Το πέρασμα του νεαρού Μανώλη Χιώτη από το Ναύπλιο (οι γονείς του διατηρούσαν κακόφημα μαγαζιά…)

56 Likes
36 Shares
0 Comments

 

Επιμέλεια: Γ. Νικολόπουλος

 

Για τα παιδικά χρόνια του Μανώλη Χιώτη στο Ναύπλιο, κανείς δεν μπορεί να μιλήσει με βεβαιότητα. Όσο κι αν προσπαθήσαμε, δεν μπορέσαμε να βρούμε πληροφορίες από διηγήσεις ανθρώπων που θυμούνται το πέρασμά του από τα σοκάκια της Πρόνοιας ή του Ναυπλίου τα πρώτα χρόνια της δεκαετίας του ’30. Ο Χιώτης δεν φρόντισε για το …βιογραφικό του, όπως κάνουν πολλοί, και ασήμαντοι, καλλιτέχνες στην εποχή μας. Άλλωστε, έφυγε αναπάντεχα από τη ζωή, στις 20 Μαρτίου 1970, μια ημέρα πριν κλείσει τα 49 ή τα 50 χρόνια του, αφού και για το έτος γέννησής του υπάρχει σύγχυση (1920 ή 1921).

 

Πόσα χρόνια άραγε έζησε στο Ναύπλιο; Κάποιο “βιογραφικό” του αναφέρει ότι βρέθηκε εδώ από ηλικία 7 ετών (1927 ή 1928) μέχρι το 1936, όπου έφυγε για την Αθήνα. Κάποιοι άλλοι λένε πως ήταν κάτοικος Ναυπλίου για έναν μόλις χρόνο (1935 – 1936), ενώ οι περισσότεροι μελετητές της ζωής του αναφέρουν ότι έζησε για μια τριετία, έχοντας τελειώσει το Δημοτικό στη Θεσσαλονίκη (την οποία ύμνησε στα τραγούδια του σε αντίθεση με το Ναύπλιο).

 

Ακόμα και για την καταγωγή του πατέρα του διίστανται οι απόψεις. Σύμφωνα με κάποιους, ο πατέρας του Διαμαντής Χιώτης ήταν Πειραιώτης με ρίζες από τη Χίο (εξ’ ου και το επώνυμο), κατ’ άλλους η σκούφια του κρατούσε από το Λεωνίδιο. Η μητέρα του Μαρία πάντως, ήταν Ναυπλιώτισσα.

 

Σε ένα πολύ καλό αφιέρωμα του περιοδικού «Όασις», γραμμένο από τον Βαγγέλη Αρναουτάκη, αναφέρεται ότι ο μεγάλος βιρτουόζος γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη το 1921 και πως ήταν το τρίτο παιδί της οικογένειας.

 

H μητέρα του διατηρούσε στο Ναύπλιο το πιο αριστοκρατικό καφέ σαντάν (μπαρ), με τις πιο όμορφες κοπέλες για σερβιτόρες και με πελάτες της τους πιο παραλήδες και αριστοκράτες της εποχής εκείνης. Ο Μανώλης μεγάλωσε στα χέρια αυτών των κοριτσιών, με τα χάδια, τα φιλιά και τις τρυφερές φροντίδες τους, μέσα στη χλιδή και στα πλούτη της σπάταλης μητέρας του που δεν άφησε ποτέ να του λείψει τίποτα. Με λίγα λόγια, ο Μ. Χιώτης έζησε σαν αρχοντόπουλο στο Ναύπλιο και διατήρησε μέχρι τον πρόωρο θάνατό του την αριστοκρατική του εμφάνιση και τον χαρακτήρα του.

 

Ο πατέρας του Μανώλη, ο Διαμαντής, ήταν ένας πασίγνωστος ρεμπέτης και μάγκας, αλλά ντόμπρος και μπεσαλής άντρας! Δεν έκανε ποτέ υποχωρήσεις και συμβιβασμούς στη ζωή του για κανέναν και για τίποτε. Μέχρι και φόνο έκανε στο μαγαζί του, στην περιοχή του Πολυγώνου (κοντά στο στρατόπεδο), έπειτα από μια παρεξήγηση… Ο πατέρας δεν τα πήγαινε καθόλου καλά με τη γυναίκα του, γιατί σαν βρισκόταν στο μπαρ καυγάδιζε και πιανόταν στα χέρια με τους πελάτες της. Είχε άσχημο τέλος. Γύρω στο 1940 δολοφονήθηκε έξω από το μαγαζί του, στη γωνία Σωκράτους και Αγίου Κωνσταντίνου, στην Ομόνοια.

 

Παρ’ όλη την άνεση και την πολυτέλεια των πρώτων χρόνων της ζωής του, ο Μανώλης Χιώτης δεν έγινε ούτε «μαμμόθρεφτο» ούτε κανένας λεπτεπίλεπτος άντρας. Αντίθετα ένας γερός και μεγάλος καλλιτέχνης και άφοβος νταής που τον έτρεμαν όλοι, φίλοι, γνωστοί, συνάδελφοι και μαγαζάτορες. Ήταν ένα κράμα της έξυπνης και δραστήριας μητέρας του και του τίμιου μα καβγατζή και παλικαρά πατέρα του.

 

Όπως αναφέρεται σε ιστοσελίδες στο ίντερνετ: Το πρώτο όργανο που μαθαίνει και παίζει συνέχεια ο Μανωλάκης είναι η …σφυρίχτρα! Μια κοινή σφυρίχτρα σαν αυτές που χρησιμοποιούσαν άλλοτε οι χωροφύλακες.
Τη βλέπει κάποια παραμονή Πρωτοχρονιάς στον πάγκο ενός μικροπωλητή στη μεγάλη πλατεία του Ναυπλίου, κι αρχίζει να κλαίει γοερά κι ασταμάτητα για να του την αγοράσουν. Από τότε σφυρίζει, σφυρίζει μ’ έναν παράξενο τρόπο που νόμιζε κανείς πως σκάρωνε μ’ αυτήν μελωδίες και μέτρα τραγουδιών που εκείνες τις στιγμές δημιουργούσε.

 

Ο Τάσος Σχορέλης, γράφει ότι ο Μανώλης Χιώτης τελείωσε το δημοτικό στη Θεσσαλονίκη. Από πολύ μικρός πήρε μαθήματα κιθάρας, μπουζουκιού και ουτιού, από έναν μεγάλο Θεσσαλονικιό μουσικοδιδάσκαλο, τον Γιώργο Λώλο. Λίγο πριν από το 1935 η οικογένειά του ξαναγύρισε στο Ναύπλιο. Εκεί άρχισε να εργάζεται ως μουσικός. Το 1936 πήγε στην Αθήνα.

 

Όπως αναφέρει ο Αρναουτάκης, μεγάλωσε στη Θεσσαλονίκη, στον Τενεκέ Μαχαλά, μέχρι τα 7 του χρόνια και μετά στις προσφυγογειτονιές της Πρόνοιας του Ναυπλίου, όπου ήρθε για πρώτη φορά σε επαφή με τη μουσική και τα αυτοσχέδια όργανα: “Ο Χιώτης, βάζοντας δυο συρμάτινες χορδές σ’ ένα παλιόξυλο, έφτιαξε το πρώτο του έγχορδο και σχημάτισε τις πρώτες δικές του νότες. Εκείνη την εποχή έπιασε στα χέρια του την κιθάρα και λίγο μετά, σε ηλικία 12 ετών, πήρε μαθήματα βιολιού στο Ωδείο του Ναυπλίου, ενώ έπαιζε και ούτι, αφού ήρθε κοντά σε μουσικούς που κουβάλαγαν τις μνήμες της προσφυγιάς. Στα μέσα της δεκαετίας του ’30 βρέθηκε στην Αθήνα μαζί με τον αδελφό του Μιχάλη και ανέβηκε στο πάλκο του καφενείου που είχε ο πατέρας του, Ζήνωνος και Κεραμεικού, με τη μεσολάβηση του οποίου ήρθε σε επαφή με τον Μπαγιαντέρα”.

 

ΧΩΡΙΣ ΣΧΟΛΙΑ

ΣΧΟΛΙΑΣΜΟΣ

error: Περιεχόμενο που προστατεύεται από πνευματικά δικαιώματα.