Generic selectors
Exact matches only
Search in title
Search in content
Search in posts
Search in pages

Ημερολόγιο… μέρα πρώτη (γράφει η Αλίκη Λαμπράκη)

 

της Αλίκης Λαμπράκη

 

Ήξερε τι είχαν κάνει στο σπίτι της. Κι όμως έτρεχε στο δρόμο για να φτάσει όσο πιο γρήγορα μπορεί, να το δει με τα μάτια της.

 

Φοβόταν, χαιρόταν, λυπόταν αλλά θυμόταν!

 

Τα απογεύματα που έτρεχε πίσω εκεί μετά το σχολείο να προλάβει την παιδική εκπομπή της, τα καλοκαίρια που γέμιζαν την αυλή νερά και έκανε τσουλήθρα με τον αδερφό της, τα σκαμπώ που έβαζε μπροστά στο νεροχύτη γιατί 4 χρονών ήταν μόνο και δεν έφτανε να πλύνει τα πιάτα!

 

Θυμόταν που κρυβόταν πίσω από τις πολυθρόνες όταν οι γονείς της την είχαν νευριάσει και με πάθος τους φώναζε “παλιόπαιδα!”… την πιο άσχημη λέξη που ήξερε! Και τη μαμά της που πήγαινε να τη βοηθήσει στα μαθήματα και πάλι της φώναζε, “Άσε με! Μπορώ και μόνη μου!”. Θυμόταν και το λιοντάρι! Ένα χειροποίητο ρολόι 2 μέτρα κοντά που είχε σκαλίσει ο πατέρας της και στη βάση του είχε ένα ολόγλυφο λιοντάρι και μικρή μπορούσε να το κάνει αλογάκι… Πέρναγε ‘κει πάνω ώρες ατέλειωτες…

 

Θυμόταν ακόμα και τα τηλέφωνα στην κουζίνα, στο καθιστικό, στην κρεβατοκάρα ακόμα και στην τουαλέτα! Όλο το σπίτι γεμάτο τηλέφωνα! Καμιά φορά κρυφάκουγε όχι όμως ότι καταλάβαινε και τίποτα… Τις λευκές κάλλες, τις κόκκινες αμαρυλλίδες στα παρτέρια της αυλής, τον Φαϊπιέ ένα πεκινουά που την είχε δαγκώσει όχι και λίγες φορές…. Το Μπίλυ τη μαϊμού όμως δε μπορούσε να τον θυμηθεί. Καλύτερα γιατί της είχε ξεριζώσει τα μαλλιά, σκέφτηκε. Την τεράστια συκιά που σκαρφάλωνε και εκείνη την τεράστια σιδερένια στριφογυριστή σκάλα! Ανέβαινε στο τελευταίο σκαλί, κρεμιόταν από 3 μέτρα ύψος και ονειρευόταν πως είναι αναρριχήτρια προσφέροντας ελαφριά εμφράγματα στη μαμά της. Όλες τις όμορφες στιγμές θυμόταν αλλά και όλες τις άσχημες… Τον πατέρα της να λιποθυμά στην είσοδο της κουζίνας στην είδηση πως η μητέρα του πέθανε, το γιασεμί που η μαμά της είχε “κλέψει” και είχε καταφέρει να το αναστήσει και να φτάσει 15 μέτρα ύψος αλλά χωρίς λόγο το έκοψαν οι γείτονες, την ήμερα που πήγε με ένα κουτί γλυκά στο σχολείο να αποχαιρετήσει τους συμμαθητές και την αγαπημένη της δασκάλα, την ημέρα που εκείνο το σπίτι έκλεισε πια τις πόρτες του πίσω για αυτήν, και την ημέρα που σ’εκείνο το σπίτι είδε τελευταία φορά ζωντανό τον πατέρα της.

 

Και αναρωτιόταν… “Με βλέπουν άραγε από εκεί ψηλά; Τι να σκέφτονται γι’αυτό που πάω να κάνω”;

 

Δε δίστασε στιγμή να ανοίξει την αυλόπορτα, σχεδόν βούτηξε μέσα στο σπίτι! Και τότε είδε τα ερείπια αυτής της παιδικής ζωής ζωντανά μπροστά στα μάτια της. Ένα βουνό από τούβλα, μπετά σκόνη και σκουπίδια. Μια βαριά στην άκρη να μαρτυρά τη Γέννηση…. Ένα δάκρυ έγλειψε το μάγουλό της και ένα χαμόγελο φώτισε τα χείλη της.

 

Γιατί είχε προλάβει να τα αποτυπώσει όλα μέσα στην καρδιά και τη μνήμη της. Όσο και να το γκρέμιζε αυτό το σπίτι, πάντα θα υπήρχε μέσα της.

 

Κοίταξε ψηλά, είπε ένα ευχαριστώ και έτρεξε στο παιδικό υπνοδωμάτιο να δει αν η ταμπέλα του παππού ήταν στη θέση της. Ήταν ράφτης κάτω από την πλατεία Κλαυθμώνος. Το θυμόταν το ραφτάδικο. Τότε δεν καταλάβαινε αλλά μεγαλώνοντας σκέφτηκε πως ράβοντας κοστούμια έχτισε αυτό το σπίτι κάπου 60 χρόνια πριν…. Πόσο δύσκολο πρέπει να ήταν! Ναι, η ταμπέλα ήταν εκεί! Της χάρισε ένα χάδι και πήγε κι έκατσε πάνω στο σωρό από τα μπάζα, άναψε ένα τσιγάρο και ξεκίνησε τα όνειρα χαζεύοντας τα τούβλα που είχε με τα χέρια του χτίσει ο πατέρας της πεσμένα το ένα πάνω στο άλλο έτσι άναρχα και μπερδεμένα, όπως ήταν η ζωή τους…

 

Και τότε συνειδητοποίησε πόσο φως μπαίνει στο σπίτι! Βγήκε στην αυλή και δεν έπαψε να κοιτά τον ουρανό. Ξαφνικά ήταν ολογάλανος εκείνη την ημέρα!

 

 

ΧΩΡΙΣ ΣΧΟΛΙΑ

ΣΧΟΛΙΑΣΜΟΣ

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.

error: Περιεχόμενο που προστατεύεται από πνευματικά δικαιώματα.