Generic selectors
Exact matches only
Search in title
Search in content
Search in posts
Search in pages

Η προέλευση της γνωστής φράσης: «Γιάννης κερνά, Γιάννης πίνει» (της Μαρίας Βασιλείου)

 

Επιμέλεια:
Μαρία Βασιλείου,
Βιολόγος – Ωκεανογράφος

Για όσους κοιτούν μόνο το δικό τους συμφέρον, ενώ φαινομενικά φροντίζουν για το κοινό καλό, λέμε πως «Γιάννης κερνάει, Γιάννης πίνει». Παλαιότερη είναι και η συναφής έκφραση «Αυτός αυτόν αυλεί» (Διογεν. 216 Μακάρ. 162 Αποστόλ. 338 Σουϊδ.λ.).

 

Ο Τάκης Νατσούλης δίνει δύο εκδοχές για την προέλευση της γνωστής φράσης.

 

Σύμφωνα με την πρώτη εκδοχή, ανάμεσα στα παλικάρια του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη, ξεχώριζε ένας Τριπολιτσιώτης, ο Γιάννης Θυμιούλας, επονομαζόμενος και Θεριό, λόγω των καταπληκτικών διαστάσεων: Ήταν δυο μέτρα ψηλός, παχύς και με το ένα του χέρι μπορούσε να σηκώσει και άλογο!

 

Ο Θυμιούλας έτρωγε στην καθισιά του ολόκληρο αρνί, αλλά και πάλι σηκωνόταν πεινασμένος. Έπινε όμως και πολύ. Παρόλα αυτά ήταν εξαιρετικά ευκίνητος, δε λογάριαζε τον κίνδυνο κι όταν έβγαινε στο πεδίο της μάχης, ο εχθρός μόνο που τον έβλεπε, τρόμαζε στη θέα του. Πολλοί καπεταναίοι, μάλιστα, όταν ήθελαν να κάνουν καμιά τολμηρή επιχείρηση, ζητούσαν από τον Κολοκοτρώνη να τους τον… δανείσει!

 

 

Κάποτε ωστόσο, ο Θυμιούλας, μαζί με άλλους πέντε συντρόφους του, πολιορκήθηκαν στη σπηλιά ενός βουνού. Η πολιορκία κράτησε τρεις μέρες. Στο διάστημα αυτό, είχαν τελειώσει τα λιγοστά τρόφιμα που είχαν μαζί τους οι αρματολοί και ο Θυμιούλας άρχισε να «υποφέρει αφάνταστα».

 

Στο τέλος, βλέποντας ότι θα πέθαινε από την πείνα, αποφάσισε να κάνει μια ηρωική εξόρμηση, που ισοδυναμούσε με αυτοκτονία. Άρπαξε το χαντζάρι του, βγήκε από τη σπηλιά και με απίστευτη ταχύτητα, άρχισε να τρέχει ανάμεσα στους πολιορκητές, χτυπώντας δεξιά και αριστερά. Ο εχθρός σάστισε, προκλήθηκε πανικός και τελικά τρόμαξε και το «βαλε στα πόδια». Έτσι, γλίτωσαν όλοι τους.

 

Ο Θυμιούλας κατέβηκε τότε σ’ ένα ελληνικό χωριό, έσφαξε τρία αρνιά και τα σούβλισε. Ύστερα παράγγειλε και του έφεραν ένα «εικοσάρικο» βαρελάκι κρασί κι έπεσε με τα μούτρα στο φαγοπότι. Φυσικά, όποιος χριστιανός περνούσε από κει, τον φώναζε, για να τον κεράσει. Πάνω στην ώρα, έφτασε και ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης και ρώτησε να μάθει, τι συμβαίνει.

– Γιάννης κερνά και Γιάννης πίνει! απάντησε ο προεστός του χωριού.

 

Σύμφωνα με τη δεύτερη εκδοχή, η φράση προέρχεται από εκείνους που κατακρίνανε την κυβέρνηση, κατά την διάρκεια της Δ’ Εθνικής Συνέλευσης των Ελλήνων, που έγινε στο Άργος, στις 11/7 μέχρι της 6/8/1829.

 

Ο Καποδίστριας για να δώσει νομιμότητα στη διοίκησή του αποφάσισε να κάνει εκλογές και να γίνει η Δ’ Εθνική Συνέλευση. Η Δ’ Εθνική Συνέλευση θα γινόταν στο Άργος.

 

Λιθογραφία που απεικονίζει την πόλη του Άργους, όπου συνήλθε τον Ιούλιο του 1829 η Δ’ Εθνοσυνέλευση

 

Διάλεξαν για τόπο το αρχαίο θέατρο, μ’ όλο που θα χρειάζονταν χρήματαγια να«ξεκαθαρίσουν» τα αρχαία.«Ας πάνε τόσα έξοδα, έλεγε ο Κολοκοτρώνης, γιατί έρχονται απ’ την Ευρώπη και ξοδεύουν να βλέπουν κείνες τις πέτρες, και σε μας είναι τιμή να καθαρίσουμε τις πέτρες να φαίνωνται».Καθάρισαν λοιπόν το χώρο όσο μπορούσαν.

 

Το πρωί της 11ης Ιουλίου 1829, πριν την έναρξη της Συνέλευσης, πήγαν όλοι οι πληρεξούσιοι να εκκλησιαστούν, στην εκκλησία της Κοιμήσεως της Θεοτόκου Άργους και μετά όλοι μαζίέφθασαν στο θέατρο για την Συνέλευση.

 

Η σφραγίδα της Τέταρτης Εθνοσυνέλευσης, Άργος, 1829

Πρώτος μίλησε ο Καποδίστριας κι είπε σε τι κατάσταση βρήκε τη χώρα όταν ήρθε και τι είχε κάνει έως τότε.

 

Πήρανε διάφορες αποφάσεις. Μια απ’ αυτές ήταν να καταργήσουν το Πανελλήνιο και να κάνουν την  Γερουσία. Κάποιος θέλησε να  πειράξει  τον Μπαρμπαγιάννη (Καποδίστρια), λέγοντας πως δε θα έβρισκε άξια πρόσωπα να τους κάνει Γερουσιαστές. Αυτός του αποκρίθηκε: «Δεν πειράζει, με το χώμα που έχω θα κάνω κανάτια!..».

 

Στο τέλος ο Κολοκοτρώνης πρότεινε να δίνουν στον Κυβερνήτη αποζημίωση κάθε χρόνο εκατό χιλιάδες φοίνικες. Η Συνέλευση δέχτηκε κι αύξησε το ποσό σε εκατό ογδόντα χιλιάδες φοίνικες το χρόνο, «γιατί ως τώρα ο Καποδίστριας είχε ξοδέψει υπέρ το μιλλιόνιον γροσίων τουρκικών», οχτακόσες χιλιάδες φράγκα. Ο Κυβερνήτης όμως δε δέχτηκε καμιά οικονομική αμοιβή.

 

Επειδή στη Συνέλευση αυτή, οι πιο  πολλοί αντιπρόσωποι, ψήφιζαν ό,τι τους πρότεινε ο Κυβερνήτης,  η αντιπολίτευση θύμωσε. Κάθε τόσο οι αντιπολιτευόμενοι σκύβανε ο ένας στον άλλον και κρυφόλεγαν: «Γιάννης κερνάει, Γιάννης πίνει».

 

Η διαδικασία αυτή καυτηριάσθηκε και από την πένα του Σπ. Τρικούπη πληρεξούσιου Μεσολογγίου. Όπως γράφει στην Ιστορία του: Η Δ΄ Εθνοσυνέλευση  «ευπειθώς καί ανεξετάστως εξετέλει τα θελήματα του Κυβερνήτου, γράφουσα ψηφίσματα προσχεδιασμένα εν τω γραφείο αυτού».

 

Και όπως γράφει παρακάτω: «Εξ απλής δε προέρχεται συμπτώσεως, ότι η παροιμία έχει το όνομα Γιάννης δηλονότι αυτό το του Κυβερνήτου Ιωάννου Καποδίστρια, διότι πιθανώς είναι παλαιοτέρα των χρόνων εκείνων».

 

Επιμέλεια κειμένου:

Μαρία Βασιλείου,

Βιολόγος-Ωκεανογράφος

 

 

Πηγές:

  1. “3.000 λέξεις και φράσεις παροιμιώδεις” του Τάκη Νατσούλη, Εκδόσεις  Σμυρνιωτάκη
  1. www.mixanitouxronou.gr
  2. ΚΑΠΟΔΙΣΤΡΙΑΣ ( Ο ΚΥΒΕΡΝΗΤΗΣ) του ΤΑΚΗ ΛΑΠΑ, Εκδόσεις Πεχλιβανίδης και ΣΙΑ Α.Ε, Συλλογή Δήμοσιας Κεντρικής Βιβλιοθήκης Λεβαδείας

 

ΧΩΡΙΣ ΣΧΟΛΙΑ

ΣΧΟΛΙΑΣΜΟΣ

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.

error: Περιεχόμενο που προστατεύεται από πνευματικά δικαιώματα.