Generic selectors
Exact matches only
Search in title
Search in content
Search in posts
Search in pages

Φανταστικές ιστορίες (επεισόδιο 2): Φαβέλα – Διήγημα του Δήμου Χώρου

115 Likes
23 Shares
1 Comments

 

Διήγημα του Δήμου Χώρου

 

Η γειτονιά μας εκείνες τις μέρες ήταν ιδιόμορφη. Σε εμάς όμως δεν έκανε καμία εντύπωση, αν εξαιρέσεις τη θλίψη και τον πόνο που μας προκαλούσε η ζωή σε αυτή. Διότι εμείς, όπως κι εσείς, βρεθήκαμε εκεί από λάθος.

 

Ένα ποτάμι που κατέβαζε το νερό από τα βουνά, χώριζε τη γειτονιά μας σε δύο μέρη. Μέσα στα νερά του ποταμού μπορούσε κάποιος να δει μπαρμπούνια, σολομούς και χταπόδια. Αν είχες πιει κι ένα ποτηράκι τσίπουρο παραπάνω, μπορούσες να δεις και τη γοργόνα να σε ρωτά: «ζει ο βασιλιάς Αλέξανδρος;». Όπως ήταν φυσικό, το ποτάμι μας, εκείνες τις μέρες, ήταν τουριστική ατραξιόν στο οποίο συνέρρεαν Άγγλοι, Γάλλοι, Πορτογάλοι, Σέρβοι, Βούλγαροι, Ρουμάνοι και λοιποί διεθνιστές για να μας ζαλίσουν. Στη μια πλευρά του ποταμού ήταν χτισμένο το σαράι. Εκεί ζούσε ο πασάς με την κόρη του την βεζυροπούλα. Στην άλλη πλευρά ήταν οι παράγκες, η φαβέλα μας.

 

Στην παράγκα που ήταν έτοιμη να πέσει δίπλα στη δική μας παράγκα, έμενε ο κύριος Μαυρομάτης με τη γυναίκα και τα παιδιά του. Παράξενος άνθρωπος και γελαστό παιδί, αν και όλοι εμείς στη φαβέλα παράξενοι άνθρωποι ήμασταν. Αν δεν με πιστεύεις, ένα θα σου πω. Βάζαμε πάντα στη φασολάδα που τρώγαμε καρότο, για να κάνει πιο μεγάλο κρότο!

 

Μια μέρα εμφανίστηκε στην περιοχή ο κυρ-Αλέκος. Φόραγε μια χρυσαφένια πανοπλία, είχε δόρυ και ασπίδα, κι έλαμπε όπως τον έλουζε το φως του ήλιου σαν κεχριμπαρένιος κάβουρας. Τον είδε η βεζυροπούλα, είχε πιει κρυφά και δυο βότκες στην κουζίνα με τις μαγείρισσες, της ήρθε ταμπλάς κι αστροπελέκι, τον ερωτεύτηκε η καψερή. Αρπάζει τον πασά από το μούσι και του ξηγιέται μόρτικα το αλανιάρικο κορίτσι.

 

«Πατέρα μου και πολυχρονεμένε μου άρχοντα, είσαι και θα είσαι ο σπουδαιότερος άντρας στη ζωή μου. Αν δεν με αφήσεις, όμως, να παντρευτώ το νταβραντισμένο παλικάρι θα βάλω ποντικοφάρμακο στον τούρκικο καφέ σου και θα σε θάψω πριν προλάβεις να ψελλίσεις ένα στίχο από τη ″ρωμιοσύνη″».

 

Είδε ο πασάς το μάτι της βεζυροπούλας που γυάλιζε και είπε να το παίξει διπλωμάτης. Τα κάνουν αυτά οι φωτισμένοι ηγέτες όταν τους απειλούν οι κόρες τους. Κάλεσε λοιπόν τον κυρ-Αλέκο στο παλάτι και του ανέθεσε, σας άλλος Ευρυσθέας, έναν άθλο.

 

«Θα παντρευτείς», του είπε, «νταβραντισμένο παλικάρι την κόρη μου, αλλά πρώτα πρέπει να σκοτώσεις το καταραμένο φίδι».

 

Λίγο πιο κάτω, μέσα σε ένα βάλτο, ζούσε το φίδι που εμείς για τουριστικούς λόγους το αποκαλούσαμε «καταραμένο». Ξέραμε ότι δεν μπορούσε να ζήσει έξω από το βάλτο και δεν ανησυχούσαμε. Εκείνες τις μέρες, όμως, ο βάλτος μεγάλωνε με γεωμετρική πρόοδο. Κινδυνεύαμε να μας καταπιεί σαν τη λάβα του Βεζούβιου και να γίνουμε τα γιουσουφάκια του φιδιού, ύστερα από τόσα χρόνια που ήμασταν τα μπραϊμάκια του πασά.

 

Αυτό το φίδι θα σκότωνε ο κυρ-Αλέκος και μετά θα γινόταν άντρας της βεζυροπούλας. Τρελός χαμός έγινε την ώρα που ξεπροβοδίζαμε τον κεχριμπαρένιο κάβουρα. Γαρδένιες, τριαντάφυλλα και γλαδιόλες κάλυψαν τα πέτρινα δρομάκια της φαβέλας μας που διέσχισε ο έφιππος πολέμαρχος. Παιάνες ήχησαν για χάρη του. Όλοι αποθεώσαμε τον κυρ-Αλέκο ως μεγάλο λυτρωτή και πατερούλη μας.

 

Όλοι παρευρεθήκαμε στην αποθέωση του πολεμιστή, εκτός από τον γείτονα τον Μαυρομάτη που δεν ήταν του γούστου του τέτοιες φιοριτούρες. Ήξερε ο πασάς τι χαρακτήρας ήταν και βρήκε την ευκαιρία να τον ξεφορτωθεί. Τον διέταξε, λοιπόν, να ακολουθήσει τον κυρ-Αλέκο, τάχα για να τον βοηθήσει στη μάχη, αλλά με κρυφή ελπίδα πως ο Μαυρομάτης θα πέσει νεκρός και δε θα χρειαστεί να τον ξαναδεί μπροστά του.

 

Οι δύσκολες στιγμές είναι αυτές που δείχνουν την ψυχή του καθενός και στη θέα του φιδιού ο κυρ-Αλέκος τα χρειάστηκε… Με την πρώτη ευκαιρία το έβαλε στα πόδια και κίνησε να φτιάξει τη ζωή του σε άλλους τόπους, εκεί που οι ευκαιρίες για ανάπτυξη, εργασία και ευημερία είναι περισσότερες. Ίσως να γυρίσει πίσω μια μέρα στη γειτονιά μας, οδηγώντας μια μερτσέντες μεταχειρισμένη, αντάλλαγμα για την καλή προσαρμογή και την ευελιξία του.

 

Κοίταξε ο Μαυρομάτης την πλάτη του κυρ-Αλέκου που απομακρυνόταν και γέλασε με αυτόν τον τρόπο που ξέρουμε να γελάμε όλοι εμείς στη φαβέλα. Έκανε ένα τσιγάρο να ικανοποιήσει την αρρώστια του και όχι για να αποφασίσει αυτό που ήταν ήδη αποφασισμένο προ πολλού.

 

Έχωσε τα πόδια του στο βάλτο, βρήκε το φίδι και ότι έγινε το ξέρει μόνο αυτός και η μαύρη του η μοίρα. Το μόνο που ξέρουμε εμείς είναι ότι ο γείτονας μας ο Μαυρομάτης πέθανε στο κρεβάτι του, πέντε μέρες μετά, χτυπημένος, ματωμένος, με ένα πόδι λιγότερο. Όσοι τον είδαμε λίγο πριν το τέλος και ακούσαμε τους εφιάλτες του, πιστεύουμε πως σε εκείνη τη μάχη έχασε και τα λογικά του. Το φίδι, πάντως, δεν το ξανακούσαμε από τότε. Ίσως είναι νεκρό, ίσως κρύβεται κάπου μέχρι να ανακτήσει τις δυνάμεις του.

 

Όσο για τον κυρ-Αλέκο, δεν ξέρω αν είναι πρέπον να το πω… αφού πέταξε πανοπλία, ασπίδα και δόρυ, φόρεσε ένα πράσινο γιλέκο και συνεχίζει μέχρι σήμερα να τριγυρίζει στο Βοτανικό.

 

– Οποιαδήποτε ομοιότητα με πρόσωπα και καταστάσεις είναι συμπτωματική. –

 

 

1 ΣΧΟΛΙΟ
  • Ανώνυμος 18 Απριλίου 2018

    Για άλλη μια φορά μας κρατήσατε ωραία παρέα…καλή συνέχεια.

    2

    0

ΣΧΟΛΙΑΣΜΟΣ

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.