Generic selectors
Exact matches only
Search in title
Search in content
Search in posts
Search in pages

Φανταστικές ιστορίες (επεισόδιο 6): Αμίλητος – Διήγημα του Δήμου Χώρου

 

Διήγημα του Δήμου Χώρου

 

Εκείνο το πρωινό άνοιξα τα μάτια μου και είδα το κακοασβεστωμένο ταβάνι του σαλονιού. Στο δωμάτιο υπήρχε διάχυτη η μυρωδιά του οινοπνεύματος και επειδή δεν χρησιμοποιούσαμε συχνά αυτό το σκεύασμα, συμπέρανα ότι το προηγούμενο βράδυ είχαμε πιει πάρα πολύ. Ανασηκώθηκα, ελπίζοντας ότι θα δω κάτι και θα συνδεθώ με την χτεσινή νύχτα, καθώς με την πρώτη προσπάθεια δεν κατάφερα να θυμηθώ τίποτα από αυτά που είχαν συμβεί μετά τις δέκα το βράδυ. Τότε, είχα σηκωθεί από το τραπέζι για να μπω στην κουζίνα να κουβαλήσω την μεγάλη νταμιτζάνα με το τσίπουρο που ήταν στο μεγάλο ντουλάπι.

 

Στον απέναντι καναπέ ήταν στραβοξαπλωμένος ο Μπάμπης και στην πολυθρόνα με το κεφάλι πεσμένο πίσω ο Κώστας. Ο ένας από τους δύο ροχάλιζε. Από τη γωνία παρατήρησης, έγινε σαφές ότι ήμουν πεσμένος στο πάτωμα. Ήταν η τρίτη μέρα από τις πέντε που θα διαρκούσε η τελετή του γάμου του φίλου μας του Τάσου. Και στο χωριό του Τάσου τρώνε και πίνουν στους γάμου. Πίνουν πολύ…

 

Ο Μπάμπης ξύπνησε εύκολα, του Κώστα του ρίξαμε μια κανάτα νερό στη μούρη, αφού πρώτα σιγουρευτήκαμε ότι ήταν καλά. Αυτός, άλλωστε, ροχάλιζε στους ρυθμούς ενός αργού τσάμικου που εναλλασσόταν με μια μπαϊντούσκα. Φαίνεται ότι οι θρακιώτισσες φίλες της νύφης είχαν κάνει θραύση χθες τη νύχτα. Προσπάθησα να θυμηθώ κάτι, οτιδήποτε, άλλα μάταια. Τι βάζουν στο τσίπουρο εδώ πάνω, ρε φίλε; Όταν ξύπνησε ο Κώστας, μετρηθήκαμε και καταλάβαμε ότι μας έλειπαν δύο άτομα, η Κική κι ο Άκης. Τον Άκη τον βρήκαμε εύκολα, ήταν πεσμένος σε ένα ράντζο στην αυλή, κάτω από την κληματαριά. Η Κική, ευτυχώς, είχε βρει ένα καλό και καθαρό δωμάτιο να περάσει τη νύχτα. Καλή η καφρίλα, αλλά η μαγκιά είναι να ξέρεις ότι έχει τα όρια της και να μην τα ξεπερνάς!

 

Είχαμε φτάσει δύο εικοσιτετράωρα πριν την κορύφωση του «δράματος» και δεν υπήρχε περίπτωση να βρούμε ούτε μια γυναίκα στο χωριό να μας ψήσει ένα καφέ στη χόβολη. Όλες είχαν αναλάβει έναν ρόλο στο σκηνικό που στηνόταν, κάποιες έψηναν, άλλες στόλιζαν και μερικές ασβέστωναν ή έπλεναν. Αυτά τα πράγματα, αν δεν τα δεις δεν μπορείς να τα καταλάβεις. Εκείνη την ώρα, εμείς ήμασταν σαν τα ψάρια έξω από το νερό ή από άλλο ανέκδοτο που θα έλεγε κι ο αδερφός μου ο τεντιμπόης. Κουβαλώντας όλες τις νευρώσεις και τα στερεότυπα της πόλης, δύσκολα καταλαβαίναμε το νόημα των πραγμάτων.

 

Επιτέλους! Φτάσαμε στο καφενείο, μπήκαμε μέσα, παραγγείλαμε πολλά βαρείς ελληνικούς καφέδες και οσφρανθήκαμε τις μυρωδιές του μαγαζιού. Καφές, κανέλα και βότανα αναμεμιγμένα με τσιγαρισμένο τυρί, καψαλισμένο ψωμί και ξύδι. Πανδαισία!

 

Στο βάθος του καφενείου καθόταν ένας μόνος, ένας αμίλητος όπως κατάλαβα καθώς περνούσε η ώρα. Όταν σε φτιάξει το κρασί και το κέφι σκορπιέται, εκείνος απλά δε μιλά και δε μιλιέται, όπως έγραψαν οι ποιητές που αρνήθηκαν ότι ήταν ποιητές.*

 

Γρήγορα αυτός ο άνθρωπος τράβηξε το ενδιαφέρον της παρέας μας. Είχε αρχίσει να πέφτει η ποσότητα του αλκοόλ στον οργανισμό μας, αλλά δεν είχαμε ακόμα δυνάμεις να κοντρολάρουμε το υποσυνείδητο μας, κι ο καθένας άρχισε τις ιστορίες με αφορμή αυτόν τον μόνο, τον αμίλητο.

 

Ο Άκης είπε πως μόνο για έναν λάθος έρωτα μπορεί να έγινε έτσι, τόσο αμίλητος, αυτός ο άνθρωπος. Όλοι μείναμε σκεφτικοί, γιατί όλοι ξέραμε ότι ο Άκης τα τελευταία δέκα χρόνια έψαχνε γιατρειά, σε αμέτρητα κρεβάτια καλλίγραμμων γυναικών, από τη φυγή της Βέρας, την μόνης γυναίκας που θα αγαπήσει μέχρι το τέλος της ζωής του. Έτσι είναι ο Άκης…

 

Ο Κώστας είπε ότι ο αμίλητος πρέπει να έχασε όλο το βιός του, να του φάγανε όλα τα χωράφια και να έμεινε μόνος, μισώντας τους πάντες στο χωριό. Όλοι μείναμε μαγκωμένοι, γιατί όλοι ξέραμε ότι ο Κώστας έχασε την οικογένεια του εξαιτίας της οικονομικής κατάρρευσης που υπέστη και ζει μόνος σε ένα υπόγειο διαμέρισμα στην πλατεία Κολιάτσου.

 

Ο Μπάμπης είπε ότι μόνο η απόρριψη από την οικογένεια μπορεί να φέρει σε τέτοια κατάσταση έναν άνθρωπο. Όλοι μείναμε προβληματισμένοι, γιατί όλοι ξέραμε ότι ο Μπάμπης ήταν υιοθετημένος και όταν βρήκε τους πραγματικούς γονείς του δεν θέλησε ποτέ να ξαναπεί κουβέντα για αυτό το θέμα. Ποτέ!

 

Πήγα κι εγώ να κάνω μια υπόθεση για τον αμίλητο, αλλά η Κική που με αγαπάει πολύ, μου έβαλε τις φωνές και με έβρισε άσχημα. Μάλλον το έκανε, γιατί ήμουν έτοιμος να πω την μεγαλύτερη φρικαλεότητα από όλους και θα έμεναν όλοι σκεφτικοί και μαγκωμένοι. Το κέφι της παρέας χάλασε χωρίς λόγο, χωρίς καμιά προφανή αιτία.

 

Έφτασε το βράδυ κι ο αμίλητος είχε καρφωθεί στο μυαλό μου. Έπρεπε να ρωτήσω κάποιον, να πάρω πληροφορίες. Γιατί είναι έτσι; Βρήκα τον πιο κατάλληλο, τον παππού του Τάσου. Δικός μας άνθρωπος, δε θα μας εκθέσει ότι και να του πω. Κάθισα δίπλα του και του είπα όσα γίνανε στο καφενείο.

 

– «Γνωρίσατε το Μιμάκο μας;», είπε ο παππούς.

 

– «Ναι», αποκρίθηκα εγώ. «Σκατά μας έκανε ο Μιμάκος σας, χωρίς να μας πει ούτε μια κουβέντα. Πώς τον αντέχετε;»

 

– «Ε, παιδί μου. Έτσι είναι αυτοί οι άνθρωποι, καθρέφτες. Κι έτσι φτιαγμένοι από γυαλί που είναι, τι θες να κάνουν; Κόβουν». Τινάχτηκα από τη θέση μου. Ο παππούς με άρπαξε από τον ώμο και κάθισα πάλι δίπλα του. Έσκυψε και μου ψιθύρισε, κάνοντας δήθεν ότι τσουγκρίζουμε τα ποτήρια μας. «Εύθραυστοι, σπάνε σαν γυαλί… αλλά κόβουν!». Μα τι βάζουν στο τσίπουρο εδώ πάνω;

 

Στις δύο το πρωί, εμφανίστηκε ο Μιμάκος στο γλέντι. Τον αγκάλιασε ο Τάσος και του βρήκε καρέκλα να κάτσει, ποτήρι να πιει και πιάτο να φάει. Και από εκείνη την ώρα οι καρδιές αναφλέχθηκαν και το κέφι εκτοξεύτηκε στα ουράνια. Σαν να περίμεναν όλοι το Μιμάκο για να απελευθερωθούν. Σαν να σήκωνε αυτός ο αμίλητος στους ώμους του, τα κρίματα όλων των ανθρώπων που βρίσκονταν στη γιορτή.

 

* Λάζαρος Ανδρέου (1950-2005)

 

– Οποιαδήποτε ομοιότητα με πρόσωπα και καταστάσεις είναι συμπτωματική. –

   
ΧΩΡΙΣ ΣΧΟΛΙΑ

ΣΧΟΛΙΑΣΜΟΣ

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.

error: Περιεχόμενο που προστατεύεται από πνευματικά δικαιώματα.