Τα τραγούδια του Θεού (Γράφει ο Γιώργος Κόνδης)

Είχεν απολύσει η λειτουργία μετά την παννυχίδα εις το παρεκκλήσι του Αγίου Ελισσαίου και την ώραν του αντιδώρου, η γυνή του Μπούκη του φίλου μου, ακολουθουμένη από την μικράν κόρην της, την Αγγελικούλαν, μ’επλησίασεν εις το στασίδι, δια να μου υπομνήση, ως συνήθως, ότι έπρεπε να υπάγω εις το γεύμα. Τότε η μικρά παιδίσκη …. μ’εχαιρέτισε και μου λέγει:

 

– Εσύ, μπαρμπ’ Αλέξανδρε, ψέλνεις τα τραγούδια του Θεού.

 

Τραγούδια του Θεού! Έκτοτε η μικρά με ήκουε να ψάλλω συνεχώς «Τραγούδια του Θεού», εις τον πενιχρόν νυχτερινόν ναΐσκον, όπου εσύχναζε τακτικά με την μητέρα της.

 

…. με ήκουσεν η μικρά να ψάλλω το «Αγαλλιάσθω τα δρυμού ξύλα σύμπαντα». Και την ημέραν του Θεολόγου έψαλα το «Φίλε μυστικέ, Χριστού επιστήθιε». Και του Αγίου Δημητρίου έμελψα το «Δεύρο Μάρτυς Χριστού προς ημάς». Και των Εισοδίων έψαλα το «Διανέμοις των χαρισμάτων». Και του Αγίου Νικολάου έψαλα «Την Ζωοδόχων πηγήν την αέναον», και «Της Εκκλησίας τα άνθη περιιπτάμενος». Και τα Χριστούγεννα έψαλα το «Θεός ών ειρήνης». Και του Αγίου Βασιλείου το «Δεύτε του Δεσπότου τα ένδοξα Χριστού ονομαστήρια» και το «Σου την φωνήν έδει παρείναι, Βασίλειε». Και των Φώτων έψαλα το «Ιησούς ο ζωής αρχηγός». …..

 

Κ’ η μικρά κόρη τα ησθάνετο, και τα επόθει και τα εχαρακτήριζε, με αγγελικόν αίσθημα, ως «τραγούδια του Θεού».

 

(Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, Τα τραγούδια του Θεού, 1912)

 

Παννυχίδα = ολονυχτία, αγρυπνία

 

 

Καθώς ο ανακαινισμένος Αγ. Σπυρίδωνας στο Ναύπλιο γέμιζε από τον κόσμο που προσερχόταν για την εκδήλωση των «Πάλαι Ποτέ» την αφιερωμένη στον «Άγιο των ελληνικών γραμμάτων», στον δικό μας Φτωχούλη του Θεού, τον κυρ-Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη, μου ήρθαν στη μνήμη τα λόγια αυτά και οι εικόνες από το διήγημά του. Χρειάζεται να σημειώσω ξανά την αξιέπαινη απόφαση ν’ ανοίξουν οι ναοί της Αργολίδας σε εκδηλώσεις πολιτισμού. Η εκδήλωση στον Αγ. Σπυρίδωνα δεν είναι η πρώτη. Ο Αγ. Πέτρος στο Άργος έχει ήδη υποδεχθεί τις διασκευές της «Βιογραφίας» του Αγίου και την «Αποκάλυψη του Ιωάννη», από την Πολιτιστική Αργολική Πρόταση. Χωρίς αμφιβολία η Αργολική Εκκλησία πρωτοπορεί και οι εκδηλώσεις αποκτούν μια πρόσθετη ποιοτική διάσταση καθώς συνδυάζουν το περιεχόμενό τους με την ιδιαίτερη συναίσθηση που δημιουργεί ο χώρος. Ο κοσμοκαλόγερος Παπαδιαμάντης στον Αγ. Σπυρίδωνα! Εκεί που άφησε την τελευταία του πνοή, προδομένος από εκείνους που ευεργέτησε, ο Κυβερνήτης Ι. Καποδίστριας. Η ψυχή του σίγουρα θα είχε πιάσει κάποιο στασίδι, ανάμεσα στους πολίτες που αγάπησε και που τη βραδιά αυτή είχαν γεμίσει ασφυκτικά την εκκλησιά.

 

 

Γύρω-τριγύρω μερικά κεριά, καντήλια αναμμένα και ένα απαλό φως από τα ψαλτήρια, ν’ ανακατεύει τους ίσκιους και τα πρόσωπα. Μόνο στο ιερό, φως δυνατό τονίζει την κόγχη με τον Ευαγγελισμό. Όλοι μας περιμένουμε τα πρώτα λόγια από το «Άνθος του γιαλού», μέσα σε περιβάλλον κατανυκτικό, ίσως πρωτόγνωρο για τα τοπικά δεδομένα. Όταν η Γιάννα Βασιλείου άρχισε να διηγείται τ’όραμα του Μανού του Κορωνιού, μόνο η παραμυθένια φωνή της και το τσίριγμα των κεριών ακούγονταν στο χώρο. Οι αρχάγγελοι, οι άγιοι, τα χερουβείμ, όλοι άκουγαν με προσοχή το Λίμπο τον Κοκόια να εξηγεί στους δυο νέους τι ήταν εκείνο το φωτάκι στον ορίζοντα που έβλεπαν κάθε βράδυ και που δεν θα μπορούσαν ποτέ να το φτάσουν με τη βάρκα τους…

 

 

Πέρασαν τα Χριστούγεννα, τελειώθηκε το μυστήριο, έγινε η σωτηρία, και το Βασιλόπουλο δεν ήρθε να πάρει την Λουλούδω!….. τα δάκρυα της κόρης επίκραναν το κύμα τ’αρμυρό, οι αναστεναγμοί της εδιαλύθηκαν στον αέρα, κ’ η προσευχή της έπεσε πίσω στη γη, χωρίς να φθάση στο θρόνο του Μεγαλοδύναμου. Ένα λουλουδάκι αόρατο, μοσχομυρισμένο, φύτρωσε ανάμεσα στους δυο αυτούς βράχους, όπου το λεν Άνθος του Γιαλού, αλλά μάτι δεν το βλέπει… Κ’ η Σπίθα εκείνη, η φωτιά του πελάγου που είδες, Μάνο, είναι η ψυχή του βασιλόπουλου, που έλυωσε, σβήσθηκε στα σίδερα της σκλαβιάς, και κανείς δεν την βλέπει πια, παρά μόνον όσοι ήταν καθαροί τον παλαιόν καιρό, και οι ελαφροΐσκιωτοι στα χρόνια μας.

 

 

Οι καθαροί του παλαιού καιρού και οι ελαφροΐσκιωτοι των ημερών μας! Αντήχησαν οι λέξεις στο τέμπλο και πέρασαν στα έγχορδα και στα κρουστά των μουσικών, να συνοδέψουν την παρακλητική φωνή της Κατερίνας Βεργάδου με στίχους βγαλμένους από τον «Σημαδιακό». Η θειά Αχτίτσα, το Ζερπινιώ, ο Αμερικάνος, ο παπα-Φραγκούλης ο Σακελλάριος, ο καπτα-Στεφανής ο Μπέρκος, η Διαλεχτή, οι αιπόλοι, οι αλιείς και οι πτωχοί άνθρωποι του παπαδιαμαντόκοσμου ξεχύθηκαν στον ιερό χώρο, κάθισαν δίπλα στα άγια πρόσωπα που έμοιαζαν να χαμογελούν και άκουγαν προσεκτικά τις ιστορίες, τις δικές τους ιστορίες, από τον Γιώργο Μιχαλόπουλο, τον Γιάννη Γέμελα, τη Χρύσα Νταή, την Πέγκυ Νόνη και την Ελπίδα Κομιανού που έκλεινε την όμορφη ετούτη βραδιά με τον μπαρμπα-Γιαννό τον Έρωντα, τον έρημο στον κόσμο ετούτο.

 

 

Κι έφτασαν οι λέξεις να σημαίνουν τον κόσμο έξω από την εκκλησιά όπου βρισκόμαστε, λίγο πιο κει από το σπίτι του καθενός, λίγο πιο πέρα από τη δουλειά των νοικοκυραίων.

 

Χειμών βαρύς, οικία καταρρέουσα, καρδία ρημαγμένη. Μοναξία, ανία, κόσμος βαρύς, κακός, ανάλγητος. Υγεία κατεστραμμένη. Σώμα βασανισμένον, φθαρμένον, σωθικά λυωμένα.Δεν ημπορούσε πλέον να ζήση, να αισθανθή, να χαρή. Δεν ημπορούσε να εύρη παρηγορίαν, να ζεσταθή. Έπιε δια να σταθή, έπιε δια να πατήση, έπιε δια να γλιστρήση.(…) Εκλονήθη, εσαρρίσθη, έκλινε και έπεσεν. Εξηπλώθη επί της χιόνος, και κατέλαβε με το μακρόν του ανάστημα όλον το πλάτος του μακρού στενού δρομίσκου. Άπαξ εδοκίμασε να σηκωθή, και είτα εναρκώθη. Εύρισκε φρικώδη ζέστην εις την χιόνα.(…) Κ’επάνω εις την χιόνα έπεσε χιών. Και η χιών εστοιβάχθη, εσωρεύθη δυο πιθαμάς, εκορυφώθη. Και η χιών έγινε σινδών, σάβανον. Και ο μπαρμπα-Γιαννιός άσπρισεν όλος, κ’εκοιμήθη υπό την χιόνα, δια να μη παρασταθή γυμνός και τετραχηλισμένος, αυτός και η ζωή του και οι πράξεις του, ενώπιον του Κριτού, του Παλαιού Ημερών, του Τρισαγίου».

 

Μια διήγηση πραγματικά συγκλονιστική που άφησε σκέψεις πολλές και τίμησε την εξαιρετική προσπάθεια της ομάδας. Ένα ζεστό κρασί έξω από τον Αγ. Σπυρίδωνα βοήθησε την κουβέντα για όσα είδαμε και ακούσαμε. Μέσα, με το φως των καντηλιών, τα άγια πρόσωπα θα είχαν τη δική τους κουβέντα για τα λόγια του κοσμοκαλόγερου και τις διηγήσεις. Μέχρι το πρωί… καθώς με το ξημέρωμα παίρνουν και πάλι την αμίλητη θέση που τους ορίστηκε, ώστε ν’ ακούν τους ψίθυρους της προσευχής εκείνων που έρχονται ν’αφιερώσουν το κερί τους.

 

(Παναγιώτης Δρίτσας: κρουστά, Μιχάλης Τετώρος: βιολί, Κώστας Κουμάκης: κιθάρα)

 

 

 

1 σχόλιο

Σχολιάστε...

Γράψτε το σχόλιό σας
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.

Πρόσφατα σχόλια