Φανταστικές ιστορίες – επεισόδιο 4: Κουμάσι (Διήγημα του Δήμου Χώρου)

104 Likes
16 Shares
1 Comments

 

Διήγημα του Δήμου Χώρου

 

Στο δωμάτιο που νοικιάζαμε στην αυλή, εκείνο που η πόρτα του ήταν κάτω από τη σκάλα, έμενε για πολλά χρόνια ο κυρ-Παναγιώτης. Ένας άνθρωπος λεπτός, κοντό θα τον έλεγε κανείς, με λιγοστά μαλλιά, μουστάκι και γυαλιά στα ταλαιπωρημένα μάτια του. Με τα βιβλία, το διάβασμα και το γράψιμο καταπιανόταν όλη μέρα. Σε όλους μιλούσε, όλοι του μιλούσαν αλλά κανείς δεν το συμπαθούσε πραγματικά στη γειτονιά.

 

Γιατί να τον συμπαθούσε κάποιος; Με μεγάλη δυσκολία πλήρωνε το νοίκι και πολύ συχνά αργούσε πολλές μέρες να το φέρει στη μάνα μου, βερεσέ έπαιρνε στο μανάβη μερικά φρούτα για να έχει δυνάμεις να γράφει όπως έλεγε, τα ρούχα του μπαλωμένα δυο και τρεις φορές στα ίδια σημεία και στην ταβέρνα έπιανε το τραπέζι μοναχός, για να φάει μισή μερίδα φαΐ, ενώ θα μπορούσε ο ταβερνιάρης την ίδια ώρα να βάλει εκεί μια παρέα από τέσσερα άτομα και να πλουτίσει. Κακός πελάτης είσαι κυρ-Παναγιώτη του έλεγε συχνά η Δήμητρα που έμενε απέναντι, στο δωμάτιο μετά την κληματαριά, κι αυτός της γελούσε και της υποσχόταν ότι κι αυτή θα την πληρώσει σύντομα. Τώρα που το σκέφτομαι, κάθε φορά που ο κυρ-Παναγιώτης έφευγε για τα πολυήμερα ταξίδια του είχε φροντίσει να τους έχει όλους ξοφλημένους.

 

Μια φορά στους τρεις μήνες ο κυρ-Παναγιώτης έκανε ένα ταξίδι. Χανόταν για μέρες από τη γειτονιά κι όταν τον ρωτούσαν, απαντούσε πως τα ταξίδια του είναι πάντα για δουλειές.

«Αχ, αχ» του έλεγε η μάνα μου κουνώντας την παλάμη της σαν να τον δέρνει, «τι τα θέλεις τα βιβλία και περνάς την ώρα σου με δαύτα. Κι όλο γράφεις, γράφεις… Δε σου φτάνει που έχασες τη δουλειά σου για δαύτα; Γιατί κυρ-Παναγιώτη μου βασανίζεσαι»;

 

Κι αυτός γέλαγε. Πάντα γέλαγε, αλλά μια απάντηση δεν έδωσε ποτέ. Έτσι κάνανε τότε…

 

«Τι ταξίδια για δουλειές μπορεί να είχε ένας τύπος σαν και αυτόν που δεν είχε δεύτερο βρακί να βάλει; Αντί να βγάλει παράδες, να φτιάξει οικογένεια και να γίνει κύριος, διαβάζει όλη μέρα και γράφει λες και είναι κανένας σπουδαίος. Να προσέχετε το παιδί, να μην το αφήνετε να πλησιάζει το δωμάτιο του και τον καφέ να του τον πηγαίνεις εσύ και να κοιτάς τους τίλους από τα βιβλία που διαβάζει, να καταλάβουμε τι κουμάσι είναι», έλεγε στη μάνα μου ο θείος-Γιώργος ο στρατιωτικός.

 

Μ΄ αυτά και μ’ αυτά, ο κυρ-Παναγιώτης έμεινε στην αυλή μας για χρόνια. Μέχρι την μοιραία βραδιά. Εκείνη που τον βρήκαν νεκρό, με μια σφαίρα να του έχει χαλάσει το κεφάλι και το σώμα του να κείτεται στο χώμα του δρόμου. Όπως είναι φυσικό, κανείς δεν είχε δει ή ακούσει τίποτα.

 

Βέβαια, γίνανε ανακρίσεις. Ήρθαν στο σπίτι αλλά δεν δείξανε μεγάλο ενδιαφέρον να ρωτήσουν τους ανθρώπους τι γνώμη είχαν για τον κυρ-Παναγιώτη. Τα πράγματα του πήρανε, το δωμάτιο αδειάσανε και το ψάξανε πιθαμή προς πιθαμή, τους τοίχους, τα πατώματα, σηκώσανε όλα τα χαλιά, βγάλαν και πετάξανε στο πάτωμα όλα τα συρτάρια, έξυσαν τους σοβάδες πίσω από τα έπιπλα.

 

Εγώ καθόμουν με τη Δήμητρα στη σκάλα και έβλεπα. Σαν φύγαν της το είπα. «Δε θα μας ρωτήσουν για τον κυρ-Παναγιώτη»;

 

«Όχι, δε θα μας ρωτήσουν. Τα ξέρουν ήδη, καλύτερα από εμάς». Με κοίταξε και συμπλήρωσε με μια ανεξήγητη θλίψη σε μένα, «αν με ρωτούσαν, θα τους έλεγα πως ήταν ο καλύτερος πελάτης που είχα ποτέ, μικρέ».

 

Λίγες μέρες αργότερα μας επισκέφτηκε ο θείος-Γιώργος και όπως ήταν φυσικό η συζήτηση πήγε στον κυρ-Παναγιώτη. Έβγαλε ένα λόγο και κατέληξε γελώντας σε μια φράση.

 

«Τελικά μάθαμε τι κουμάσι ήτανε. Πάντα μαθαίνουμε τι κουμάσια είναι όλοι αυτοί και τους δίνουμε ένα μαθηματάκι».

 

Και τότε έγινε το κακό. Η θλίψη της μάνας μου ξεχείλισε. Σήκωσε το κεφάλι της, κοίταξε το θείο μου, και με ειρωνικό και προσβλητικό τρόπο του είπε: «προσέχτε μονάχα, γιατί καμιά φορά αυτά τα κουμάσια βγάζουν ρίζες, απλώνουν κλαδιά και σας πνίγουν».

 

Ξαφνιάστηκα. Η μάνα μου συμπαθούσε τον κυρ-Παναγιώτη; Μα αυτός δεν είχε να πληρώσει ούτε το νοίκι καλά καλά. Δεν βρήκα ώρα για άλλες απορίες, ο θείος-Γιώργος σηκώθηκε όρθιος και απασφάλισε…

 

Εκείνο το βράδυ ήταν που μάθαμε τι είδος ανθρώπου είναι ο θείος μου. Όταν θυμάμαι εκείνη τη μέρα, ακόμα και σήμερα, πονάνε τα παΐδια μου από την κορυφή ως τα νύχια. Κι ας ήμουν ο άμαχος πληθυσμός που μετά τα πρώτα λεπτά της σύρραξης βρήκε καταφύγιο πίσω από την μεγάλη πολυθρόνα του σαλονιού, για να μην καταλήξει παράπλευρη απώλεια.

 

– Οποιαδήποτε ομοιότητα με πρόσωπα και καταστάσεις είναι συμπτωματική. –

 

 

1 ΣΧΟΛΙΟ
  • Ανώνυμος 2 Σεπτεμβρίου 2017

    Όμορφο…συνεχίστε…

    4

    0

ΣΧΟΛΙΑΣΜΟΣ

error: Περιεχόμενο που προστατεύεται από πνευματικά δικαιώματα.