages

Φανταστικές ιστορίες – επεισόδιο 3: Μπερεκέτης (γράφει ο Δήμος Χώρος)

 

Διήγημα του Δήμου Χώρου

 

Ένα από τα κοινά που είχα με όλους τους άλλους που έμεναν στο κτήριο εκείνο, ήταν πως το καλοκαίρι που είχε προηγηθεί, δεν πέρναγε με τίποτα. Γνωριστήκαμε σε αίθουσες, σε λεωφορεία, στο δρόμο, η πόλη ήταν ένα μικρό χωριό. Μια κλειστή κοινωνία που είχε τα θετικά της και τα αρνητικά της, αλλά σίγουρα θα αντιστεκόταν λυσσαλέα σε κάθε προσπάθεια αλλαγής ή διεύρυνσης. Το κτήριο ήταν ανοικτό σε κάθε «ξένο», και στέγασε τη φωτεινή αλλά και τη σκοτεινή πλευρά όλων μας. Ανάμεσα στους άλλους, εκεί κοιμόταν τα περισσότερα βράδια κι ο Μπερεκέτης. Δεν θυμάμαι το πραγματικό του όνομα, αλλά και να το θυμόμουν δεν θα το έγραφα.

 

Τα χρόνια εκείνα, βρισκόταν στην κορύφωση της η δικτατορία του νέο-Έλληνα (ή μετά-Έλληνα ). Όπως όλες οι δικτατορίες, στηριζόταν κι αυτή σε ένα τρίπτυχο: Να τρώμε πολύ, να περδόμαστε πολύ και να συνουσιαζόμαστε με καμιά εταίρα! Ο Μπερεκέτης ήταν ορκισμένος πολέμιος αυτής της νοοτροπίας.

 

Είχαμε φτάσει σώοι και αβλαβείς, μία ώρα πριν το ξημέρωμα εκείνης της ημέρας. Εγώ κι ο Μπερεκέτης ήμασταν κουρασμένοι, αλλά νηφάλιοι και ανακουφισμένοι. Όλοι βρίσκονταν στα κρεβάτια τους και το ξημέρωμα θα μας έβρισκε όλους ζωντανούς. Ήταν κι αυτή μια επιτυχία, αν το καλοσκεφτείς… Το κτήριο φιλοξενούσε πλέον είκοσι άτομα.

 

Ήμασταν στην κουζίνα. Εγώ, στεκόμουν μπροστά στο νεροχύτη και έπλενα τα πιάτα, έχοντας την πλάτη μου στραμμένη προς τον Μπερεκέτη που καθόταν στο τραπέζι καπνίζοντας. Πέρασαν αρκετά λεπτά χωρίς να μιλάμε κι η κούραση άρχισε να με καταβάλει. Σκέφτηκα να πιάσουμε κουβέντα και τον ρώτησα: «τι σκέφτεσαι;».

 

– «Τίποτα σπουδαίο».

 

– «Μπορείς να μου πεις. Δεν έχω πιει καθόλου. Καταλαβαίνω», έκανα μια νέα προσπάθεια να πούμε κάτι.

 

– «Ήπιες. Αλλά δεν σε πιάνει πια».

 

– «Κι εσύ καπνίζεις όλη την ώρα. Έκτο δάχτυλο το έχεις κάνει», πέρασα στην αντεπίθεση που ως γνωστόν είναι η καλύτερη άμυνα.

 

– «Ναι, αυτό σκεφτόμουνα. Βρομάει», απάντησε.

 

– «Κόψ’ το, αφού βρομάει», συνέχισα, νομίζοντας ότι κερδίζω.

 

– «Όχι, δεν κατάλαβες. Όλο αυτό, γενικά, βρομάει. Οι δρόμοι, τα σπίτια, οι δουλειές, ο αέρας… Όλα!». Σταματήσαμε για λίγο, η κουβέντα έπαιρνε περίεργη τροπή. Μετάνιωσα που ήθελα συζήτηση, αλλά ο Μπερεκέτης συνέχισε. «Λες να είναι χωνευτήρι;», αναρωτήθηκε.

 

– «Τι να είναι;», έβαλα τα γέλια.

 

– «Χωνευτήρι ψυχών. Ρουφάει τις ψυχές των ανθρώπων, τις στραγγαλίζει και φτύνει τα κουφάρια τους. Μετά είναι ζόμπι, αλάνι μου. Έτσι, η πόλη βρομάει κι εγώ καπνίζω για να μη μυρίζω τη βρόμα. Ξέρεις ποιο είναι το πιο φοβερό; Αυτός που θα μείνει τελευταίος, θα μυρίζει τη βρόμα όλων των υπολοίπων. Η απόλυτη βρόμα, αλάνι μου. Μπερεκέτι!». Έβαλε τα γέλια κι όταν σταμάτησε πρόσθεσε: «Αλλά μέχρι τότε, έχουμε καιρό».

 

Άνοιξα την εφημερίδα το πρωί. Άνθρωποι της ηλικίας μου το κάνουν αυτό, ακόμα. Στη φωτογραφία της τρίτης σελίδας αναγνώρισα τον Μπερεκέτη, κουστουμαρισμένο, χαμογελαστό και έτοιμο για όλα. Κάθε αληθινός ποζεράς θα ήταν υπερήφανος για αυτόν. Ήταν υποψήφιος, γιατί ήθελε να κάνει το καλύτερο για την πατρίδα του. Ήταν υποψήφιος, γιατί οι προηγούμενοι δεν τα κάνανε καλά τα πράγματα. Ήταν υποψήφιος, γιατί «αυτός ξέρει» και «φτάνει πια»!

 

Φίλε μου Μπερεκέτη, έχω άσχημα νέα. Δυστυχώς για εμάς, δεν ήσουνα εσύ ο τελευταίος.

 

– Οποιαδήποτε ομοιότητα με πρόσωπα και καταστάσεις είναι συμπτωματική. –

 

 

 

   
ΧΩΡΙΣ ΣΧΟΛΙΑ

ΣΧΟΛΙΑΣΜΟΣ

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.