Generic selectors
Exact matches only
Search in title
Search in content
Search in posts
Search in pages

Φανταστικές ιστορίες (επεισόδιο 17): Μπισκοτένιος (διήγημα του Δήμου Χώρου)

 

του Δήμου Χώρου

 

O Μάριος ο Μπισκοτένιος, εκείνα τα χρόνια, ήταν κάτι σαν αδερφός. Τότε που η ντομπροσύνη, η ξήγα κι η συντροφικότητα μέτραγαν περισσότερο από τα λεφτά. Ο Μάριος ο Μπισκοτένιος δεν είχε από αυτά και για να ξεγελά την πείνα του, είχε πάντα στην τσέπη του κάτι μικρά μπισκοτάκια που τις περισσότερες φορές μύριζαν κανέλα. Τα έπαιρνε από μια θεία του που άλλη ασχολία δεν είχε, τα τελευταία χρόνια της ζωής της, από το να κάνει μπισκοτάκια. Όταν η θεία δεν είχε να μας εφοδιάσει με κουλουράκια κανέλας, βρίσκαμε άλλα μπισκοτάκια στο υπόγειο ζαχαροπλαστείο πίσω από το πάρκο. Δεν ξέρω αν η Κούλα η ζαχαροπλάστισσα κατάλαβε ποτέ ότι ο Μάριος έχωνε, στη ζούλα, μπισκότα στην τσέπη του κατά τις επισκέψεις μας στο ζαχαροπλαστείο.

 

Ο Μπισκοτένιος, ως κάτι σαν αδερφός που ήταν, είχε συνδεθεί άρρηκτα με τις ζωές μας. Δικό του ήταν το μοτοποδήλατο που ρίχναμε στην κατηφόρα για να πάρει μπρος και μετά το κυνηγάγαμε για να ανέβουμε στη σέλα, πίσω από τον οδηγό. Με αυτό μας πήγαινε στις άλλες γειτονιές, όταν κάποιον από εμάς λάχαινε να τον χτυπήσει του έρωτα το βέλος για μια κοπελίτσα, που νομοτελειακά δεν την άφηνε ο πατέρας της να απομακρυνθεί πολύ από το σπίτι. Ο Μάριος ήταν πάντα στην ομάδα κρούσης όταν τολμούσε κάποια άλλη παρέα να μας προσβάλλει. Ήταν κι αυτός την πρώτη φορά που ταξιδέψαμε άφραγκοι με το καράβι για τα νησιά, κάποιον Αύγουστο, με μόνα εφόδια τους υπνόσακους και δυο καρπούζια. Και βέβαια, όλοι καθαρίσαμε για τον Μπισκοτένιο, όταν βρέθηκε κάποιο βράδυ χτυπημένος άσχημα, για μια τρέλα, για ένα πάθος που είχε για τα σπαθιά και τα μπαστούνια.

 

Μετά, άλλαξαν τα κόζια, και στις περιοχές μας ήρθε η ανάπτυξη.

 

Ο Μπισκοτένιος πήγε να δουλέψει στην εταιρία ενός μακρινού θείου του. Κανείς μας δεν ήξερε τι δουλειές έκανε αυτή η εταιρία. Με τον καιρό καταλάβαμε ότι το βασικό μέλημά της ήταν να έχει γνωστούς, με το αζημίωτο βέβαια, σε καίριες κρατικές θέσεις.

 

Η αρχή έγινε με την κατασκευή ενός τεράστιου εμπορικού κέντρου σε μια περιοχή που ήταν δίπλα σε αρχαιολογικό χώρο. Αυτό δεν υπήρξε πρόβλημα για τον σχεδιασμό και την υλοποίηση του έργου μέσα σε έναν χρόνο. Τα κέρδη ήταν τεράστια για όλους κι ο Μάριος τα είχε πάει περίφημα στο ρόλο που του είχαν αναθέσει. Ήταν αυτός που πήγαινε να πετάξει δυο λόγια νέτα σκέτα στα αυτιά των εργατών. Οι εικοσιτέσσερις αυτόχθονες και οι δώδεκα αλλοδαποί που έχασαν τη ζωή τους στο εργοτάξιο λόγω παραλείψεων, δεν έγιναν θέμα σε καμιά εφημερίδα της εποχής. Ούτε καμιά από τις πεθερές μας, που εξ ορισμού ξέρουν τα πάντα, δεν έμαθε κάτι για το θέμα τούτο!

 

Μετά, ο Μπισκοτένιος ανέβηκε τα σκαλιά της ιεραρχίας και η εταιρία ανέλαβε να φτιάξει ένα νέο δρόμο ανάμεσα σε δύο πολυπληθείς επαρχιακές πόλεις. Τα «εμπόδια» παρακάμφθηκαν ξανά, τα μηχανήματα ήταν εξελιγμένα και ο δρόμος παραδόθηκε μέσα σε επτά μόλις μήνες. Τα κέρδη ήταν τεράστια! Οι δέκα αυτόχθονες, οι δεκαοκτώ αλλοδαποί που έχασαν τη ζωή τους στο εργοτάξιο και οι δεκάδες που έχασαν τη ζωή τους τα δύο πρώτα χρόνια χρήσης του δρόμου, λόγω κακοτεχνιών, δεν έγιναν θέμα σε κάποιο τηλεοπτικό δελτίο ειδήσεων. Ούτε, βέβαια, κάποια από τις πεθερές μας, που εξ ορισμού ξέρουν τα πάντα, δεν έμαθε κάτι για το θέμα τούτο!

 

Ο Μάριος ανέβηκε περισσότερο και έφτασε στα υψηλά κλιμάκια της εταιρίας. Τότε, ανέλαβαν την διάνοιξη της νέας σύγχρονης σιδηροδρομικής γραμμής που διαπερνά τη χώρα. Η λέξη τεράστια είναι πολύ μικρή για να χαρακτηρίσει τα κέρδη! Οι είκοσι έξι αυτόχθονες, και οι σαράντα δύο αλλοδαποί που έχασαν τη ζωή τους στο εργοτάξιο λόγω τριτοκοσμικών συνθηκών εργασίας και διαβίωσης, δεν έγιναν θέμα σε κάποια δημοσιογραφική ιστοσελίδα. Ούτε, βέβαια, κάποια από τις πεθερές μας, που εξ ορισμού ξέρουν τα πάντα, δεν έμαθε κάτι για το θέμα τούτο!

 

Απόψε έχει διαδοθεί μια φήμη στη γειτονιά. Ο Μπισκοτένιος είχε φύγει ταξίδι στο Παρίσι για το Σαββατοκύριακο, κι είχε αφήσει τους εργάτες να του βάψουν τη βίλα που έχει χτίσει μέσα στο δάσος της Πεντέλης. Γύρισε χθες και βρήκε το σπίτι του κατακόκκινο! Κόκκινοι τοίχοι, κόκκινα παντζούρια, κόκκινα κάγκελα, κόκκινα πλακάκια… και στον πλαϊνό τοίχο, αυτόν που στηρίζει τους τρεις ορόφους του σπιτιού, ήταν γραμμένη με μαύρα γράμματα η φράση: «όλο το κόκκινο στις μέρες μας είναι αίμα».*

 

Οι περισσότεροι από εμάς χαμογέλασαν με το νέο. Εγώ ένιωσα ντροπή. Τόση ντροπή που σκέφτομαι να περάσω από την Κούλα να της δώσω ότι λεφτά έχω πάνω μου για τα μπισκότα που βοηθήσαμε να βάλει στην τσέπη του ο Μάριος, τα χρόνια τα παλιά. Βοηθήσαμε κι εμείς να γίνει ο Μάριος ο Μπισκοτένιος αυτό που είναι σήμερα;

 

* «Καπνισμένο τσουκάλι», Γιάννης Ρ. , 1948-1949  Λήμνος

 

– Οποιαδήποτε ομοιότητα με πρόσωπα και καταστάσεις είναι συμπτωματική. –

 

 

ΧΩΡΙΣ ΣΧΟΛΙΑ

ΣΧΟΛΙΑΣΜΟΣ

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.

error: Περιεχόμενο που προστατεύεται από πνευματικά δικαιώματα.