Ο Τζιμ Λόντος διηγείται τα παιδικά του χρόνια στο Κουτσοπόδι Άργους

1,179 Likes
98 Shares
0 Comments

 

Επιμέλεια: Γιώργος Νικολόπουλος

 

Το 1936, ο παγκόσμιος πρωταθλητής της ελευθέρας πάλης Τζιμ Λόντος, ήρθε από την Αμερική στη γενέτειρά του το Κουτσοπόδι Άργους, για να δει για τελευταία φορά τον ετοιμοθάνατο πατέρα του και να πάρει την ευχή του. Κάτι που τελικά συνέβη.

 

Λίγο μετά το θάνατο του πατέρα του, βρέθηκε για διακοπές στην Αιδηψό και εκεί τον συνάντησε συντάκτης του εβδομαδιαίου περιοδικού «Μπουκέτο» ζητώντας του να αναφερθεί στη ζωή του και στις αθλητικές του αναμετρήσεις.

 

Ο 39χρονος Λόντος (φέρεται να γεννήθηκε στις 2 Ιανουαρίου 1897), αναφέρθηκε σε όλα αυτά τα οποία δημοσιεύτηκαν σε 9 δισέλιδες ή τρισέλιδες συνέχειες (τεύχη 648-656, από 30 Ιουλίου έως 24 Σεπτεμβρίου 1936).

 

Το κείμενο είναι γραμμένο σε αυτοβιογραφική μορφή και γίνεται αναφορά στην οικογένειά του, τα παιδικά του χρόνια στο Κουτσοπόδι, τον πρώτο αγώνα πάλης που παρακολούθησε στο κτήμα του, το λόγο που 13 ετών αποφάσισε να ξενητευτεί.

 

 

Αναφέρει στο τεύχος 648 του περιοδικού «Μπουκέτο»:

 

 

Το όνομά μου, καθώς ξέρετε, δεν είναι Λόντος αλλά Χρήστος Θεοφίλου. Ο πατέρας μου, ο Θεόφιλος Θεοφίλου, ήταν ένας καλά αποκαταστημένος γεωργός στο Κουτσοπόδι του Άργους. Εγώ είμαι το στερνοπούλι του, το δέκατο τρίτο παιδί της οικογενείας. Δεν ξέρω αν αυτό πρέπει να το θεωρήσω ως τυχερό ή γρουσούζικο, η αλήθεια όμως είναι ότι όλη η ζωή μου υπήρξε πολύ διαφορετική από των αδελφών μου που όλοι είχαν μυαλό κι εκάθησαν στην πατρίδα τους και έγιναν καλοί νοικορυραίοι, ενώ εγώ από μικρός εφάνηκα αντάρτης.

 

Από τα δώδεκα αγόρια που είμαστε, εχάσαμε τα έξι, τα περισσότερα σε μικρή ηλικία και μάλιστα όλα εκείνα που έρχονταν αμέσως πάνω από εμένα, έτσι ώστε τώρα εγώ με τον νεότερο αδελφό μου, έχουμε μεγάλη διαφορά ηλικίας. Τώρα δηλαδή απομένουμε ο Αναστάσης, ο Γρηγόρης, ο Δημήτρης, ο Γιάννης, ο Θανάσης, η μονάκριβη αδελφή μας η κυρία Φωτεινή Μαύρου και εγώ, που όπως σας είπα ήμουν ο μικρότερος.

 

Ο πατέρας μου ήταν πολύ αυστηρός και σκληρός άνθρωπος. Τον ετρέμαμε όλοι στο σπίτι. Η μητέρα μου πάλι, ήταν μια πολύ μαλακή, γλυκιά και θρήσκα γυναίκα που προσπαθούσε να εξουδετερώνει την αυστηρότητα του πατέρα μου. Έτσι όταν ήμουν μικρός, βρισκόμουν ανάμεσα σε δύο αντίθετα ρεύματα.

 

Τα σχέδια των γονέων μου για το μέλλον μου ήσαν εντελώς αντίθετα. Ο πατέρας μου εσκόπευε να με βάλει στη Σχολή Ευελπίδων και να με κάνει αξιωματικό. Η μητέρα μου αντιθέτως ήθελε να μπω στο μοναστήρι και να γίνω παπάς! Μα εγώ τους γέλασα και τους δυο. Δεν έγινα ούτε αξιωματικός ούτε παπάς αλλά έγινα παλαιστής. Εν τούτοις η μητέρα μου είχε επάνω μου πολύ μεγάλη επίδραση και μπορώ να σας πω ότι όταν ήμουν δέκα ως ένδεκα ετών, είχε δημιουργήσει μέσα μου την εντύπωση ότι ο μόνος προορισμός της ζωής μου είναι να κάνω καλά έργα και να μπω στον Παράδεισο.

 

Ποτέ δεν το είχα βάλει στου νου μου να γίνω παλαιστής. Θυμάμαι όμως ακόμη και τώρα πολύ ζωντανά, ένα επεισόδιο που μου έκανε τότε μεγάλη εντύπωση και χαράχθηκε βαθύτατα στη μνήμη μου:

 

O πατέρας μου ήταν πολύ δυνατός άνδρας. Ήταν φημισμένος ένα γύρω για τη δύναμή του. Έλεγαν πως ήταν ο δυνατότερος άνδρας της περιφερείας και μ’όλο που δεν ήταν πια νέος, διατηρούσε ακόμη τη φήμη του. Εγώ, την εποχή που έγινε το περιστατικό ήμουν παιδάκι ως εννέα ετών και ο πατέρας μου με έπαιρνε μαζί του στα χτήματά μας γιατί ήταν ο καιρός του θερισμού. Έτυχε λοιπόν εκείνες τις ημέρες να έρθει στο χωριό μας κάποιος νέος που έλειπε πολύν καιρό από τον τόπο μας και μαζί με τα’ άλλα άκουσε και για τη δύναμη του πατέρα μου. Επειδή όμως ήταν κι αυτός δυνατός κι ήξερε από πάλεμα, δεν θέλησε να παραδεχθεί την αξία του πατέρα μου και στοιχημάτισε πως θα παλέψει μαζί του και θα τον νικήσει. Ήρθε λοιπόν και βρήκε τον πατέρα μου στα χωράφια όπου επιστατούσε τους εργάτες και του πρότεινε να παλέψουν για να φανεί ποιος είναι ο δυνατότερος.

 

Παιδί μου, του λέει ο πατέρας μου, αυτό το πράγμα που μου λες είναι άγαρμπο. Εσύ είσαι εικοσιεπτά χρόνων κι εγώ πενήντα. Αν λοιπόν με νικήσεις, θα είναι ντροπή, γιατί θα πει ο κόσμος πως τα έβαλες μ’ έναν ηλικιωμένο άνθρωπο, που μπορούσε να είναι πατέρας σου. Αν νικηθείς πάλι θα είναι ντροπή για σένα, γιατί ο κόσμος θα γελάσει μαζί σουπου άφησες να σε νικήσει ένας γέρος.

 

Όχι, επέμενε εκείνος, ντροπή – ξεντροπή εγώ θέλω να παλέψουμε.

 

Τόση ήταν η επιμονή του που στο τέλος δέχτηκε ο πατέρας μου και πιάστηκαν να παλέψουν. Εγώ ήμουν μπροστά σε όλα αυτά και παρακολουθούσα την πάλη με αγωνία και έκπληξη γιατί ποτέ μου δεν είχα ξαναδεί ένα τέτοιο πράγμα. Στο τέλος νίκησε ο πατέρας μου και από τότε ο θαυμασμός μου και ο φόβος μου γι’ αυτόν έγινε ακόμη μεγαλύτερος γιατί είδα με τα μάτια μου πόσο δυνατός ήταν.

 

Αυτή είναι η πρώτη μου ανάμνησις από παλαιστική συνάντηση και σας λέω πως άφησε ανεξάλειπτη εντύπωση στο μυαλό μου.

 

Σαν παιδί κι εγώ έπαιζα μαζί με τα’ άλλα παιδιά στα παιχνίδια τους αλλά δεν είχα καμιά ξεχωριστή επίδοση, ούτε στο τρέξιμο ούτε στη δύναμη. Αλλά και στο σχολείο δεν ήμουν τίποτε το εξαιρετικό. Μόλις και τα κατάφερνα να προβιβάζομαι κάθε χρόνο. Δεν έμεινα ποτέ μου στην ίδια τάξη αλλά δεν προβιβάσθηκα ποτέ μου με σπουδαίο βαθμό. Αυτό κράτησε ως την εποχή που αποφάσισα να πάω στην Αμερική και από τότε άλλαξε εντελώς η ζωή μου.

 

Ήταν τότε κατά το 1911, το μεγάλο ρεύμα της μεταναστεύσεως. Όλοι έφευγαν και πήγαιναν στην Αμερική να βρουν την τύχη τους. Ένα πλήθος γνωστοί μας και συγγενείς μας ξεκινούσαν κάθε τόσο. Ως κι ένας αδελφός μου ακόμη, ο Θανάσης, είχε κι εκείνος φύγει για τον Νέο Κόσμο και φαινόταν πολύ ευχαριστημένος με την εργασία που έκανε εκεί.

 

 

Η ΑΝΑΧΩΡΗΣΙΣ ΜΟΥ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΜΕΡΙΚΗ

 

Εγώ ήμουν δεκατριών ετών. Πάντοτε είχα μέσα μου την αγάπη προς την ανεξαρτησία, αλλά την εποχή εκείνη η αγάπη μου αυτή έγινε ακόμη δυνατότερη. Είχα πάψει πια να είμαι το παιδάκι που νόμιζε ότι ο καλύτερος προορισμός της ζωής του ήταν να γίνει καλόγερος και από το άλλο μέρος δεν θα μπορούσα να ανέχομαι τη σιδερένια πειθαρχία που μας επέβαλλε ο πατέρας μου. Έτσι απεφάσισα να φύγω από το σπίτι μου κι από το χωριό μου και να πάω στην Αμερική.

 

Οι γονείς μου, εννοείται, έφερναν μεγάλες αντιρρήσεις αλλά εγώ είχα πάρει την απόφασή μου και δεν εννοούσα με κανένα τρόπο να την αλλάξω. Στο τέλος αναγκάστηκαν κι αυτοί να υποχωρήσουν και με άφησαν να φύγω, όχι μόνος μου βέβαια, γιατί ούτε στο βαπόρι δεν θα με δέχονταν μοναχό μου, αλλά με κάποιον ξάδελφό μου που κι εκείνος έφευγε για την Αμερική. Ξεκίνησα λοιπόν με τον ξάδελφό μου, πήγαμε στας Πάτρας και απ’ εκεί μπήκαμε σ’ ένα από τα μεγάλα υπερωκεάνια που έκαναν τη γραμμή Ελλάδος –Αμερικής. Σημειώστε ότι ήταν η πρώτη φορά που πήγαινα πιο πέρα από το Άργος………

 

……….Μόλις βγήκα στη Νέα Υόρκη και τελείωσαν οι πρώτες διατυπώσεις, βάλθηκα ευθύς να βρω δουλειά. Ξαφνικά έρχεται κάποιος και μου λέει ότι ο αδελφός μου ο Θανάσης, αυτός που είχε πάει στην Αμερική πριν από μένα, βρισκόταν κάπου εκεί κοντά στη Νέα Υόρκη. Αυτό με αναστάτωσε. Εγώ, σκέφθηκα, έφυγα από το χωριό μου μόνο και μόνο για να μην είμαι υπό την κηδεμονία του πατέρα μου και για να γίνω αυτεξούσιος και τώρα να έρθω εδώ και να βρεθώ υπό την κηδεμονία του αδελφού μου; Και με την σκέψη αυτήν, μαζεύω τα πράγματά μου, που δεν είχα λύσει καλά – καλά και σηκώνομαι και φεύγω και πηγαίνω στην άλλη άκρη της Αμερικής, στην Καλιφόρνια! Εκεί ήμουν βέβαιος πως θα ήμουν μοναχός μου.

 

 

Διαβάστε ακόμη:

Τζιμ Λόντος: Ο Κουτσοποδιώτης που λατρεύτηκε από τις μειονότητες της Αμερικής

 

 

 

ΧΩΡΙΣ ΣΧΟΛΙΑ

ΣΧΟΛΙΑΣΜΟΣ

error: Περιεχόμενο που προστατεύεται από πνευματικά δικαιώματα.