Generic selectors
Exact matches only
Search in title
Search in content
Search in posts
Search in pages

Ένα ποίημα για τον Γιάννη Ρηγόπουλο (του Αντρέα Τσιάκου)

 

Ο Γιάννης Ρηγόπουλος

Δεν πέθανε από ηλικία

Αλλά από εποχή

Δεν έγραψε από στήθος

Αλλά από λογιστική αειφορία

Ξύρισε κόντρα

Τα μάγουλα της ισορροπίας

Και

Έφτυσε κόκκινο μελάνι

Στο γραμματόσημο της μονοτονίας.

Κιθαριστής κουφός

Χορδισμένος στην αιωνιότητα

Πρίσμα

Ο Γιάννης Ρηγόπουλος

Νήστεψε από καλοκαίρια

Και έπλυνε τα πόδια του

Καταχείμωνο

Σκορπώντας πανικό στους περιστερώνες.

Αμάσητο κατάπιε το δέος

Αγράμματοι αναγνώστες

Εκπαίδευε καναρίνια στον ύπνο του

Έκλαιγε φωνήεντα

Και διψούσε για δίψα

Και πεινούσε με έμπνευση.

Επέστρεφε  αποχαιρετώντας

Από δυο πόρτες τραγουδισμένες

Από τον Καζαντζίδη

Στα ροδάκια της ζωής του

Τα τριαντάφυλλα είχαν αγκάθια αληθινά

Κι έκοβαν σαν σύννεφα

Την λαμπρότητα

Και την

Ουράνια κουρτίνα του.

Έπλεκε τσεκούρια στίχους

Καθισμένος στο θρόνο της άρνησης.

Άντε τώρα κλειδώνει πάλι τα χέρια του

Και διαβάζει την παλάμη μας

Ο αδενικός μας φίλος.

Προσποιήθηκε ύψος

Αλλά ανέφερε το βάθος σαν προοπτική

Δεκαπεντασύλλαβος καημός

Το μαξιλάρι του

Κοιμήθηκε νέος

Και ξύπνησε αερικό

Με καθαρά νύχια

Ο Γιάννης Ρηγόπουλος

Ευτυχής που εφευρέθηκε

Πριν παρουσιαστεί στο τραπέζι μας

Μαχαιροπίρουνα της μάνας του κρατά υπό μάλης

Για να μας δείξει

Καρπούς από μεταφορές

Και αγκώνες παραβολές

Παραλογές

Και όι όι μάνα μου.

 

A. Τσιάκος

 

 

 

ΧΩΡΙΣ ΣΧΟΛΙΑ

ΣΧΟΛΙΑΣΜΟΣ

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.

error: Περιεχόμενο που προστατεύεται από πνευματικά δικαιώματα.