Ένα δολάριο στο φάκελο (διήγημα του Γιώργου Ρούβαλη)

11 Likes
17 Shares
0 Comments

 

του Γιώργου Ρούβαλη

Ο μπαμπάς ήταν πιλότος. Στην Πολεμική Αεροπορία μπήκε μόλις δημιουργήθηκε, από την αρχή, γύρω στο 1930. Με τη μαμά παντρεύτηκε το 1933. Η καταγωγή του ήταν από τα Τρόπαια της Αρκαδίας και πιο μακριά από την Ήπειρο, που τους είχε διώξει ο Αλή Πασάς.

 

Είχε γραφτεί στην Πάντειο στην Αθήνα κι έγινε μια πρόσκληση για νέους, έδιναν και καλά λεφτά και τον πήρανε. Τους έκαναν και μια εξέταση στα μάτια, του μπαμπά ήταν πράσινα, πιο δυνατά απ’ των άλλων. Ήταν 19 χρονών. Τα αεροπλάνα τότε ήταν από ‘κείνα τα παλιά, τα καταδιωκτικά με το μισό σώμα έξω.

 

Στο Κίνημα του ’35 τους στείλανε να βομβαρδίσουν τη Λάρισα. Συνεννοήθηκαν τότε όλοι οι πιλότοι κι έριξαν τις βόμβες στον Πηνειό και είπαν ότι είχε αέρα κι έφυγαν. «Δεν μπορώ να βομβαρδίσω αυτούς με τους οποίους πίναμε κρασί», είπε.

 

Με απόσπαση ήρθε στο ΣΕΔΕΣ το ’32, στη Θεσσαλονίκη. Εκεί γνώρισε τη μαμά, ωραία μελαχρινή, πολύ δυναμική, την είχε μεγαλώσει ο παππούς και την έντυνε ανδρικά με μπούκλες κ.λπ. γιατί ήθελε να έχει ένα αγόρι. Καταγόταν από πλούσια οικογένεια της Θεσσαλονίκης, που προερχόταν από την Ανατολική Ρωμυλία, την Αγχίαλο. Είχαν έρθει πριν απ’ τους διωγμούς των Βουλγάρων. Ο πατέρας τους είχε εκεί εργοστάσιο ποτοποιίας και εδώ αγόρασε τα κτήματα στο Φοίνικα κι έφτιαξε το εργοστάσιο «Ο Μέγας Τύρναβος». Ήταν ένα τεράστιο κτήμα με σειρές από κυπαρίσσια. Μια σειρά φύτεψαν όταν γεννήθηκα εγώ. Μας το απαλλοτρίωσε ο Καραμανλής το 1963 για να εγκαταστήσει τους τσιγγάνους. Παράνομη απαλλοτρίωση, γιατί δεν είχαμε για παράβολο. Έφτασε μέχρι το Συμβούλιο Επικρατείας και το χάσαμε. Η δε μαμά δεν ήξερε να νοικιάσει την άδεια παραγωγής αλκοόλ για να μπορέσουμε να ζήσουμε έτσι. Η μαμά ήταν στο πρώτο έτος της Νομικής και μεγάλωσε με την ιδέα ότι θα άνοιγε δικηγορικό γραφείο. Το σπίτι τους ήταν πάνω στο Λευκό Πύργο και δυστυχώς κάηκε από βραχυκύκλωμα, γιατί στο υπόγειο είχαν το αλκοόλ και άλλα. Κάηκε ολοκληρωτικά το 1922.

 

Σκέψου ότι τότε η μαμά μου είχε καθηγητή τον άρτι αφιχθέντα εκ Γερμανίας Ξενοφώντα Ζολώτα, τον νεότερο καθηγητή του νεότευκτου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, 25 χρονών. Όταν ο μπαμπάς είχε άδεια πήγαινε στο αμπέλι μας να κόψει σταφύλια, ενώ η μαμά διάβαζε. Μόλις την είδε, την ερωτεύτηκε, αλλά εκείνη δεν ήθελε να ακούσει για έρωτες. Ήθελε να πάει στο Παρίσι για σπουδές, να ανοίξει γραφείο κ.λπ. Της έγραψε λοιπόν στο χαρτί, με σήματα Μορς ότι την αγαπούσε! Όταν λοιπόν πήγε στη Θεσσαλονίκη η μαμά να ψωνίσει, εκείνος πήγε στο κτήμα και έπεσε στα πόδια του παππού και είπε «Εγώ δεν έχω κανέναν στη ζωή» και του λέει «Καλά, παιδάκι μου». Τον είχε συγκινήσει που πάντα ήθελε ένα γιο κι εκείνος ήταν πολύ ωραίος και με τη στολή και την αίγλη του αεροπόρου κι έτσι του την έδωσε!

 

Όταν λοιπόν κηρύχθηκε ο πόλεμος, πήρε μια άδεια μιας ώρας κι ήρθε με το αεροπλάνο από τη Σαμαρίνα στη Θεσσαλονίκη στο σπίτι μας στο Ντεπό, να εξορκίσει τη μαμά να πάρει τα παιδιά, εμένα και τον αδελφό μου τον Κρίτωνα, και να τα πάει στο χωριό στα Τρόπαια, γιατί εκεί δεν επρόκειτο ποτέ να βομβαρδίσουν οι Γερμανοί. Ήταν σίγουρος ότι η Θεσσαλονίκη θα γινόταν θέατρο πολέμου. «Κι αν εγώ γλιτώσω απ’ αυτόν τον κυκεώνα, θα έρθω να σας βρω». Και πραγματικά ήρθε με τα πόδια από την Αλβανία στα Τρόπαια.

 

Στην Κατοχή ο μπαμπάς ήταν σε μια οργάνωση Αξιωματικών. Οι φίλοι του είχαν φύγει όλοι για Μέση Ανατολή κι εκείνος είχε μείνει με την τελευταία ομάδα. Μόλις ήρθε η Γκεστάπο τον έπιασε, τον άφησε και το βράδυ της 7ης Νοεμβρίου 1943 πήγαινε εκεί που συγκεντρώνονταν να ακούσουν τα νέα με τον πομπό. Την ώρα εκείνη πέρασε ένα γκαζοζέν στο δρόμο της Γεωργικής Σχολής, τον χτύπησε κι έφυγε. Είχε πολλούς εχθρούς, ενώ δεν είχε κάνει κακό σε κανέναν.

 

Μετά την Απελευθέρωση, ήρθαν οι αντάρτες, οι κομμουνιστές κι έψαχναν να τον βρουν, γιατί το κτήμα ήταν γνωστό ως «του Αεροπόρου» κι έψαχναν να βρουν τον φασίστα τον αεροπόρο. Εμείς είχαμε φύγει και μέναμε στη Θεσσαλονίκη στο σπίτι του αδελφού της γιαγιάς μας και τους είπαν οι γείτονες «αυτός σκοτώθηκε». «Και τα φασιστάκια;» «Δεν ξέρουμε», λένε οι αγρότες. Ευτυχώς λοιπόν που είχαμε φύγει, θα μας είχαν σκοτώσει κι εμάς τα παιδιά. Εγώ ήμουν τότε 8 χρονών.

 

Η μαμά είχε τη σύνταξη του μπαμπά –έμεινε χήρα 27 χρονών– και δούλευε διδάσκοντας γαλλικά και αγγλικά και μετά σε μια εταιρία. Τίποτα δεν μας έλειψε, αν και ο άγγελος στην όλη υπόθεση ήταν η γιαγιά που κράταγε το σπίτι. Σαν το Χριστό, ένα ψωμί, το πολλαπλασίαζε επί 10. Μας πήγαν στα καλύτερα σχολεία, αλλά έλεγε «Αν τα παιδιά δεν μπορούν με τα γράμματα, εγώ δεν μπορώ να πληρώνω φροντιστήρια. Την κόρη μου θα την κάνω μοδίστρα και τον γιο μου θα τον βάλω να χτυπάει σφραγίδες». Πρέπει να σου πω ότι στα φροντιστήρια πήγαιναν μόνο τα καθυστερημένα παιδιά, οι κουφιοκεφαλάκηδες, έτσι τους λέγαμε.

 

Η μαμά ήθελε να σπουδάσω γιατρός και με έστειλε στη Λυών το 1952. Έμεινα ένα χρόνο και δεν μου άρεσε καθόλου και γύρισα πίσω δηλώνοντας ότι αυτό δεν είναι για μένα. Ήθελα να γίνω ή ηθοποιός, αφού έπαιζα θέατρο από 9 χρονών και στο ραδιόφωνα μάλιστα, στην παιδική εκπομπή του Τριανταφυλλίδη, είχα κερδίσει 12 χρονών ένα βραβείο παιδικής λογοτεχνίας. Ή ηθοποιός λοιπόν ή καθηγήτρια, γιατί έγραφα.
– Δηλαδή θέλεις να γίνεις γεροντοκόρη. Έχεις χάσει ένα χρόνο από τη ζωή σου.
– Καλύτερα να χάσω ένα χρόνο παρά όλη μου τη ζωή με την ιατρική!
– Εντάξει λοιπόν, εγώ όμως δεν σου δίνω μία!
– Καλά, μαμά, θα δουλέψω! Στο σπίτι μπορώ να μείνω;
– Α, σπίτι μείνε!
Άρχισα που λες να δουλεύω κι εγώ κι αυτό ήταν η έναρξη της πραγματικής μου ανεξαρτησίας. Πήγα και παρακάλεσα τον κύριο Λενουάρ, τον πρόξενο της Γαλλίας που με ήξερε από μωρό και του ζήτησα μαθήματα. Αμέσως με σύστησε στον Άγγλο πρόξενο και στη γυναίκα του Αμερικανού. Τους έκανα γαλλικά και θυμάμαι ακόμα, μετά από κάθε μάθημα, μου έβαζαν στο χέρι ένα φάκελο κολλαριστό με μέσα ένα ολόκληρο δολάριο, 30 δραχμές, ποσό μυθώδες για την εποχή. Βάλε λοιπόν τέσσερα μαθήματα την εβδομάδα εν συνόλω, είχα από την αρχή 120 δραχμές. Ζούσε οικογένεια με αυτά τότε.
Μπαίνω δεύτερη και στο Πανεπιστήμιο στη Γαλλική Σχολή, που μόλις είχε ιδρυθεί τότε το 1953 και μάλιστα με υποτροφία του ΙΚΥ. Είχα τους καλύτερους καθηγητές που υπήρξαν ποτέ: τον Γιάννη Κακριδή, τον αγαπημένο μου τον Ανδριώτη γλωσσολογία. Τον είχα ρωτήσει «Κύριε Καθηγητά, θα πραγματοποιήσω άραγε όλα μου τα όνειρα;» και μου απάντησε «Δεσποινίς, δεν θα πραγματοποιήσετε παρά μόνο ό,τι δεν θα έχετε θελήσει αρκετά!» Αυτό με σφράγισε. Επίσης είχα τον Κριαρά, τον Στέλιο Καψωμένο, τον Τσομπανάκη που έγινε και ακαδημαϊκός και τον Λίνο Πολίτη, βαρύγδουπος.
Τελείωνα κανονικά τις σπουδές μου, όμως στο τρίτο έτος πήρα υποτροφία για τη Γαλλία. Πήγα στο Pau στα Πυρηναία ένα καλοκαίρι, όπου βρήκα 400 Ισπανούς. Αμέσως έκανα πολλές παρέες, ενθουσιάστηκα με το ταμπεραμέντο και τη χαρά της ζωής που είχαν. Τα βράδια στην πλατεία του Καζινό τραγουδούσαν με τις κιθάρες, χόρευαν φλαμένκο κ.λπ. Γνώρισα μια ισπανίδα, καθηγήτρια γαλλικών κι αυτή από τη Μάλαγα, την Leonor Gonzalez και μου είπε να ζητήσω υποτροφία να πάω στην Ισπανία. Μου έγραψε μάλιστα το γράμμα προς τον Υπουργό Παιδείας και το υπόγραψα καλλιγραφικά. Γυρίζοντας στη Θεσσαλονίκη το έστειλα. Ο αδελφός μου και η μαμά με κορόιδευαν.

 

– Να γράψεις στον ίδιο τον Φράνκο, έλεγε ο Κρίτων, θα σου απαντήσει αυτοπροσώπως.
Πέρναγαν οι μήνες και τίποτα. Μια μέρα, η γιαγιά μου ανέμιζε στην κουζίνα ένα γράμμα από την Ισπανία. Με τα γαλλικά μου έβγαλα την απάντηση. Μου έλεγαν να γράψω στο Ινστιτούτο Iberoamericano. Αυτοί μου απάντησαν πιο σύντομα, σε ένα μήνα και με παρέπεμψαν στην πρεσβεία τους στην Αθήνα.

 

Γράφω λοιπόν και μου απαντούν ότι βεβαίως μου δίνουν υποτροφία και να περάσω να πάρω τη βίζα. Στην Αθήνα γνώρισα έναν παπά, τον πατέρα Ειρηναίο, γραμματέα της πρεσβείας, που μου έδωσε τα χαρτιά. Όλο χαρά λοιπόν άρχισα να μαζεύω λεφτά για τα εισιτήρια και τα άλλα έξοδα. Έφτιαξα έναν χάρτινο κουμπαρά, ένα τετράγωνο κουτί και το κόλλησα με αλευρόκολλα κι έριχνα τα πενηνταράκια που έκανε το κουλούρι που δεν έτρωγα και τα λεφτά του τραμ. Όταν το άνοιξα, είχα μαζέψει 1.500 δραχμές που κάλυψαν το ταξίδι αλέ-ρετούρ.
Η ζωή μου άλλαξε τελείως στην Ισπανία, έμαθα ισπανικά, μετά τα δίδαξα για δεκαετίες, μέχρι σήμερα. Αυτή η γλώσσα μου απέφερε μεγάλες ικανοποιήσεις. Αλλά αυτή είναι άλλη ιστορία…

Ανέκδοτο

ΧΩΡΙΣ ΣΧΟΛΙΑ

ΣΧΟΛΙΑΣΜΟΣ

error: Περιεχόμενο που προστατεύεται από πνευματικά δικαιώματα.