Generic selectors
Exact matches only
Search in title
Search in content
Search in posts
Search in pages

Γυ­ά­λι­νες μπί­λι­ες (διήγημα του Δημήτρη Μαγριπλή)

 

Ο Δημήτρης Μαγριπλής είναι γνώριμος σε τούτες τις σελίδες. Πολλές φορές τα «Αργολικά» έχουν φιλοξενήσει διηγήματά του. Η τελευταία συλλογή με τίτλο «Τα καναπεδάκια της ανεργίας» απέσπασε θετικές κριτικές στην Αργολίδα και σε άλλες πόλεις όπου παρουσιάστηκε. Οι «γυάλινες μπίλιες» δεν είναι καινούριο, είναι όμως από τα ομορφότερα διηγήματα που έχει παρουσιάσει. Δυνατά συναισθήματα ξεχειλίζουν από τις γραμμές του, όσο δυνατές είναι οι εικόνες στις οποίες ο αναγνώστης αναγνωρίζει τον εαυτό του, αλλά και οι ακόμη πιο δυνατοί συμβολισμοί που ξεμυτούν πίσω από τις λέξεις. Το αναδημοσιεύουμε με χαρά καθώς το φθινόπωρο κατακλύζει γύρω μας το χώρο γεμίζοντας με βροχόνερα τις λακκούβες στις αλάνες. Εκεί που η φαντασία μπορεί να μας ξαναβάλει να παίξουμε μπίλιες και ίσως η καλή μας να κολλήσει στη λακουβίτσα χαρίζοντάς μας τη ζωή και το χαμόγελο της αισιόδοξης επιστροφής της.

Γ.Κ.

 

 

Γυ­ά­λι­νες μπί­λι­ες 

 

ΕΠΙΤΕΛΟΥΣ βρη­κα τὶς μπί­λι­ες μου. Τὶς εἶ­χα χά­σει ἐ­δῶ καὶ και­ρὸ καὶ ξαφ­νι­κὰ μί­α μέ­ρα, ἐ­νῶ ἄλ­λα­ζα θέ­ση στὸν βα­ρὺ ξύ­λι­νο κα­να­πὲ τοῦ γρα­φεί­ου, κά­τι ἔ­πε­σε μὲ θό­ρυ­βο στὸ πά­τω­μα.

      

Στὴν ἀρ­χὴ τρό­μα­ξα.

«Τί εἶ­ναι αὐ­τό;» ἀ­να­ρω­τή­θη­κα ξαφ­νι­α­σμέ­νος.

Μιὰ μι­κρὴ γυ­ά­λι­νη σφαί­ρα προ­σέ­κρου­σε μὲ ἀ­σή­μαν­τη δύ­να­μη στὰ μαῦ­ρα πα­πού­τσια μου.

«Τί ἀν­τί­θε­ση!» σκέ­φτη­κα καὶ ὑ­πο­κλί­θη­κα στὴν ὀ­μορ­φιά της. Τὴν πῆ­ρα στὰ χέ­ρια μου καὶ μὲ πε­ρισ­σὴ φρον­τί­δα τὴν ἐ­να­πό­θε­σα στὴν τσέ­πη μου.

      

Σὲ κά­θε νέ­α γω­νιὰ τῆς με­τα­κό­μι­σης νά ‘σου ξε­πρό­βα­λε καὶ ἄλ­λη μιά. Ἄλ­λη με­γα­λύ­τε­ρη, ἄλ­λη μι­κρό­τε­ρη. Ὅ­λα τὰ χρώ­μα­τα τῆς ἴ­ρι­δας. Κί­τρι­νες, μπλέ, κόκ­κι­νες, πρά­σι­νες. Με­ρι­κὲς εἶ­χαν πά­νω τους ὅ­λα τὰ πα­ρα­πά­νω ἀ­να­κα­τω­μέ­να καὶ κά­ποι­ες θύ­μι­ζαν φτε­ρὰ ἀ­πὸ ἀ­νοι­ξι­ά­τι­κες πε­τα­λοῦ­δες σὲ ἀ­έ­να­η φω­το­γρά­φη­ση.

      

Ἤ­μουν εὐ­τυ­χής. Ἡ τσέ­πη μου βά­ρυ­νε ἐ­πι­κίν­δυ­να καὶ ἴ­σα ποὺ χώ­ρα­γε τὰ ἀ­κρο­δά­χτυ­λά μου. Αὐ­τὰ βου­λι­μι­κὰ πε­ρι­φέ­ρον­ταν στὰ γυ­ά­λι­να ἀγ­γίγ­μα­τα καὶ ἐ­κεῖ­να ἔ­φευ­γαν μὲ χά­ρη ἀ­πὸ τοὺς ἐ­ναγ­κα­λι­σμούς. Ἦ­ταν μιὰ ἐ­ρω­τι­κὴ συ­νεύ­ρε­ση.

      

Τὸ μό­νο ποὺ μαρ­τυ­ροῦ­σε τὰ εὑ­ρή­μα­τα ἦ­ταν ἕ­να χα­μό­γε­λο-ὁ­λό­κλη­ρο πρό­σω­πο καὶ ἡ ἔ­ξα­ψη νὰ βγῶ στὴν αὐ­λή. Χω­ρὶς νὰ κά­νω θό­ρυ­βο βγῆ­κα. Μὰ ἦ­ταν νύ­χτα καὶ οἱ μά­νες κοι­μί­ζα­νε τὰ παι­διά τους.

«Τώ­ρα μὲ ποι­όν νὰ παί­ξω τοὺς βό­λους μου;­».

      

Στὸ σταυ­ρο­δρό­μι, κά­τω ἀ­πὸ τὸ φῶς τῆς κο­λό­νας τοῦ δή­μου, χά­ρα­ξα κύ­κλο στὸ χῶ­μα. Χω­ρὶς δι­σταγ­μὸ μπῆ­κα μέ­σα ἀ­πὸ φό­βο. Εἶ­χα τὰ τεί­χη μου καὶ ὅ,τι κι ἂν πρό­βαλ­λε δὲν θὰ μπο­ροῦ­σε νὰ μοῦ πά­ρει τὸ θη­σαυ­ρό μου.

      

«Παί­ζεις;» ἀ­κού­στη­κε ἡ φω­νὴ τοῦ Χρή­στου. Κά­τι κα­τσα­ρὰ μαλ­λιά, σὰν νὰ μὴν τά ­’­χει πο­τέ του χτε­νί­σει, τί­να­ζαν τὸ σκο­τά­δι στὴν ἄ­κρη τῆς μα­τιᾶς μου.

«Δὲν κοι­μᾶ­σαι;» τὸν ρώ­τη­σα.

Μοῦ ἔ­δει­ξε γιὰ ἀ­πάν­τη­ση ἕ­να με­γά­λο δί­χτυ μὲ μπί­λι­ες. Τὸ κού­να­γε καὶ κεῖ­νες χτυ­ποῦ­σαν ἡ μί­α πά­νω στὴν ἄλ­λη συν­θέ­τον­τας τὴν πιὸ ἀ­πό­κο­σμη βου­βὴ μου­σι­κή.

     

Πα­ρα­ξε­νεύ­τη­κα.

«Δεῖ­ξε μου μί­α», τοῦ εἶ­πα.

«Ἔ­λα νὰ τὶς κερ­δί­σεις», μοῦ ἀ­πάν­τη­σε.

      

Δὲν ξέ­ρω για­τὶ μὰ ἀ­πὸ τὸν κύ­κλο δὲν βγῆ­κα. Προ­τι­μοῦ­σα νὰ ἔ­χω πα­ρὰ νὰ χά­σω τὸ θη­σαυ­ρό μου. Ἄ­σε ποὺ οἱ δι­κές του ἦ­ταν μᾶλ­λον μο­νό­χρω­μες καὶ ἀ­πὸ ὅ,τι εἶ­δα μαῦ­ρες καὶ θύ­μι­ζαν ρου­λε­μάν.

«Φο­βᾶ­σαι, φο­βᾶ­σαι!» μοῦ φώ­να­ζε καὶ γύ­ρι­ζε γύ­ρω ἀ­πὸ τὸν κύ­κλο μὲ δι­ά­θε­ση πε­ρι­παι­κτι­κή.

Ντρά­πη­κα καὶ βγά­ζον­τας μιὰ τοῦ πέ­τα­ξα τὰ χαι­ρε­τί­σμα­τά μου.

      

Μὲ ἀ­πό­λυ­τη ἀ­φο­σί­ω­ση ση­μά­δε­ψε. Ἡ δι­κή του ἔ­στει­λε πέ­ρα μα­κριὰ τὴν ὄ­μορ­φη σφαί­ρα μου. Σχεδὸν τὴν ἐ­ξα­φά­νι­σε στὴ νύ­χτα.

«Δι­κή μου!» μοῦ δή­λω­σε καὶ τρα­γου­δών­τας τὴ νί­κη του, ἑ­τοι­μά­στη­κε γιὰ τὴ συ­νέ­χεια.

 

      

Τὶς ἔ­χα­σα ὅ­λες ἐ­κτὸς ἀ­πὸ μί­α. Τὴ με­γα­λύ­τε­ρη. Αὐ­τὴ δὲν τὴν παί­ζω πο­τέ. Εἶ­ναι ἡ ζω­ή μου καὶ ἡ μό­νη εὐ­και­ρί­α γιὰ νὰ κερ­δί­σω ξα­νὰ καὶ τὶς ἄλ­λες. Ἔ­μει­να στὸν κύ­κλο στὸ σταυ­ρο­δρό­μι μὲ δά­κρυα στὰ μά­τια. Δὲν μὲ λυ­πή­θη­κε. Ἀν­τί­θε­τα ἅ­πλω­σε τὶς γυ­ά­λι­νες χάν­τρες τῆς νί­κης του καὶ μὲ αὐ­θά­δεια τὶς ὀ­νο­μά­τι­ζε.

      

Τοὺς ἔ­δι­νε ὀ­νό­μα­τα κλεμ­μέ­να ἀ­πὸ αἰ­σθή­σεις καὶ συ­ναι­σθή­μα­τα.

«Ὁ πό­νος, ὁ ἔ­ρω­τας, ἡ ἀ­πό­λαυ­ση, ἡ χα­ρά, ἡ λύ­πη, ἡ ἡ­δο­νή, ἡ πα­ρη­γο­ριά, ἡ πτώ­ση, ἡ ἀ­νά­στα­ση, …, ἡ ζω­ή.»

«Ὄ­χι αὐ­τὴ τὴν κρα­τῶ!­» Τοῦ τὴν ἔ­δει­ξα μὲ κα­μά­ρι.

«Ὅ­λες γι’ αὐ­τήν. Τί λές;» μὲ προ­κά­λε­σε.

Ἦ­ταν ἡ μό­νη πι­θα­νό­τη­τα νὰ τὶς πά­ρω ὅ­λες πί­σω. Ἄλ­λω­στε ἡ ζω­ὴ χω­ρὶς τὸν πό­νο, τὸν ἔ­ρω­τα, τὴν ἀ­πό­λαυ­ση, τὴ χα­ρά, τὴ λύ­πη, τὴν ἡ­δο­νή, τὴν πα­ρη­γο­ριά, τὴν πτώ­ση καὶ τὴν ἀ­νά­στα­ση δὲν ἄ­ξι­ζε τί­πο­τα. Ἔ­πρε­πε νὰ τὸ ρι­σκά­ρω.

      

Ἔ­παι­ξα πά­λι πρῶ­τος. Ἡ ζω­ὴ ἔ­πε­σε μὲ φό­ρα πά­νω σὲ μιὰ λακ­κού­βα μὲ ἀ­πό­νε­ρα. Δὲν μπό­ρε­σα κά­τι κα­λύ­τε­ρο. Αὐ­τὸς ἤ­μουν. Δι­κή μου ἡ ζω­ὴ καὶ δι­κά μου τὰ λά­θη.

«Σει­ρά σου», τοῦ εἶ­πα μὲ τὸ κε­φά­λι ὀρ­θὸ καὶ τὴν πε­ποί­θη­ση πὼς ἔ­κα­να ὅ,τι κα­λύ­τε­ρο. Πάν­τα μέ­σα ἀ­πὸ τὴν ἀ­σφά­λεια τοῦ κύ­κλου μου.

Ἔ­ψα­ξε στὸ σα­κού­λι του καὶ ἔ­βγα­λε θρι­αμ­βι­κὰ τὸν χά­ρο. Μό­νο νὰ ἔ­βλε­πες τὸν βό­λο αὐ­τὸ καὶ σὲ ἔ­πια­νε πα­νι­κός. Τί­πο­τα δὲν θὰ μπο­ροῦ­σε νὰ τοῦ ξε­φύ­γει. Γο­νά­τι­σε καὶ ἄρ­χι­σε νὰ ση­μα­δεύ­ει.

«Ἄν­τε, τε­λεί­ω­νε! Μᾶς πῆ­ρε ἡ αὐ­γή», τὸν πα­ρα­κί­νη­σα.

      

Μὲ κοί­τα­ξε μὲ σο­βα­ρό­τη­τα, σή­κω­σε τὸ χέ­ρι καὶ ἔ­στει­λε τὴ βο­λή του κα­τευ­θεί­αν πά­νω στὴ ζωή μου.

Ἔ­κλει­σα τὰ μά­τια.

«Ἔ­λε­ος», ψέλ­λι­σα. «Πῶς θὰ ἀν­τέ­ξω ἕ­να τέ­τοι­ο ἀ­πο­χω­ρι­σμό;»

Ἀ­κού­στη­κε τὸ πέ­ταγ­μα τοῦ χά­ρου ἐ­πά­νω στὴ νο­τι­σμέ­νη γῆ. Ἡ ἐ­πα­φὴ μὲ τὸ νε­ρὸ τῆς λακ­κού­βας ἦ­ταν ἐμ­φα­νής. Πρώ­τη στρο­φὴ, δεύ­τε­ρη καὶ τέ­λος. Ἕ­να μό­λις ἑ­κα­το­στὸ ἀ­πὸ τὴ ζω­ήμου.

«Κέρ­δι­σα!» καὶ ἀ­λα­λά­ζον­τας λού­στη­κα τὸ φῶς τῆς αὐ­γῆς.

      

Γιὰ πρώ­τη φο­ρὰ βγῆ­κα ἀ­πὸ τὸν κύ­κλο καὶ ἄρ­χι­σα νὰ μα­ζεύ­ω τὶς μπί­λι­ες μου. Ἤ­μουν ξα­νὰ γε­μά­τος αἰ­σθή­μα­τα καὶ συ­ναι­σθή­μα­τα καὶ φυ­σι­κὰ μὲ τὴ ζω­ὴ στὰ χέ­ρια μου.

«Θνη­τὸς εἶ­σαι καὶ σύ», μοῦ ἀν­τέ­τει­νε ὁ φί­λος μου. Καὶ μὲ σβελτάδα ἔφυγε, τρέχοντας μὲ τὸν χάρο μαζί.

 

(Το κείμενο δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά στο bonsaistoriesflashfiction.wordpress.com)

 

 

 

   
ΧΩΡΙΣ ΣΧΟΛΙΑ

ΣΧΟΛΙΑΣΜΟΣ

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.

error: Περιεχόμενο που προστατεύεται από πνευματικά δικαιώματα.