Ληγμένα και αιώνια (γράφει ο Γιώργος Κόνδης)

205 Likes
54 Shares
0 Comments

 

του Γιώργου Κόνδη

28/9/1990 αρχίζει το μεγάλο πια ταξίδι για το λαμπρότερο παιδί του Αναπλιού, το Νίκο Καρούζο. Η αφιέρωση των «Αργολικών» άγγιξε λεπτές χορδές και ανατάραξε την ψυχική γαλήνη που χαρίζει η αμεριμνησία των καιρών και των τόπων. Πλούσια λόγια, θαμμένα σε γραμμές συνεντεύξεων και σε στιχάκια που αποκαλύπτουν την ουσία των πραγμάτων, την πηγή των πνευματικών εμπειριών, τους απίστευτα δύσκολους δρόμους μιας προσωπικής πορείας χωρίς συμβιβασμούς και διευκολύνσεις κολάκων, χωρίς ερμηνευτικές ψευδαισθήσεις δημιουργικότητας. Είναι πάντα οι ίδιες μοναχικές πορείες των μεγάλων ανθρώπων του πνεύματος, εκείνων που με μόνο όπλο τη γλώσσα, διατηρούν την Κιβωτό του Λόγου που οργανώνει το πέρασμά μας από ετούτα τα χώματα, κι ας μην γίνεται (κατα)νοητό στο «ευρύ κοινό», κι ας ζούμε θλιβερές στιγμές συλλογικής αξιακής και πνευματικής αποτέφρωσης.

 

Ο Ν. Καρούζος ακολούθησε πιστά τις αρχές του μοναχισμού! Εξαιρετικό παράδειγμα, αν όχι σπάνιο, εκείνων των ανθρώπων που έχουν εντρυφήσει, βιώσει και οργανώσει βαθιά τον εσωτερικό τους κόσμο με τις γραφές του ελληνικού πνεύματος. Προσωπικές και συλλογικές καταβολές που χαράσσονται στη μνήμη και ταυτόχρονα χάνονται στους αιώνες. «Μεροκαματιάρης αναγνώστης» από τα παιδικά του χρόνια, σε μια οικογενειακή βιβλιοθήκη παρέα με τους μεγάλους Πατέρες της Εκκλησίας και τους Έλληνες φιλοσόφους και «τρόφιμος» της Εθνικής Βιβλιοθήκης συνεχίζοντας να οργώνει τον εσωτερικό του κόσμου και να κατασταλάζει στις γραμμές της ποίησής του τον ανθό της ύπαρξής του. Άσκηση υπαρξιακή με ασκηταριό την πόλη!

 

Νομίζω πως δεν θα εύρισκα καλύτερη διατύπωση από την προηγούμενη, που τη δανείστηκα από τις γραμμές ενός εξαιρετικού κειμένου γραμμένου από ένα άλλο παιδί του Αναπλιού, την Άννα Στάικου! Ήταν το ερέθισμα για να γράψω δυο απλές λέξεις σχετικά με το αφιέρωμα για τα 27 χρόνια από το θάνατο του Ν. Καρούζου. Κι αυτό γιατί εκτός από παιδί του Αναπλιού, η Άννα Στάικου ακολουθεί μια παράλληλη πορεία συμβολής στη διαφύλαξη της Κιβωτού. Δύσκολη και μοναχική! Ενάντια στο ρεύμα, στην ευκολία των ρητορικών «απελευθέρωσης», στο ναρκισσισμό της αυθεντίας. Εκφράζει τον πλούσιο εσωτερικό της κόσμο σε ένα μικρό αθηναϊκό έντυπο με τον ευρηματικό τίτλο «Η Πατησίων ΖΕΙ», που το έχουμε ήδη παρουσιάσει εδώ. Το τελευταίο της κείμενο με τίτλο «Ληγμένα», θέλησα να το μοιραστώ μαζί σας γιατί είναι εκείνο που μου πρόσφερε το ερέθισμα για τα λίγα ασήμαντα λόγια μου για το Ν. Καρούζο. Γιατί και η Άννα Στάικου ακολουθεί μια προσωπική ασκητική: άσκηση υπαρξιακή με ασκηταριό την πόλη.

 

 

 

 

ΛΗΓΜΕΝΑ

 

Οι θερινές προσδοκίες τα τελευταία χρόνια παραμένουν προσδοκίες.
Λες και τις βουτάς σε συντηρητικό, και αυτές παραμένουν άμορφες.
Το κακό είναι όμως, ότι ο άμορφος είναι και άσχημος.
Αν περιπλανηθώ στο κόσμο των παιδικών μας χρόνων, θα χαθώ.
Θα πέσω στο σφάλμα της αναπόλησης.
Θα βουτήξω στο τσούρμο που έκανε επίθεση, σα στρατός αγγέλων, στον καταπέλτη του φέρρυ –μποτ λες και κατακτούσε κορυφή βουνών.
Θα κάνω βούτες σα πρωταθλήτρια στον σπασμένο λίθινο μόλο που με βάθρο τις δέστρες –στο ήσυχο-λιμάνι θα κυνηγήσω το θησαυρό στον βυθό.
Όχι. Αν αφήσω την μνήμη θα παραμερίσω την αναπόληση.
Πατησίων –Κυψέλη. Η πόλη μου.
Τον Αύγουστο βουτάω σαν ψάρι στην ερημιά και την άγια σιωπή.
Ακόμη και το θρόισμα των δέντρων ακούγεται.
Τα τζιτζίκια, με τζιτζίκισμα αλλιώτικο πετροβολάνε τα αυτιά μας με αρμονικά ημιτόνια.
Τι χάσαμε; Πως μας συνέβη; Που πνίγηκε η αθωότητα μιας κοινωνίας ολόκληρης που εξορμούσε να δει τα ηλιοβασιλέματα και τις ανατολές στα πελάγη;
Όταν ρωτάμε ανακαλώντας την ανάμνηση των «καλών και ωραίων εξοχών», γινόμαστε τύποι αντιπαθητικοί.
Δεν με ενδιαφέρει. Αναζητώ την έξοδο στον εξώστη ανάσας, σα πυρωμένος και παθιασμένος σκαπανέας. Ποιός μπορεί να σταματήσει τον δρόμο και την φόρα ενός πυρπολημένου σκαπανέα;
Αύγουστος στην πόλη μου.Να μιλήσω ευθέως. Εμένα η πόλη μου μου αρέσει και την αγαπώ. Ετσι όπως είναι. Σιχαίνομαι τα φτιασιδώματα με ψεύδη και μανία επίδειξης.
Μ αρέσει η Πατησίων. Λατρεύω την Κυψέλη. Τόσο που κινδυνεύω να παρασύρω κι άλλους σε μετοίκηση. Αλλά δεν θα το κάνω. Ο κάτοικος της πόλης μου βρίσκεται εδώ εγκατεστημένος με αιτία.. και αίσθημα βαρύ για το χρόνο που τυλίγει τον τόπο.
Άσκηση υπαρξιακή με ασκηταριό την πόλη.
Θαρρείς και βρίσκεσαι σ ένα καράβι που οι περισσότεροι αποβιβάστηκαν και η πλώρη ανασηκωμένη σε κάνει να δεις με άλλη ματιά την Κυψέλη.
Το ηλιακό μοιρογνωμόνιο σε φέρνει στον κυψελιώτη Μίλτο Σαχτούρη.
Ανεβαίνεις την Φωκίωνος και ακούγονται τα βήματα, τα θροίσματα, και το χασμουρητό μιας γάτας μπαϊλντισμένης.
Στ αυτιά μου φτάνει ο Σαχτούρης:
«Ε…Μάρκο Πόλο μου φώναξε τότε ο Χριστός
άδεια η Φωκίωνος Νέγρη
μονάχα εμείς οι δυό είχαμε μείνει
και τα σκυλιά».
Οι ονειροπόλοι, κάτοικοι, με ορυμαγδό, σαν κυνηγημένοι φυγάδες κατέφυγαν σε πολυπληθείς και λιπόθυμες από την πολυκοσμία παραλίες.
Ασβεστωμένες πεζούλες, με συγχορδία τοπίου, στους τόπους μας κάποτε, στην σκιά μιας πυκνής συκιάς. Από κάτω οι στρατοί των αγγέλων ξεφλούδιζαν τον καρπό. Μπροστά το κύμα σιωπηλό. Λες και γύρευε ένα μελένιο από τη συκιά χάδι.
Σιωπή και ιεροτελεστία το δείλι.
Τι έγιναν αυτοί οι παραθεριστές –εραστές του κάλλους- και μύστες του κάθετου φωτός;;
Τι απέγινε η αμέριμνη περιήγηση στον τόπο μας;;
Ποιος την κυνήγησε, μεταμορφώνοντας την ήρεμη ωραιότητά της;;
Τα ερωτήματα αυτού του είδους μπορούν να ειπωθούν κυρίως εδώ. Στην καρδιά της πόλης. Ενώπιον ενός ακροατηρίου που έμεινε-ως επί το πλείστον- αφοσιωμένο στην παιδεία του και στα γράμματα που έμαθε και παρέμεινε ατάραχο στην βέβηλη παράκρουση του εύκολου και δίχως νομιμότητα πολλές φορές πλουτισμού.
Κρίσιμη και σημαντική διαφορά από την παράφωνη οχλαβοή για κατανάλωση και βρώση του παντός.
Οι παραθεριστές επέστρεψαν αλαφιασμένοι.
Στα μάτια τους νοτισμένα από την αλμύρα φάνηκαν αναδύθηκαν πελώριες χωματερές προσδοκιών και ονείρων.
Ληγμένα.
Το άθλιο εμπορικό αλισβερίσι τρώει τη σάρκα και την οσμή του τοπίου.
Ο ονειροπόλος ξωπετάχτηκε στο περιθώριο.
Στίφη άλαλων και κουφών με κρεμασμένα χιλιάδες καθρεφτάκια που ψεύδονται με αναίδεια, μπερδεύουν την ιερή ενσωμάτωση και μέθεξη του κάλλους με τον κωδικό της κάρτας τους .
Απόβραδο ενός Αυγούστου
Μ αρέσει η φεγγαράδα με τη σελήνη να γδύνεται στο μαύρο και να το βλέπεις μόνο εσύ
Να την τυλίγεις με ‘να μυστήριο και να συγκινείσαι μόνο εσύ και ο άλλος και οι χιλιάδες άλλοι, αλλά με σήματα μυστικά και χαμηλά σε συχνότητες, άλλων ήχων και πρωτόγνωρων αιθερικών παλμών μακριά από την βρώση των ατέλειωτων φλας.
Άλλο απόβραδο.
Την Μάρω που στράγγιζε το γάλα στην τσαντίλα, να χώσει σε ένα πλεγμένο από τον γερο- Στάθη καλάθι, λίγο τυρί, μαζί με συκαλάκια, και παραδίπλα το ζυμωτό καρβέλι, έτσι για φυλακτό του Σεπτέμβρη.
Ληγμένο.
Οι επόμενες γενιές δεν θα νοιώθουν τι οι παλιότεροι λένε και σιγοψιθυρίζουν.
Πώς να αντιληφθούν την καλαθούνα δίχως σέλφι της Μάρως;
Έπεσα πάλι στη δίνη της μνήμης.
Εγώ όμως από την πτώση αναζητώ το αποτύπωμα της μνήμης για να σώσω την ανάμνηση.
Να έτσι όπως έκαναν και έπρατταν οι πατεράδες μας και οι μάνες μας στην καρδιά της πόλης .Της πόλης που προσδοκούσαν να πάρουν μορφή και σχήμα τα όνειρα τους.
Όπως έκαναν οι δάσκαλοι, αναφωνώντας:
«Ναι Η ύλη πολλές φορές πάσχει. Όμως θα σε μάθω να σιάζεις τα ιστία σου»
Αυτά όλα δεν είναι ληγμένα.
Νυν και αεί ο αεικίνητος χρόνος.
Σεπτέμβρης.
Ο ρυθμός επανήλθε.
Παρ’ όλη την λήξη πολλών, ο ρυθμός κτυπάει λιγότερο φάλτσα.
Απόβραδο στην πόλη μας.
Τα νέα δεν είναι νέα. Μάλλον ποτέ δεν ήταν καινούρια.
Τόσο πολύ που αρχίζω και σκέπτομαι ότι περνάμε όλα τα δεινά από τα νέα που πρέπει να είναι πάντα πολλά και θλιβερά.
Τα βραδάκια ακούω τα βήματα με σκοπό μελωδικό όλων όσων ονειρεύτηκαν την προκοπή και τον κάματο.
Έτσι τακτοποιούσαν στα σωστά του και τον θάνατο.
Σήμερα μια γατούλα ελάχιστη και ολοκαίνουρια τάβαλε με το πλυσταριό της ταράτσας .Ξιφουλκεί με το μεντεσέ, και χαλάει ο κόσμος στο μπαλκόνι.
Η γατούλα και τα βήματα και τα όνειρά μας παραμένουν άληκτα. Πάλι καλά.!
Ο Μίλτος Σαχτούρης καθοθηγεί
Ακούστε τον…….!

 

 

Ο ΕΛΕΓΚΤΗΣ

 

Ένας μπαξές γεμάτος αίμα
ειν’ ο ουρανός
και λίγο χιόνι
έσφιξα τα σκοινιά μου
πρέπει και πάλι να ελέγξω
τ’ αστέρια
εγώ
κληρονόμος πουλιών
πρέπει
έστω και με σπασμένα φτερά
να πετάω
 

(Άννα Στάικου, «Η Πατησίων ΖΕΙ», Σεπτέμβριος 2017)

 

 

ΧΩΡΙΣ ΣΧΟΛΙΑ

ΣΧΟΛΙΑΣΜΟΣ

error: Περιεχόμενο που προστατεύεται από πνευματικά δικαιώματα.