Generic selectors
Exact matches only
Search in title
Search in content
Search in posts
Search in pages

Ο Αχλαδόκαμπος αλλιώς (γράφει ο Γεώργιος Στείρης)

 

 

Γεώργιος Στείρης,
Επίκουρος καθηγητής Φιλοσοφίας
Πανεπιστήμιο Αθηνών

Με αφορμή το άρθρο του Γ. Νικολόπουλου στα argolika.gr ερεύνησα ορισμένες πτυχές της ετυμολογίας του τοπωνυμίου και ταυτόχρονα της ιστορίας του Αχλαδοκάμπου, τις οποίες έκρινα σκόπιμο να συγκεντρώσω στο κείμενο αυτό.

 

Αρχικά, διαπίστωσα την πεισματική επιμονή στην ορθότητα της προτεινόμενης από τον αείμνηστο Ι. Αναγνωστόπουλο ερμηνείας, σύμφωνα με την οποία η λέξη συντίθεται από τις λέξεις άκλαδος και κάμπος. Ως βασικά επιχειρήματα υπέρ της θέσης αυτής προβάλλονται ορισμένες αναφορές σε ξενόγλωσσα κείμενα περιηγητών ή σε ξυλογραφίες, όπου ο Αχλαδόκαμπος αναφέρεται ως Aglado – Campos, Ahlado – Campo, Aglado – Lampo, Achlado – kampos, Achladokampos, Aklado – Kampos, Akladho – Kampo, και η φωνητική συγγένεια των κ και χ, που οδηγεί στην αρκετά συχνή εναλλαγή τους στα ελληνικά. Θα υποστηρίξω ότι οι μεταγραφές του όρου σε ξένες γλώσσες, αιώνες πριν, όταν η ακρίβεια δεν ήταν το πρώτο ζητούμενο, δεν είναι κατ’ ανάγκη ορθές, ούτε καν ενδεικτικές. Για παράδειγμα, σε κείμενα της εποχής που αναφέρονται ορισμένες από τις προηγούμενες εκδοχές της λέξης Αχλαδόκαμπος, αλιεύονται τα Napoli = Ναύπλιο, Xergalatio = Ζευγαλατιό, Degliana = Δολιανά, Craveri = Κιβέρι και άλλα χειρότερα.

 

Μια στοιχειωδώς σοβαρή γλωσσολογική μελέτη της λέξης Αχλαδόκαμπος προδίδει την ορθότητα της ερμηνείας του Δ. Βαγιακάκου, ο οποίος θεωρεί ως συνθετικά της τα αχλάδι και κάμπος. Όπως αναφέρει ο έγκριτος και εμβριθής μελετητής των ελληνικών Ν. Σαραντάκος: «Το αχλάδι προέρχεται από το αρχαίο αχράς, η αχράς της αχράδος δηλαδή, λέξη που αρχικά φαίνεται ότι σήμαινε την άγρια παραλλαγή, το αγριάπιδο. Μάλιστα, στη συλλογή παροιμιών του Βάρνερ, που δημοσιεύτηκε στην Πόλη περί το 1650, βρίσκουμε μια παροιμία που έχει και τις δυο λέξεις μαζί: τ’ απίδια με παρακαλούν, κι αχλάδες θε να φάγω; -δηλαδή, αφού μπορώ να γευτώ κάτι το εκλεκτό, δεν υπάρχει λόγος να προτιμήσω κάτι υποδεέστερο• εδώ, οι αχλάδες είναι τα αγριάπιδα και τα απίδια είναι το εκλεκτό, καλλιεργημένο φρούτο (που το λέμε σήμερα αχλάδι). Τα αγριάπιδα είναι μικρά και στυφά, αν και κάποιοι τα τρώνε. Λέγονται και γκόρτσα, και γκορτσιά το δέντρο τους –σλάβικης αρχής θαρρώ. Σύμφωνα με τον Ν. Πολίτη, τον Μεσαίωνα η λέξη απίδι έχασε έδαφος στην Αττική και σε όλα τα άλλα μέρη όπου κατοικούσαν αλβανόφωνοι, επειδή στα αρβανίτικα μπιθ ή πίδε είναι, με το συμπάθειο, ο κώλος». Επίσης, η λέξη κάμπος προέρχεται από το λατινικό campus, παρά ορισμένες ευφάνταστες και πατριδολάγνες ερμηνείες. Η λέξη κάμπος απαντάται στα αρχαία ελληνικά να σημαίνει το θαλάσσιο τέρας (Lyc.414.). Στα ελληνικά που μιλούσαν οι Έλληνες της Σικελίας σημαίνει τον ιππόδρομο, σύμφωνα με το ποίημα Ποιμήν τοῦ Ἑρμᾶ (2ος αιώνας μ.Χ.), όταν ήδη υπήρχε η λατινική λέξη campus. Στην ηπειρωτική Ελλάδα η λέξη κάμπος, με τη σημασία του πεδίου, αρχίζει να χρησιμοποιείται στα μεσαιωνικά ελληνικά, ως γλωσσικό δάνειο από τις λατινογενείς γλώσσες. Οι λέξεις κάμπος και πεδίο δεν έχουν ετυμολογική σχέση. Η μόνη σχέση τους είναι εννοιολογική. Η λέξη Αχλαδόκαμπος φαίνεται, και από τα δύο συνθετικά της, ότι αποτελεί δημιούργημα της μεταβυζαντινής περιόδου, όταν αρχίζει να αναφέρεται και στις πηγές με την ονομασία αυτή, έστω στις ξενόγλωσσες εκδοχές της.

 

Ως αντεπιχείρημα στις παραπάνω θέσεις μου αναφέρθηκε η μνεία του Αχλαδοκάμπου στην Notitia του Alberghetti (1711). Ερευνώντας το πρωτότυπο κείμενο διαπίστωσα ότι στο ενετικό κείμενο το χωριό αναφέρεται ως Acladocanbo, ως μια ενιαία λέξη. Περαιτέρω, μου υποδείχθηκε ότι τη λέξη Αχλαδόκαμπος, ως σύνθετη, την αναφέρει ο διερμηνέας της Γαλλικής Πρεσβείας στην Κωνσταντινούπολη B. Brue (1715). Διαβάζοντας το κείμενο του Brue διαπίστωσα ότι είχε μεταφερθεί επιλεκτικά στους σύγχρονους Αχλαδοκαμπίτες και την τοπική βιβλιογραφία. Ο Brue αναφέρει τον τόπο ως Ahlado-Campo και συμπληρώνει ότι ο ευρύχωρος κάμπος είναι γεμάτος άγριες αχλαδιές. Αυτή η αποστομωτική αναφορά σκοπίμως είχε παραλειφθεί στα κείμενα όσων υποστηρίζουν την ετυμολογία άκλαδος + κάμπος, ενώ είχαν διατηρηθεί όλες οι υπόλοιπες πληροφορίες του Brue για μύλους, νερά και ερείπια. Επίσης, στη γαλλική εκδοχή ενός δίγλωσσου (γαλλο-ρουμανικού) περιηγητικού κειμένου, ομοίως του 1715, αναφέρεται η περιοχή ως Clairiere Campos. Η σύγχρονη αχλαδοκαμπίτικη βιβλιογραφία μετέφραζε το clairiere ως επίθετο που σημαίνει καθαρός. Μόνο που πρόκειται για ουσιαστικό και σημαίνει το ξέφωτο. Αν βρεθεί κάποιος στον Αχλαδόκαμπο, θα διαπιστώσει δια γυμνού οφθαλμού ότι ο κάμπος είναι το πλέον φωτεινό μέρος της περιοχής, σε αντίθεση προς τις πλαγιές που δεν τις βλέπει πολύ ο ήλιος. Επίσης, ο αρχαίος δρόμος, μέσω Βελανιδιάς, είναι όντως σκοτεινός. Η ρίζα αχλα, στα ελληνικά, δηλώνει συνήθως σκοτεινές περιοχές.

 

Μου αντιτάχθηκε εκ νέου ότι η περιοχή αναφέρεται από το Θουκυδίδη, με αφορμή τη μάχη Αργείων – Λακώνων στα 669/668 π.Χ., ως αναπεπταμένο πεδίο, συνεκδοχικά ως άκλαδος κάμπος. Ερευνώντας το κείμενο του Θουκυδίδη βρήκα ότι αναφέρεται στις Υσιές, στην ευρύτερη περιοχή δηλαδή του Αχλαδοκάμπου, στο εξής χωρίο [5.83.2]: «ὁ Ἀρχιδάμου Λακεδαιμονίων βασιλεύς. καί τά μάν ἐκ τῆς πόλεως δοκοῦντα προϋπάρχειν οὐ προυχώρησεν ἔτι· τά δέ οἰκοδομούμενα τείχη ἑλόντες καί καταβαλόντες καί Ὑσιάς χωρίον τῆς Ἀργείας λαβόντες καί τούς ἐλευθέρους ἅπαντας οὓς ἔλαβον ἀποκτείναντες ἀνεχώρησαν καί διελύθησαν κατά [5.83.3] πόλεις”. Στο χωρίο αυτό δεν υπάρχει καμιά αναφορά σε πεδίο αναπεπταμένο και η μάχη που αναφέρεται έγινε το 417. Στη μάχη του 669/68 δεν αναφέρεται ο Θουκυδίδης, με βάση όσα εντόπισα, αλλά ο Παυσανίας [24.7]: «ἐπανελθοῦσι δέ ἐς τήν ἐπί Τεγέας ὁδόν ἐστιν ἐν δεξιᾷ τοῦ ὀνομαζομένου Τρόχου Κεγχρεαί. τό δέ ὄνομα ἐφ’ ὅτῳ τῷ χωρίῳ γέγονεν, οὐ λέγουσι, πλήν εἰ μή καί τοῦτο ἄρα ὠνομάσθη διά τόν Πειρήνης παῖδα Κεγχρίαν. καί πολυάνδρια ἐνταῦθά ἐστιν Ἀργείων νικησάντων μάχῃ Λακεδαιμονίους περί Ὑσιάς. τόν δέ ἀγῶνα τοῦτον συμβάντα εὕρισκον Ἀθηναίοις ἄρχοντος Πεισιστράτου, τετάρτῳ δέ ἔτει τῆς <ἑβδόμης καί εἰκοστῆς> Ὀλυμπιάδος ἣν Εὐρύβοτος Ἀθηναῖος ἐνίκα στάδιον. καταβάντος δέ ἐς τό χθαμαλώτερον ἐρείπια Ὑσιῶν ἐστι πόλεώς ποτε ἐν τῇ Ἀργολίδι, καί τό πταῖσμα Λακεδαιμονίοις ἐνταῦθα γενέσθαι λέγουσιν”. Και πάλι όμως δεν υπάρχει η αναφορά σε πεδίο χωρίς κλαδιά ή βλάστηση. Αφήστε που η σύγχρονη έρευνα αμφισβητεί ότι έγινε η μάχη των Υσιών στα 669/68. Οι σημαντικότεροι σύγχρονοι ιστορικοί της αρχαϊκής Ελλάδας, σε διεθνές επίπεδο, θεωρούν ότι πιθανότατα η μάχη αυτή δεν έγινε ποτέ και αποτελεί μύθο.

 

 

 

 

   
ΧΩΡΙΣ ΣΧΟΛΙΑ

ΣΧΟΛΙΑΣΜΟΣ

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.

error: Περιεχόμενο που προστατεύεται από πνευματικά δικαιώματα.