Generic selectors
Exact matches only
Search in title
Search in content
Search in posts
Search in pages

Πώς την έπαθε ο Θεοφάνης από την Πρόνοια Ναυπλίου…

Επιχρωματισμένη φωτογραφία της Πρόνοιας Ναυπλίου το 1910

 

Στις 2 Ιουνίου 1927, στο τεύχος 164 του περιοδικού «Μπουκέτο», ο Σταμ. Σταμ. (Σταμάτης Σταματίου) στη σειρά ιστοριών με τίτλο «Ελληνική Ζωή», δημοσίευσε μια σύντομη ιστορία με πρωταγωνιστή τον Θεοφάνη, έναν φτωχό άντρα από την Πρόνοια, η οποία τότε ήταν χωριό δίπλα στο Ναύπλιο και όχι συνοικία της πόλης.

 

Ο τίτλος της ιστορίας ήταν «Πώς την έπαθε ο Θεοφάνης» και αν το όνομα του πρωταγωνιστή είναι φανταστικό, η ιστορία πιθανότατα είναι πραγματική. Ο Θεοφάνης κυνήγησε το όνειρό του στην πρωτεύουσα προσπαθώντας να πουλήσει τη …γοητεία του σε πλούσιες αλλά μοναχικές κυρίες…

Γ.Ν.

 

 

Σκυμμένος μέσα στο φρέσκο, ανοιξιάτικο χορτάρι των χωραφιών της Προνοίας του Ναυπλίου, ο Θεοφάνης εμάζευε μαύρη βρούβα και βλαστήμαγε την τύχη του… Σουβατζής ονομαστός μια φορά κι έναν καιρό, μένει τώρα μήνες ο φτωχός χωρίς δουλειά.

 

Οι πλούσιοι στ’ Ανάπλι δεν δίνουν τα λεπτά τους για να χτίσουνε, τα χωριά δεν σουβατίζουν. Εζήτησεν άλλες δουλειές μα παντού απραξία, πήγε φύλακας του Δημοσίου, δεν τον πλήρωνε ο Ταμίας Ναυπλίου γιατί δεν διορίστηκε κατόπιν διαγωνισμού. Έτσι έμενε κι αυτός φτωχός και πεινασμένος και μαζεύει σαλιγκάρια και βρούβες να θρέψει τα παιδιά του.

 

Πολλοί τον συνεβούλευσαν να κάνει καμιά μικροεπιχείρηση.

Τι επιχείρηση να κάνει; Μήπως έχει τα κεφάλαια ή μήπως είναι άξιος για επιχειρήσεις; Μια επιχείρηση έκαμε κι αυτός στη ζωή του σαν ήταν νιος μα ήταν τόση η αποτυχία του που από τότε ήρθε και τρύπωσε στο χωριό και δεν το ξανακούνησε από δω πέρα.

 

– Για πε μας βρε Θεοφάνη, τι επιχείρηση ήταν αυτή; τον ρωτούν.
– Τι να την πω! Την ξέρετε. Τόσες φορές την είπα!
– Μα ξαναπές την, άλλη μια φορά!

 

– Να ήμουνα τότε νέος και εγώ, καμιά εικοσαριά χρονών. Το κεφάλι μου γεμάτο αέρα, Μια ημέρα που πήγα στο Ναύπλιο, άκουσα να λένε για τις μεγαλοκυράδες της Αθήνας. Πως από το καθησιό μουρλαίνονται και δεν ξέρουν τι να κάνουν. Βγαίνουν στους δρόμους και άμα βλέπουν κανέναν νέον όμορφο τον παίρνουν «σώγαμπρο» στο σπίτι. Έτσι λέει, έκαναν την τύχη τους πολλοί. Εύκολη δουλειά Θεοφάνη, είπα μέσα μου. Δεν τραβάς για την Αθήνα;

 

Από δω το έχω, από κει το έχω, πούλησα λίγο σιτάρι, κάτι από δω, κάτι από κει, εμάζεψα λίγα λεφτά και μια και δυο στην Αθήνα. Καπελάκι, μπαστουνάκι, άσπρα γάντια και στο Ζάππειο…

 

Καθώς διηγόταν τον κοίταζα. Ήταν ένας μαύρος άνθρωπος, ψηλός, αδύνατος και αποξεραμένος. Το πρόσωπό του, κάθε άλλο παρά συμπαθητικό. Πώς διάβολο ενόμισε ότι θα κατακτήσει την Αθήνα; Εκείνη η μυτάρα του μάλιστα, ενόμιζε κανείς ότι ήταν εκεί, στο πρόσωπό του σαν εκκρεμές, έτοιμο να πέσει μέσα στο μεγάλο του στόμα.

 

– Λοιπόν;

– Λοιπόν, ένα απόγιομα, εκεί που γύριζα πεινασμένος και κουρασμένος στο Ζάππειο, να και με πλησιάζει μια νόστιμη κυρία.

«Παρντόν κύριε, μου λέει, έρχεσαι σε παρακαλώ κάτι να σου πω»;

 

 

Ανατρίχιασα όλος. «Άιντε Θεοφάνη, σκέφθηκα, και άνοιξε και η δική σου τύχη!…». Κι ως να απαντήσω στην κυρία «ευχαρίστως»…

 

Πέρασαν από τη φαντασία μου παλάτια, αμάξια, πλούτη, έρωτας, «σώγαμβρος» σ’ αρχοντικά, «κι εμένα Θεοφάνη» απ’ εδώ, «κι εμένα Θεοφάνη» απ’ εκεί και είδα τον φτωχό το Θεοφάνη απ’ την Πρόνοια με δούλους και με παραδούλους, με κουστούμια και ψηλά καπέλα, στην Αθήνα μεγάλον και πολύν. Έλεγα μέσα μου, πως έτσι με τις πολυτέλειες, με τις δόξες μου και με μια όμορφη κυρία πλάι, θα κάνω ένα ταξίδι έως το χωριό για να με δουν οι χωριανοί να σκάσουν. Και δωσ’ του εκείνοι θα με χαιρετούν, βγάζοντας ως κάτω τα καπέλα, και δωσ’ του μπόζα ο Θεοφάνης. Και έπειτα, όταν θα ‘φευγα θα τους πέταγα κανα δυο χούφτες λίρες. Κι αυτοί θα τρέχουνε κοντά από τα’ αμάξι μου, αυτοί όπου μου κάναν πρώτα τον καμπόσο: «Αμάν κυρ Θεοφάνη, ρίξε και κοντά μας! Αμάν κυρ Θεοφάνη, μια χούφτα και σε μας!»…

 

Αυτά που λες σκέφτηκα για μια στιγμή. Φρόντισα όμως να πω και στην κυρία:

– Αμέσως κυρία, ευχαρίστως.

 

Εκείνη μ’ επλησίασε. Ήταν μια ξανθή και όμορφη, σαν το λουλούδι δροσερή, γλυκιά ωσάν το μέλι.

 

-Τι θέλετε κυρία; Στις διαταγές σας.
-Μου κάνεις, μου λέει, σε παρακαλώ μια χάρη;
-Ό,τι θέλετε.
-Σε παρακαλώ φύγε απ’ εδώ, να μη σε βλέπει το παιδί γιατί φοβάται!

Και μου έδειξεν το καροτσάκι που είχε δίπλα της, μ’ ένα παιδάκι μέσα, βυζανιάρικο!

 

– Και συ τι της είπες;
– Εγώ δεν της είπα τίποτα. Τα ΄χα χάσει. Αντίο μεγαλεία! Μέσα μου μονάχα είπα «τι διάολο, για σκύλο με πέρασε»;

 

Έσκυψα μολαταύτα το κεφάλι μου και έφυγα. Και την άλλη μέρα, μια και δυο στην Πρόνοια. Έπειτα από λίγο παντρεύτηκα εδώ και τώρα έχω ένα σωρό παιδιά που θέλουνε να φάνε και δουλειές δεν έχουμε… Όσο βγάζει ο Θεός βρούβες, κάτι γίνεται, μα να που αρχίζουνε κι αυτές να ξεσταχιάζουν.

 

– Ε! Θα βγούνε άλλα λάχανα.

 

Μάλιστα, αλλά τα λάχανα θέλουν και λάδι. Και τις ελιές τις κόψαμε και τις πουλήσαμε στον αποκλεισμό και στον σιδηρόδρομο για ξύλα. Φτώχεια αφέντη μου. Φτώχεια…

 

 

 

 

 

   
ΧΩΡΙΣ ΣΧΟΛΙΑ

ΣΧΟΛΙΑΣΜΟΣ

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.

error: Περιεχόμενο που προστατεύεται από πνευματικά δικαιώματα.