Φανταστικές ιστορίες (επεισόδιο 1): Υποκριτές* (διήγημα του Δήμου Χώρου)

113 Likes
16 Shares
0 Comments

 

Γράφει ο Δήμος Χώρος

 

Η σκάλα οδηγούσε τέσσερα μέτρα κάτω από το έδαφος. Μεγάλα σκαλοπάτια, από αυτά που πατάς το πόδι σου και νιώθεις ότι η στιγμή είναι σημαντική, ότι κάτι τρομερό θα γίνει οσονούπω. Ίσως όμως, να μη φταίνε τα σκαλιά για αυτό.

 

Κατέβηκε τη σκάλα παραπατώντας, απέφυγε την πτώση και το ατύχημα δύο φορές, αύξησε ταχύτητα στο μαρμάρινο πάτωμα του διαδρόμου που ακολουθούσε και παίρνοντας τη στροφή απότομα, χάθηκε πίσω από μια ανοικτή ξύλινη πόρτα. Είχε μπει σε ένα πραγματικά παράξενο δωμάτιο. Δύο μεγάλοι καθρέφτες ήταν κρεμασμένοι στο μεγάλο τοίχο. Μπροστά τους υπήρχαν καρέκλες και τραπέζια γεμάτα με σύνεργα μακιγιαρίσματος, ζελέ και λακ για τα μαλλιά, βαφές και υγρά που έβγαζαν το μακιγιάζ, ψαλίδια, γάζες και πολλά μολύβια. Πιο πίσω, σε μερικούς καλόγερους και κρεμάστρες ήταν τακτοποιημένα πολλά διαφορετικά ρούχα, παλιά ή σύγχρονα, μερικά κουρελιασμένα πλάι σε άλλα που ήταν καλοδιατηρημένα, από διαφορετικές ιστορικές περιόδους. Σε κάποιο σημείο υπήρχε και μια λιονταροκεφαλή. Από την απέναντι μεριά, ήταν συγκεντρωμένες οι περούκες και στο δάπεδο στοιβαγμένα τα παπούτσια, αντρικά και γυναικεία.

 

Δεν έδωσε σημασία σε τίποτα. Άλλωστε, τα ήξερε όλα αυτά τα αντικείμενα πολύ καλά. Έκλεισε την πόρτα πίσω του και τράβηξε το συρτάρι ενός τραπεζιού. Έβγαλε ένα φλασκί με ποτό και ήπιε όσο περισσότερο μπορούσε με μια γουλιά. Ύστερα μερικές γρήγορες, πριν σκουπίσει το στόμα του από τις σταγόνες που είχαν πέσει έξω. Η αναπνοή του επανήλθε σιγά – σιγά στο φυσιολογικό ρυθμό. Κοιτάχτηκε στον καθρέφτη, είχε πραγματικά τα χάλια του.

 

Την ίδια στιγμή ένας δεύτερος άντρας κατέβαινε τα μεγάλα σκαλιά της εξώπορτας. Το περπάτημα του ήταν αργό, κοιτούσε γύρω του φοβισμένα, προσπαθώντας να κάνει όσο το δυνατόν λιγότερο θόρυβο. Όταν βρέθηκε στο διάδρομο και βεβαιώθηκε πως δεν τον βλέπει κανείς, αύξησε κι αυτός ταχύτητα, πήρε τη στροφή υποβοηθούμενος από την κάσα της πόρτας και χάθηκε από τα μάτια κάθε πιθανού αδιάκριτου κυρίου ή κυρίας. Βλέποντας τον πρώτο άντρα μέσα στο δωμάτιο κοκάλωσε. Η σιωπή ήταν πολύτιμη και για τους δύο και κανείς δεν βιάστηκε να τη σπάσει. Ο δεύτερος αναρωτήθηκε αν ο πρώτος τον είχε δει, μπορούσε άραγε να κάνει μερικά ανάποδα βήματα και να φύγει; Το μετάνιωσε. Άλλωστε, ήξερε ότι λέγανε για αυτόν πως είχε μάτια στην πλάτη. Τι θα γινόταν αν είχαν δίκιο;

 

«Μεγάλε μου, με πρόλαβες σήμερα», είπε ανοίγοντας τα χέρια του διάπλατα και πλησιάζοντας τον πρώτο.

 

Αυτός έμεινε ακίνητος, προσπαθώντας να βρει έναν τρόπο να πιει άλλη μια γουλιά χωρίς να τον αντιληφθεί ο άλλος. Μάταιος κόπος, δεν γίνεται με τίποτα, σκέφτηκε. Ο εκνευρισμός του τον οδήγησε να ψελλίσει μόνο μια σύντομη φράση.

 

– «Μεγάλε μου, Τάκη με λένε».

 

– «Τι σύμπτωση», απάντησε ο δεύτερος. «Κι εμένα Τάκη με λένε, θα κάνουμε χρυσές δουλειές μαζί».

 

Ο πρώτος Τάκης αποφάσισε να αφήσει τα προσχήματα. Άνοιξε το φλασκί και κατέβασε μια μεγάλη γουλιά. Φούσκωσε τα μάγουλα και ξεκίνησε την κατήχηση.

 

– «Λοιπόν Τάκη, μεγάλε μου, τα είπαμε και χθες να τα πούμε και σήμερα. Έχουμε συμβόλαιο για πέντε χρόνια, στο χέρι μας είναι να κερδίσουμε ένα ακόμα για τα επόμενα πέντε. Πρέπει όμως να δουλέψουμε από τώρα για αυτό. Το κόλπο είναι απλό αλλά σίγουρο. Εμείς θα είμαστε αντίπαλοι, παντού και πάντα. Κρύο εγώ, ζεστό εσύ. Ξινό εγώ, γλυκό εσύ. Και θα κάνουνε ουρές να μας δουν και να μας ακούσουν. Όχι μόνο πάνω στη σκηνή. Όπου σταθείς κι όπου βρεθείς, καρπούζι εγώ, πεπόνι εσύ. Καμιά απορία έχεις;»

 

Ο δεύτερος Τάκης κοίταξε για λίγο σιωπηλός τον πρώτο.

 

– «Κοίτα, υπάρχουν μερικά ιδεολογικά ζητήματα που πρέπει… »

 

Ο πρώτος Τάκης εξερράγη. Έκανε μια βόλτα γύρω από τον εαυτό του, πήδηξε στον αέρα και προσγειώθηκε δύο μέτρα πιο πέρα, πάνω στον τοίχο του δωματίου.

 

– «Όχι ρε Τάκη, μεγάλε μου. Μη μου το κάνεις αυτό. Σε νόμιζα για αλάνι, για παιδί της πιάτσας. Σιγά μην αλλάξεις και τον κόσμο, ποιος νομίζεις ότι είσαι; Μια δουλειά κάνεις σαν όλες τις άλλες. Μπίζνες κάνουμε. Το κατάλαβες ή να πω στο αφεντικό να σε αλλάξει με άλλον;»

 

– «Εντάξει, μια κουβέντα είπαμε», αποκρίθηκε ο δεύτερος. «Πες μου μόνο τι ρόλο θα παίζω εγώ και θα το κάνω».

 

Ο πρώτος ήπιε μια γουλιά ακόμα για να καλμάρει.

 

– «Εγώ θα είμαι ο παραδοσιακός και εσύ θα είσαι ο σύγχρονος. Φοράω αυτή την αρχαία πανοπλία που είναι εκεί κάτω», και έδειξε στο βάθος του δωματίου, «εσύ φόρα μερικά από εκείνα τα ακριβά κουστουμάκια για να δείχνεις καινοτόμος και άνθρωπος του σήμερα. Μπερδεύονται με τα ρούχα και νομίζουν ότι είμαστε διαφορετικοί ή ότι έχουμε ιδεολογικές διαφορές», και έβαλε τα γέλια τόσο δυνατά που ακούστηκε μέχρι τη σκάλα της εισόδου.

 

Σε λίγες ώρες το θέατρο ήταν γεμάτο. Πλήθος συνέρρεε να δει τους νέους υποκριτές να παρουσιάζουν το έργο τους. Οι δύο Τάκηδες φιλήθηκαν σταυρωτά και χώρισαν για να βγουν από διαφορετικές εισόδους της σκηνής. Ήταν έτοιμοι να παρουσιάσουν μια παράσταση που θα έμενε στην ιστορία για την σφοδρή αντιπαράθεση δύο ατόμων που είχαν μεγάλα οράματα, αλλά οι ιδεολογικές διαφορές δεν τους άφησαν να μονοιάσουν ποτέ. Οι επιτυχημένες παραστάσεις παίρνουν πάντα δεύτερο πενταετές συμβόλαιο, αν όχι και τρίτο.

 

* Στο αρχαίο ελληνικό θέατρο, αυτούς που σήμερα ονομάζουμε ηθοποιούς, τους αποκαλούσαν υποκριτές.

 

Οποιαδήποτε ομοιότητα με πρόσωπα και καταστάσεις είναι συμπτωματική.

 

 

ΧΩΡΙΣ ΣΧΟΛΙΑ

ΣΧΟΛΙΑΣΜΟΣ

error: Περιεχόμενο που προστατεύεται από πνευματικά δικαιώματα.