Generic selectors
Exact matches only
Search in title
Search in content
Search in posts
Search in pages

Ο χαρακτήρας των κατοίκων των χωριών του αργολικού κάμπου το 1938 (του Δημ. Πειρούνη)

 

του Δημήτρη Πειρούνη,
Δικηγόρου

Μια πολύ ενδιαφέρουσα περιγραφή της ζωής στην Αργολίδα περιέχεται στο βιβλίο «Η Αργολική Πεδιάς» το οποίο συνέγραψαν εν έτει 1938 οι Ν. Αναγνωστόπουλος και Γ. Γάγαλης του «Τμήματος Γεωργοοικονομικών Μελετών της Αργοτικής Τραπέζης της Ελλάδος» και το οποίο εξέδωσε η Α.Τ.Ε.

 

Παρά το καθαρά οικονομοτεχνικό περιεχόμενο του βιβλίου, το οποίο περιέχει λεπτομερείς περιγραφές της αγροτικής δραστηριότητας ανά τον κάμπο και ανά την ορεινή περιοχή, το κόστος καλλιέργειας, το κόστος συντήρησης των αγροτικών οικογενειών κ.ο.κ., αποσπάσματα του βιβλίου, τα οποία θεωρώ τα πλέον ενδιαφέροντα, αναφέρονται στην προσωπικότητα και στην γλώσσα των κατοίκων της περιοχής, αποδεικνύοντας ακόμη μια φορά πόσο γρήγορη και συνεχής είναι η αλλαγή της πραγματικότητας και πόσο γοργά και φτερωτά παρέρχεται ο χρόνος.

 

Ας αφήσουμε ωστόσο το κείμενο να «μιλήσει» μόνο του από το μακρινό 1938. Το απόσπασμα που ακολουθεί είναι από τις σελίδες 41-45 του βιβλίου.

 

—————————————————————–

 

Οι κάτοικοι των χωρίων της Αργολικής πεδιάδος διακρίνονται δια την ευφυΐαν των, συνδυασμένην με αρκετήν πονηρίαν. Οι κάτοικοι πολλών χωρίων έχουν ιδιαιτέραν τάσιν πρός το ψεύδος.

 

Έχουν αρκετήν παρατηρητικότητα επί των φαινομένων της ζωής τών φυτών και των ζώων, σπεύδουν όμως να γενικεύσουν τα συμπεράσματά των και νομίζουν ότι τα γνωρίζουν όλα, μη ανεχόμενοι ευκόλως ξένας συμβουλάς. Ευχαριστούνται να διδάσκουν, αναπτύσσοντες τας παρατηρήσεις των επί των καλλιεργειών των, αντιρρητικοί δε εις τον υπέρτατον βαθμόν ζητούν τας γνώμας των άλλων δια να τας αντικρούσουν αμέσως.

 

Δύσπιστοι εκ πρώτης όψεως εις την εφαρμογήν νέων μεθόδων, έχουν τάσιν μιμήσεως αυτών, εφόσον τας βλέπουν να επιτυγχάνουν εις άλλους. Το θρησκευτικόν αίσθημα είναι ελάχιστα ανεπτυγμένον. Εις τούς πνευματικούς οδηγούς (δασκάλους, ιερείς) δεν δεικνύουν μεγάλον σεβασμόν, θεωρούντες αυτούς ως απλά όργανα εις την υπηρεσίαν των.

 

Οι κάτοικοι γενικώς της Αργολικής πεδιάδος είναι εξαιρετικώς ατομικισταί, στερούμενοι αλληλεγγύης και νομίζοντες ότι δύνανται να επιτύχουν τους σκοπούς των μεμονωμένοι. Δυσκόλως δύνανται να συσσωματωθούν και να αποτελέσουν ομάδας, δυσκόλως υπακούουν εις ωρισμένα πρόσωπα, μη αναγνωρίζοντες τας αξίας και περισσότερον υποκύπτοντες εις τούς αντιπροσώπους των διαφόρων κομμάτων. Χαρακτηριστικόν του επικρατούντος ατομικιστικού πνεύματος είναι και το σύνηθες παρ’ αυτοίς γνωμικόν: «Το αντάμικο το πράμα το τρώει ο λύκος».

 

Εις πολλά χωρία οι κάτοικοι διακρίνονται δια την επαναστατικότητά των (Άνυφί), εκδηλουμένην όμως μάλλον δια παραπόνων κατά του Κράτους δια την δήθεν εγκατάλειψίν των.

 

Λίαν ανεπτυγμένα είναι τα κομματικά πάθη, εισερχόμενα ενεργώς εις τας διαφόρους εκδηλώσεις της ομαδικής ζωής των χωρίων, εμποδίζοντα πολλάκις την εκτέλεσιν πολλών κοινοτικών έργων, την κανονικήν λειτουργίαν των γεωργικών συνεταιρισμών, την κανονικήν λειτουργίαν της αγροφυλακής κ.α.

 

H φιλοξενία δεν είναι ανεπτυγμένη. Εξαίρεσιν αποτελούν τα ορεινά χωρία Μηδέα, Aραxναίον, όπου διατηρούνται ακόμη υπολείμματα του παλαιού εθίμου της φιλοξενίας. Πάντως όταν δια της φιλοξενίας πρόκειται να εξυπηρετήσουν άτομα, εκ των οποίων εξαρτούν συμφέροντά των, παρέχουν αύτην προθύμως ως προς το φαγητόν, ποτέ όμως σχεδόν όταν πρόκειται περί ύπνου.

 

Οι κάτοικοι του χωρίου Μέρμπακα ομιλούν με έξαρσιν δια τον χαρακτήρα των, αυτοχαρακτηριζόμενοι ως πλέον κοινωνικοί, ως υπερήφανοι και καλοπληρωταί, ομιλούντες με περιφρόνησιν δια τους κατοίκους των άλλων χωρίων.

 

Οι κάτοικοι της Αργολικής πεδιάδος ερχόμενοι εις στενήν επαφήν με τας πόλεις, Ναύπλιον και Άργος, αλλά συχνάκις και με την Πρωτεύουσαν, παρατηρούν την ριζικήν διαφοράν την υφισταμένην μεταξύ της ιδικής των ζωής και εκείνης των κατοίκων των πόλεων.

 

Συχνά εκφράζουν το παράπονόν των και, μόλον ότι αγαπούν την εργασίαν των, αυτοχαρακτηρίζονται ως «σκώληκες της γης», ως «χοίροι ανασκόπτοντες αύτην δια να εξασφαλίσουν την τροφήν των».

 

Οι γεωργοί των χωρίων της Αργολικής πεδιάδος υποβλέπουν συνήθως αλλήλους, ζηλεύουν τους οικονομικώς προοδεύοντας και αυτό δυνάμεθα να είπωμεν ότι είναι μία από τας αιτίας, αίτινες τους αναγκάζουν να κλείνωνται εις τον εαυτόν των και να μη εκδηλώνωνται κοινωνικώς.

 

Είναι μεμψίμοιροι, διαμαρτυρόμενοι συχνά κατά της δήθεν αδιαφορίας και εγκαταλείψεως εκ μέρους του Κράτους, κατά της δήθεν εκμεταλλεύσεως εκ μέρους των Τραπεζών, κατά της δήθεν αδιαφορίας των δημοσίων υπαλλήλων, τους οποίους θεωρούν αποζώντας «από την πλάτην τους». Είναι αδύνατον εις μίαν συζήτησιν να μη αναμείξουν εντόνους διαμαρτυρίας. Άλλα πέραν τούτου εις ουδέν έτερον μέτρον προβαίνουν, όπως συμβαίνει εις άλλας περιφερείας της Πελοποννήσου. Αυτό το συναισθάνονται και μόνοι των και συχνά αυτοχαρακτηρίζονται λέγοντες, ότι «εμείς μόνον απ’ εδώ ξεύρομε να μιλάμε, ενώ στην Μεσσηνία σηκώνονται και ζητούν εκείνο που θέλουν».

 

Οι πρόσφυγες της Νέας Κίου, πλέον κοινωνικοί, πειθαρχικοί και συσσωματούμενοι ευκολώτερον, δύνανται να διακριθούν, ως προς την εργατικότητά των, εις τους εκ Καραμπουρνά και εξ Αλάτσατα της Σμύρνης καταγόμενους, οίτινες είναι εργατικοί και με γνώσεις της αμπελουργίας και δενδροκομίας (εγκατέστησαν αμπέλους και εφύτευσαν δένδρα), και τους εκ Π. Κίου, οίτινες είναι περισσότερον «χασομέρηδες», σπάταλοι και και όχι τόσον συνεπείς εις τας συναλλαγάς των.

 

Γενικώς, δυνάμεθα να παρατηρήσωμεν ότι οι κάτοικοι της Αργολικής πεδιάδος δεν έχουν τάσιν προς τας νέας ιδέας (κομμουνισμόν), ομιλούντες με αποστροφήν δια τα νέα κοινωνικά συστήματα, επιθυμούν όμως εκδήλως την αλλαγήν του κρατούντος κεφαλαιοκρατικού συστήματος προς επιβολήν υγιούς προγράμματος φιλαγροτικής πολιτικής.

 

Πρόκειται περί αγροτών μη προσβεβλημένων υπό του μικροβίου της αστυφιλίας και μη θεωρούντων το επάγγελμα των ως κάτι προσωρινόν, ή δε εξαιρετική αγάπη των προς την γη και η αποστροφή προς τας νέας ιδέας οφείλεται εις το ότι απέκτησαν την γην των, όχι δια του εύκολου τρόπου της απαλλοτριώσεως, αλλά δι’ αγορών κατά καιρούς, κατόπιν στερήσεων και δημιουργίας πολλάκις χρεών.

 

Γλώσσα 

 

Εις τα χωρία της πεδιάδος, μόλον ότι είναι όλοι σχεδόν Αλβανικής καταγωγής, ομιλούν την Ελληνικήν γλώσσαν, ενώ η Αλβανική είναι τελείως εγκαταλελειμμένη, μόνον δε γέροντες τινές την γνωρίζουν.

Εις τα χωρία Αργολικόν, Κοφίνι, Άγ. Άδριανός είναι τελείως εγκαταλελειμμένη η γλώσσα, εν τούτοις, ως αναφέρεται, οι κάτοικοι του χωρίου Aργολικού και Κοφινίου είναι Αλβανικής καταγωγής.
Η Αλβανική ομιλείται κυρίως, εις τα ημιορεινά χωρία (Δένδρα, Μάνεσι, Μηδέα), όπου και οι νεώτεροι ακόμη την χρησιμοποιούν καθημερινώς.

Μεταξύ των 2 τούτων κατηγοριών των χωρίων, δυνάμεθα να κατατάξωμεν τα χωρία, εις τα οποία ομιλούν την Ελληνικήν κυρίως, αλλά χρησιμοποιούν συχνάκις και την Αλβανικήν (Μέρμπακα, Παναρίτι, Ανυφί, Πουλακίδα, Χώνικα).
Εις τα χωρία Μυκήναι, Φίχτια, Πρίφτιανη οι κάτοικοι δεν γνωρίζουν την Αλβανικήν ενώ εις το Κουτσοπόδι μόνον οι γεροντότεροι την γνωρίζουν».

 

 

ΧΩΡΙΣ ΣΧΟΛΙΑ

ΣΧΟΛΙΑΣΜΟΣ

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.

error: Περιεχόμενο που προστατεύεται από πνευματικά δικαιώματα.