Δημήτρης Μπεκιάρης: Ο Αργείτης δήμιος στη λαιμητόμο του Ναυπλίου

658 Likes
43 Shares
0 Comments

 

του Γιώργου Νικολόπουλου

 

Το 19ο αιώνα, το πιο μισητό επάγγελμα ήταν αυτό του δήμιου, του χειριστή της λαιμητόμου που είχε εγκατασταθεί στο Παλαμήδι και που συχνά έκανε και «περιοδείες» στην υπόλοιπη Ελλάδα, στον τόπο τέλεσης των εγκλημάτων των μελλοθάνατων.

 

Ο εκάστοτε δήμιος κατά κανόνα ήταν βαρυποινίτης καταδικασμένος σε θάνατο που τα Δικαστήρια είχαν μετατρέψει την ποινή σε ισόβια κάθειρξη. Κατοικούσε στο Μπούρτζι όπως και ο βοηθός του, όχι μόνο επειδή ήταν κατάδικοι αλλά και για προστασία μιας και ήταν μισητοί σε όλο τον πληθυσμό της πόλης. Μόνο με τους βαρκάρηδες που τους κουβαλούσαν προμήθειες είχαν καλές σχέσεις μιας και εκείνοι επωφελούνταν οικονομικά παραδίδοντάς τους τα ψώνια σε πολύ υψηλότερες τιμές.

 

Ένας από τους δήμιους που πέρασαν από την καρμανιόλα του Ναυπλίου, από τους πιο ξακουστούς και τρομερούς ήταν ο Αργείτης Δημήτρης Μπεκιάρης.

 

Ο Μπεκιάρης καταδικάστηκε σε κάθειρξη επειδή ενώ διατηρούσε σχέση με μια παντρεμένη, σκότωσε το σύζυγό της. Παρόλο που δήμιοι γίνονταν βαρυποινίτες για να ελαττώσουν το χρόνο της κάθειρξής τους, με τον Μπεκιάρη συνέβη το εξής παράδοξο: Ανέλαβε υπηρεσία (στην αρχή ως βοηθός) μόλις 6 μήνες πριν εκτίσει την ποινή του και αποφυλακισθεί… Αυτό συνέβη γύρω στα 1870.

 

Η εφημερίδα «Αργολίς» γράφει πως ήταν σφάλμα της Δικαιοσύνης που του επέτρεψε να γίνει δήμιος μιας και σύντομα θα απολυόταν. Θα μπορούσε να βρεθεί κάποιος άλλος βαρυποινίτης: «…εις τους κόλπους της κοινωνίας προτιμώτερον ήτο να επανέλθη ως εκτίσας ποινήν καταδίκου» παρά «ως εκτίσας θητείαν δημίου».

 

Μετά το θάνατο του βασικού δήμιου, ο Μπεκιάρης από βοηθός πήρε προαγωγή. Η θητεία του ανανεωνόταν και άσκησε τα καθήκοντά του για μια δωδεκαετία. Ο μισθός του έφτανε τις 300 δραχμές το μήνα ενώ για κάθε καρατόμηση έπαιρνε επιπλέον 100. Λέγεται ότι η μάνα του, αν και πάμπτωχη, ποτέ δεν δέχτηκε οικονομική βοήθεια από το φονιά γιο της. Περιφρόνησε τα χρήματα που της πρόσφερε και ξενοδούλευε για να ζήσει. Τα χρήματα οι δήμιοι δεν τα σπαταλούσαν μόνο για φαγητό. Συχνά τις νύχτες έβγαιναν κρυφά (ακόμη και μεταμφιεσμένοι) στην πόλη και διασκέδαζαν ενώ κάποιοι διατηρούσαν σπίτια.

 

Η λαιμητόμος που χρησιμοποιούσαν οι δήμιοι του Ναυπλίου. Σήμερα βρίσκεται στο Εγκληματολογικό Μουσείο

Ο δημοσιογράφος Σταμ Σταμ (Σταμάτης Σταματίου, 1881-1946) τη δεκαετία του 1920 είχε γράψει κείμενο (αναδημοσιεύτηκε στο περιοδικό «Ελλέβορος» το 1992) που αναφερόταν στη μαρτυρία ενός γέρου βαρκάρη, του Σταμάτη, ο οποίος στα νιάτα του τροφοδοτούσε τους δήμιους στο Μπούρτζι.

 

Ο γερο-βαρκάρης αναφέρεται και στην οικονομική βοήθεια που είχαν από τους δήμιους οι φτωχές οικογένειες: «Ήταν ψυχοπονιάρηδες οι δήμιοι. Κάθε Μεγάλη Παρασκευή μου δίνανε από πεντακόσιες δραχμές και μοίραζα στους φτωχούς του Αναπλιού, για να κάνουν Πάσχα».

 

Όταν ο Μπεκιάρης συμπλήρωσε 12ετή θητεία ως δήμιος, γύρισε στο Άργος αλλά οι συμπολίτες του τον απέφευγαν, τον περιφρονούσαν και τον μισούσαν. Βλέποντας το εχθρικό περιβάλλον, επέστρεψε για άλλα δύο χρόνια στα γνωστά του καθήκοντα. Μετά τη νέα του επιστροφή στο Άργος, ξανά τα ίδια και ακόμη χειρότερα…

 

Επειδή έμαθε ότι ο νέος δήμιος είναι βαριά άρρωστος, έσπευσε στον Εισαγγελέα Εφετών Ναυπλίου να δηλώσει ότι είναι πρόθυμος να διαδεχτεί το συνάδελφό του όταν εκείνος πεθάνει…

 

Το πρωί της Δευτέρας 6 Μαΐου 1886 ο Δημήτρης Μπεκιάρης βρισκόταν σε ένα υποδηματοποιείο στην πλατεία Συντάγματος. Εκεί βρέθηκε και ένας άλλος Αργείτης, ο κρεοπώλης Αντώνης Χατζαρούλας, ο οποίος του είπε (σύμφωνα με την εφημερίδα «Αργολίς»): «Δεν ντρέπεσαι καημένε Μπεκιάρη να ζητείς να γίνεις πάλι δήμιος; Δεν ησυχάζεις πλέον να ζήσεις ως άνθρωπος, δεν εβαρέθης να χύνεις ανθρώπινον αίμα»;

 

Ο Σταμάτης, ο βαρκάρης – προμηθευτής των δημίων, ανέφερε πολλά χρόνια αργότερα ότι ανάμεσα στους δύο συμπατριώτες έγινε ο εξής διάλογος:
Χατζαρούλας: Άιντε να χαθείς ορέ, πάλι μπόγιας εδηλώθηκες. Ντρόπιασες το Άργος.
Μπεκιάρης: Άσε με στη δυστυχία μου βρε Χατζαρούλα.
Χατζαρούλας: Φτου σου από δω, μας κάνεις να μην έχουμε μούτρα στον κόσμο οι Αργείτες…

 

O Μπεκιάρης πήρε αστραπιαία μια φαλτσέτα από το τραπέζι του υποδηματοποιού και του την κάρφωσε βαθιά στο στήθος σκοτώνοντάς τον. H εφημερίδα «Άργος» έγραψε μετά το φονικό (στις 11-5-1886): «Θεία Δίκη: O υπό του αιμοβόρου Μπεκιάρη, πρώην δημίου, φονευθείς κρεοπώλης Αντ. Χατζαρούλας είχε διαπράξει δύο φόνους εξ αμελείας. Ο Θεός αργεί αλλά δεν λησμονεί, κατά το κοινόν».

 

Ο φονιάς τράπηκε σε φυγή όμως στρατιωτικό απόσπασμα που ειδοποιήθηκε αμέσως τον συνέλαβε στην οδό Άργους. Οδηγήθηκε στη φυλακή, συνοδευόμενος από πλήθος αγανακτισμένων πολιτών που ήθελαν να τον κάνουν χίλια κομμάτια.

 

Κάποιοι στη συνέχεια έλεγαν ότι το έγκλημα το έκανε για να αυξήσει τις πιθανότητες να ξαναδουλέψει ως δήμιος.

 

Ο γερο-Σταμάτης ο βαρκάρης ανέφερε για το τέλος του Δημήτρη Μπεκιάρη:

 

«Δικάστηκε ο Μπεκιάρης γι’ αυτό, να μείνει 8 χρόνια μέσα. Κι έτσι έπιασε πάλι την παλιά του τη δουλειά. Μέσα στα χέρια μου ξεψύχησε. Ζήτησε να του ξεσχίσω λίγο το πουκάμισο στο λαιμό, ρώτησε αν ήρθε ο ανιψιός του, σταύρωσε τα χέρια του, είπε: “Στο όνομα του Κυρίου” και τέλειωσε… Σαν πήγαν να τον θάψουν στο Άργος, σηκώθηκε όλη η πόλη στο ποδάρι. Με τενεκέδες, με ξύλα, με τουφέκια βγήκαν έξω και δεν άφηναν να θάψουν κει πέρα το νεκρό. Τον κράτησαν κάμποσες ώρες έτσι και τη νύχτα τον θάψαν κάπου εκεί, σε μια πλαγιά, πέρα απ’ το Νεκροταφείο»…

 

 

Διαβάστε ακόμη: 

Η γέρικη λαιμητόμος του Ναυπλίου – Γιατί οι Ναυπλιώτες έκαψαν άλλες δύο ολοκαίνουργιες

 

 

ΧΩΡΙΣ ΣΧΟΛΙΑ

ΣΧΟΛΙΑΣΜΟΣ

error: Περιεχόμενο που προστατεύεται από πνευματικά δικαιώματα.