Ο Ιησούς ως Ξένος (κείμενο του Πάνου Λιαλιάτση)

100 Likes
13 Shares
0 Comments

 

του Πάνου Λιαλιάτση

Κατά την έξοδο του Επιταφίου, τη Μεγάλη Παρασκευή, ψαλλόταν άλλοτε ένα τροπάριο που είναι γνωστό με τον τίτλο “δος μοι τούτον τον ξένον” – από τη συχνή επανάληψη της φράσεως αυτής. Είναι ένα ωραιότατο ιδιόμελον, το οποίο σπάνια ψάλλεται σήμερα. Γι’ αυτό μόνο σε μερικά λειτουργικά βιβλία καταχωρείται.

 

Παρουσιάζει τον Ιωσήφ τον από Αριμαθαίας να ζητεί επίμονα από τον Πιλάτο το σώμα του Ιησού: “Δος μοι τούτον τον Ξένον τον εκ βρέφους ως Ξένον ξενωθέντα εν κόσμω. Δος μοι τούτον τον Ξένον, ον ομόφυλοι μισούντες θανατούσιν ως Ξένον. Δος μοι τούτον τον Ξένον, ον ξενίζομαι βλέπειν του θανάτου τον Ξένον. Δος μοι τούτον τον Ξένον, όστις οίδε ξενίζειν τους πτωχούς τε και ξένους. Δος μοι τούτον τον Ξένον, ον Εβραίοι τω φθόνω απεξένωσαν κόσμω. Δος μοι τούτον τον Ξένον, ίνα κρύψω εν τάφω, ος ως Ξένος ουκ έχει πού την κεφαλήν κλίνη.»(…)

 

Οι στίχοι αυτοί είναι εμπνευσμένοι από το 25ο κεφάλαιο του κατά Ματθαίον Ευαγγελίου, που αποτελεί το βασικό κριτήριο της σωτηρίας:

 

“Ξένος ήμην και ου συνηγάγετέ με,
γυμνός και ου περιεβάλετέ με,
ασθενής και εν φυλακή και ουκ επεσκέψασθέ με”

“Ξένος ήμην και ου συνηγάγετέ με, γυμνός και ου περιεβάλετέ με, ασθενής και εν φυλακή και ουκ επεσκέψασθέ με” (στ. 43). Το τροπάριο αυτό αποδίδεται στο βυζαντινό λόγιο και διπλωμάτη Γεώργιο Ακροπολίτη (1217-1282), ο οποίος έπαιξε σημαντικό ρόλο στην αυτοκρατορία της Νικαίας κατά τον κρίσιμο 13ο αιώνα.

 

Τούτη η προσωνυμία, του Ξένου, υποκρύπτεται και στον πρόλογο του τετάρτου Ευαγγελίου, όπου ο Ιησούς ταυτίζεται με τον προαιώνιο Λόγο:

 

“Εν αρχή ην ο Λόγος, και ο Λόγος ην προς τον Θεόν, και Θεός ην ο Λόγος. Εν τω κόσμω ην, και ο κόσμος αυτόν ουκ έγνω, εις τα ίδια ήλθε, και οι ίδιοι (οι αδελφοί του, οι μαθητές του, οι συμπατριώτες του) αυτόν ου παρέλαβον. (…) Και ο Λόγος σαρξ εγένετο και εσκήνωσεν εν ημίν”.

 

Η Παράδοση αναφέρει ότι το τέταρτο Ευαγγέλιο βασίζεται στην Ιωάννειο θεολογία. Ο ηγαπημένος μαθητής Ιωάννης δίδαξε στην Έφεσο, όπου κατέφυγε με την Παναγία Μητέρα του Ιησού, την οποία “έλαβεν εις τα ίδια”. Φαίνεται πως το Ευαγγέλιο αυτό εγράφη στην Έφεσο, όπου υπήρχε ζωντανή η παράδοση του Λόγου του “σκοτεινού φιλοσόφου” Ηρακλείτου. Εδώ, λοιπόν, έγινε, για πρώτη φορά η γόνιμη συνάντηση του ελληνικού και του χριστιανικού πνεύματος, γεγονός που έδωσε το έναυσμα για την οικουμενική διάδοση του ευαγγελικού μηνύματος.

 

Ο ίδιος ο Ιησούς παρεπονείτο συχνά ότι «αι αλώπεκες φωλεούς έχουσιν και τα πετεινά του ουρανού κατασκηνώσεις, ο δε υιός του ανθρώπου ουκ έχει πού την κεφαλήν κλίνη” (Ματθ. η’ 20). Τούτη η ευαγγελική εμπειρία διήκει σε όλους τους χριστιανικούς αιώνες, ότι δηλ. ο Ιησούς παρανοήθηκε και όσο ζούσε και μετά την Ανάστασή Του. Ο Βλ. Πασκάλ έγραψε στις περίφημες “Σκέψεις” του: “Ο Ιησούς Χριστός δεν βρήκε ανάπαυση πάνω στη γη παρά μόνο στον Τάφο”.

 

Γράφει στις μέρες μας ένας ελάσσων ποιητής, υπομνηματίζοντας το χωρίο, Ιω. α’ 10 (“και ο κόσμος αυτόν ουκ έγνω”):

 

“Οι μουσοτραφείς ιεροδιδάσκαλοι Σε απέρριψαν
διαρρηγνύοντες τα ιμάτιά τους
για τη μοντέρνα γραφή Σου.
Μα τα βασανισμένα απ’ την αγρύπνια πλήθη
Σ’ αναγνώρισαν αμέσως ως ποιητή
ερχόμενο απ’ τις στράτες της θλίψης και της δύναμης.
Έγραψες τους στίχους Σου
πάνω στην καυτή άμμο της ερημιάς
σιωπών
και οι ιεροδιδάσκαλοι έφυγαν μουρμουρίζοντας.
Μα η σιωπή Σου έντυσε τη γύμνια της κυνηγημένης
-απροσδόκητη η στολή η πρώτη.
Χάραξες τους στίχους Σου
κόκκινους της φωτιάς
πάνω στο ξύλο της ατιμίας
κι έμειναν έκτοτε ανεξίτηλοι
απ’ τα πανωγράμματα της ανιαρής σοφίας μας.
Κοίταξες τη Μαρία μόνο μια στιγμή
κι εκείνη απολησμόνησε τα στιχάκια
που της έγραφαν στη σάρκα και στους τοίχους της
οι στιχοπλόκοι εραστές της.
Η ποίηση την έρριξε στα τρίστρατα
του τίκτοντος Λόγου”.

 

Ο Ιησούς βαδίζει αργά στο χρόνο και συναντάει κάθε ψυχή, που την βασάνισε ο πόνος και η θλίψη. Περίμενε την απάντηση του ουρανού ως το τέλος και ανέκραξε πάνω στο Σταυρό: “Θεέ μου, Θεέ μου, ίνα τι με εγκατέλιπες;” “Ο κενός τάφος, μετά τρεις ημέρες, έφερε στον κόσμο την αναπνοή της Ελπίδας, η οποία “ου καταισχύνει”. Θα παραμένει η Ελπίδα ως τα στερνά του κόσμου και θα παρηγορεί μόνο τους “κοπιώντας και πεφορτισμένους”, όσους δηλ. η αγρύπνια της ψυχής τους Τον είδε σαν τον μοναδικό Αδελφό και όχι σαν τον Ξένο, όπως Τον βλέπουν, πάντοτε, οι χορτάτοι και οι ευτυχισμένοι.

ΧΩΡΙΣ ΣΧΟΛΙΑ

ΣΧΟΛΙΑΣΜΟΣ

error: Περιεχόμενο που προστατεύεται από πνευματικά δικαιώματα.