Αναπλιώτικα Ιστορήματα: Αποκριές στ’ Ανάπλι (1871-1896) – Κείμενο του Θεοδόση Δημόπουλου

13 Likes
65 Shares
0 Comments

 

Ο Θεοδόσης Δημόπουλος

Εισαγωγή

Ο Θεοδόσης Δημόπουλος (1898-1959) ασχολήθηκε εντατικά με την συγγραφή της δίτομης Ιστορίας του Ναυπλίου (2010), την οποία δεν ευτύχησε να δει δημοσιευμένη. Με την βοήθεια του γιου του, Σπύρου Δημόπουλου, δημοσιεύουμε μια σειρά από άρθρα του σε διάφορες εφημερίδες του Ναυπλίου του τότε, που ζωντανεύουν παλιές εποχές της πόλης. Με διεισδυτικότητα, έντονες πινελιές και περιγραφή σπαρταριστών τύπων, μας θυμίζει συνήθειες και καταστάσεις των αρχών του 20ου αιώνα. Θα δημοσιεύσουμε διάφορα άρθρα του, που φανερώνουν την πολυπραγμοσύνη, αλλά και τη μεγάλη του αγάπη για τη γενέθλια πόλη του, το Ναύπλιο.

 

 

 

Επιμέλεια: Γιώργος Ρούβαλης

 

ΑΠΟΚΡΗΕΣ ΣΤ’ ΑΝΑΠΛΙ

ΧΟΡΟΙ – ΓΛΕΝΤΙΑ – ΚΟΜΙΤΑΤΑ

(1871-1896)

 

Παληές Αποκρηές στ’ Ανάπλι… Όπως ξεχώριζε σ’ όλα η μικρή πολιτεία: στο πνεύμα, στην επιστήμη, στην κοσμική ζωή, στον ευγενικό κόσμο, και στο λαό ακόμη της μεσαίας τάξης, που «από εαυτού του» ήταν πειθαρχημένος και ταξινομημένος, έτσι και στις ημέρες της Αποκρηάς είχε μια ξεχωριστή, δική της κίνησι, που δεν την έβρισκε κανείς σ’ άλλα μέρη. Είχε τους χορούς της, επίσημους και λαϊκούς, οργανωμένους στην εντέλεια από επιτροπές, και τις διασκεδάσεις της, τα Καρναβάλια της, κι αυτές με πρόγραμμα και με τάξι, που τις διοργάνωναν Λέσχες και Σύλλογοι.

 

Από τα πολύ παλαιά χρόνια ήταν Λέσχες στ’ Ανάπλι, που μαζεύονταν ο νεαρός κόσμος και χόρευε, συνέτρωγε και διασκέδαζε. Στα 1871 συνεστήθη η «Ναυπλιακή Λέσχη», η οποία, όπως έλεγε το καταστατικό της «θ’ αποτελέση ψυχαγωγικόν κέντρον και μέρος συγκεντρώσεως προς διασκέδασιν των λογίων και επιστημόνων της πόλεως». Είχε εγκατασταθή στο μεσαίο πάτωμα της οικίας Σπηλιοτοπούλου (τωρινό ξενοδοχείο Μαρκόπουλου) και στα δωμάτιά της ετοποθετήθησαν πλούσια έπιπλα, σφαιριστήριο, ειδικές δε αίθουσας ωρίστηκαν για χορούς και για αναγνωστήριο. Μέλη της λέσχης γίνονταν δεκτά, κατόπιν αιτήσεως στο διοικητικό συμβούλιο και πλήρωναν 50 δραχ. το μήνα συνδρομή. Πρόεδρός της ήταν ο δικηγόρος και βουλευτής Γρηγ. Δημητριάδης και κοσμήτωρ ο ρέκτης επιχειρηματίας της εποχής εκείνης Μιχ. Τσικαλιώτης, ο οποίος επί πλέον αναλάμβανε να φέρνη πάντοτε στ’ Ανάπλι θέατρα, ταραντέλλες, Ιπποδρόμια κλπ. Επί σειράν χρόνων γινόντουσαν στη Λέσχη χοροί περίφημοι στις ημέρες της Αποκρηάς. Σ’ έναν απ’ αυτούς, που έγινε στις 3 Μαρτίου 1873, «παρέστη ό,τι εκλεκτόν έχει να επιδείξει το Ναύπλιον» όπως γράφει η εφημερίδα του καιρού, και σημειώνει και ονόματα, δηλαδή, έχει στήλη «Κοσμικής κινήσεως», εδώ και 86 χρόνια πριν, που είμαι βέβαιος ότι σε καμμιά άλλη πολιτεία θα γινότανε τέτοιο πράγμα.

 

Γράφει λοιπόν η Εφημερίδα «Ναυπλία» στο φύλλο της 10 Μαρτίου 1873: «Εις τον εξόχως μεγαλοπρεπή χορόν της Λέσχης Ναυπλίου παρέστησαν και ελάμπρυναν αυτόν ο νομάρχης κ. Γκιταράκος μετά της αξιοτίμου συζύγου του, ο πρόεδρος Εφετών κ. Εμ. Βλαχάκης, ο εισαγγελεύς εφετών κ. Χ. Παπαντωνόπουλος, οι εφέται κ.κ. Δ. Κωτσάκης, Οικονόμου, Εμ. Αντωνιάδης, Ιδρωμένος, Π. Μενέλαος, Μ. Δρίβας, Δ. Δημακόπουλος, Μ. Ταταράκης, Π. Δαρδούγιας, ο πρόεδρος πρωτοδικών κ. Χ. Σαράντος μετά των αξιοτίμων συζύγων των, οι βουλευταί Ναυπλίας κ.κ. Κ. Ευθυμιόπουλος και Παν. Ιατρού, ο Δήμαρχος κ. Επ. Κωτσονόπουλος, ο παρεπίδημος εν Ναυπλίω Συνταγματάρχης κ. Κ. Σμολένσκης, ο διευθυντής του Οπλοστασίου συντ/χης κ. Κακαναράκης, ο διευθυντής του Στρ. Νοσοκομείου κ. Δ. Μανουσάκης, οι αντισυνταγματάρχαι κ.κ. Β. Μπον, Κ. Δεσιδέρης και Καναβατζόγλου, ο ταγ/χης, μηχαν. κ. Λ. Πάγκαλος, οι στρατ. Ιατροί κ. Λ. Ζωγράφος και Οδ. Γαλανός, οι λοχαγοί Γ. Κακλαμάνος, Λ. Τουρναβίτης και Ι. Σωτήρχος, ο διευθυντής της Εθνικής Τραπέζης κ. Σ. Αντωνόπουλος, η παρεπιδημούσα κυρία Πηνελόπη Ευθ. Κεχαγιά (του διοικητού της Εθν. Τραπέζης), η αξιότιμος κ. Λυκούδη, ο γυμνασιάρχης κ. Δ. Πετρίδης, ο καθηγητής κ. Γ. Καμαριώτης, ο ταμίας κ. Θ. Χρυσοχέρης, ο τελώνης κ. Μοδινός, ο διοικητής της Μοιραρχίας κ. Κ. Λαζόπουλος, οι κ.κ. μετά των συζύγων των Γρ. Δημητριάδης, Γ. Ιατρός, Ν. Θαλασσινός, Κ. Μαλτζινιώτης, Μ. Οικονόμου, Β. Κόκκινος, Π. Σταματιάδης, Β. Κυριαζόπουλος, Ιω. Α. Πιλαφιτζής, Π. Δ. Καζακόπουλος, Ν. Καράπαυλος, Ε. Τερζάκης, Λ. Βρονταμίτης, Ιω. Σωτηρόπουλος, Δ. Συλαϊδής, Θ. Γεωργιτσόπουλος και πλείστοι άλλοι αξιότιμοι κύριοι και κυρίαι…»

 

ΧΧΧ

 

Στην ίδια αυτή Λέσχη, στα 1888, που την διηύθυνε τότε ο αναπλιώτης προύχοντας Γ. Ροδόπουλος έγινε εκ μέρους της δημοτικής Αρχής τ’ Αναπλιού με Δήμαρχο τον Επ. Κωτσονόπουλο, η περίφημη και ιστορική στα ναυπλιακά χρονικά δεξίωσι της Αυτοκράτειρας της Αυστρίας Ελισσάβετ, η οποία είχεν έλθει στ’ Ανάπλι με τη θαλαμηγό της «Μιραμάρε» και έμεινε 15 ημέρες.-

 

Στα 1873 έγινε άλλη Λέσχη στ’ Ανάπλι, ο Κάδμος «που την ίδρυσαν οι λόγιοι και χορευταράδες νέοι τ’ Αναπλιού, σπουδαστές του Πανεπιστημίου, που μένανε μόνιμα στ’ Ανάπλι –γιατί μόνο για τις εξετάσεις πήγαιναν τότε στην Αθήνα οι φοιτητές–. Στη Λέσχη αυτή οι νέοι της πόλεως συζητούσαν επιστημονικά και φιλολογικά ζητήματα, έκαναν διαλέξεις και προ πάντων εχόρευαν όλο το χρόνο και περισσότερο τις Αποκρηές. Το πρώτο διοικητικό συμβούλιο της λέσχης «Κάδμος» απετελέσθη από τους: Γεωργ. Ευλάμπιον τελειόφοιτον της Νομικής, Μ. Ψαλλίδαν αντιπρόεδρον, Ευθ. Ταμπακόπουλον και Αντ. Παπαδάκην γραμματείας, Νικ. Δημαράν ταμίαν και Ιωαν. Βελλίνην Επιμελητήν, πάντας φοιτητάς της Ιατρικής και Νομικής. Οι χοροί που έγιναν στη Λέσχη ταύτη –που λειτουργούσε επί 15 χρόνια– έχουν αφήσει εποχή και οι εφημερίδες του καιρού περιγράφουν τις Αποκρηάτικες συγκεντρώσεις, που μαζεύονταν όλη η αριστοκρατία τ’ Αναπλιού «με επίσημον ένδυμα και πολυτελεστάτας γυναικείας αμφιέσεις…»

 

Παράλληλα με τον «Καλό κόσμο», γιόρταζε, διασκέδαζε και χόρευε στις Αποκρηές και ο μεσαίος και ο λαϊκός στα κέντρα τους, στις ταβέρνες τους, στα σπίτια τους, που ήταν ανοιχτά όλη την περίοδο του τριωδίου. Αυτοί, οργανωμένοι πάλι σε συλλόγους, έδιναν τους χορούς τους σε σάλες μεγάλων καφενείων, όπως του Μανωλόπουλου, του Κατσίγιαννη, ντυμένοι με πρωτότυπα και κωμικά μασκαρέματα δικής τους εμπνεύσεως και κατασκευής. Ένας απ’ τους παλαιότερους χορούς ήταν των «Γλεντζέδων Ναυπλίου», που ψυχή του ήταν ο μακαρίτης Οδυσσέας Πρωτόπουλος και συνεργάτες του, ο Νίκος Αναγνωστόπουλος, οι Τζανιναίοι, ο Χρ. Αναγνωστόπουλος (Μενεούτσος), ο Δ. Εφιανίτης, ο Βασ. Τσαουσόπουλος κι άλλοι. Οι γλεντζέδες –που ήσαν πάνω από 100– μασκαρευόντουσαν το βραδάκι του Σαββάτου της Τυρινής βδομάδας και γύριζαν στους δρόμους τ’ Αναπλιού και της Πρόνοιας με τραγούδια και όργανα, ενώ προπορεύονταν οι «Μασσαλάδες», η Φιλαρμονική και βεγγαλικά φώτα. Στο τέλος κατέληγαν στη σάλα του Κέντρου τους, όπου οι επιμεληταί του γλεντιού είχαν ετοιμάσει πλουσιώτατο γεύμα, και άρχιζε το φαγοπότι, το γλέντι και ο χορός ως τα ξημερώματα της άλλης μέρας.-

 

ΧΧΧ

 

Από το 1896 αρχίζει οργανωμένος και πανηγυρικώτερος ο γιορτασμός της Αποκρηάς με Κομιτάτα, Καρναβάλους και βραβεία που έπερναν οι πιο πετυχημένες παραστάσεις. Την επιτροπή της χρονιάς εκείνης που είχε αναλάβει όλ’ αυτά, αποτελούσαν ο Παν. Φατσέας, ο Μιμ. Πανταζόπουλος, ο Θοδ. Αντωνιάδης, ο Πρ. Παρασκευόπουλος και ο Θαν. Μετάφας. Αφού γύρισαν στα μαγαζιά και στα σπίτια και μάζεψαν λεπτά με εράνους και εισέπραξαν και ένα πεντακοσάρικο από το Δήμο, έβγαλαν προκηρύξεις και καλούσαν τον κόσμο να λάβη μέρος στο πανηγύρι. Γενικός συναγερμός έγινε… Αναπλιώτες και Προνοιώτες είχαν πέσει σε σκέψι και συλλογή ημέρες ολόκληρες πριν, για να ετοιμάσουν το πιο πρωτότυπο και καλλίτερο Κομιτάτο, ώστε και ο κόσμος να τους επαινέση και το βραβείο να πάρουν. Και την τελευταία Κυριακή έγινε η παρέλασι των αρμάτων στην πλατεία του Συντάγματος, όπου χιλιάδες κόσμος από την πόλι, τα περίχωρα και το Άργος είχε γίνει μια μάζα. Η Επιτροπή στο μπαλκόνι του ξενοδοχείου «Ευρώπη» του Θαν. Τερζάκη παρακολουθούσε και έκρινε. Προηγείτο η Φιλαρμονική, έπειτα 50 «Μακεδόνες» με περικεφαλαίες χρυσές και δόρατα κι ασπίδες, 50 «Γιατροί» με ψηλά καπέλλα, μπαστούνια και γυαλιά και 50 φουστανελλάδες λεβέντες. Ακολουθούσαν ο Καρνάβαλος τ’ Αναπλιού, με συνοδεία μπρος, πλάγι και πίσω μασκαράδες πάνου σε στολισμένα ποδήλατα. Κατόπιν έρχονταν τα «Άρματα»: Ένα με την αναπαράστασι του φόρου και διασυρμού του Έκτορα από τον Αχιλλέα. Άλλο που διακωμοδούσε τον τότε Διευθυντή του Γεωργικού σταθμού Τίρυνθος «ασχολούμενον με τα γεωργικά του έργα μέσα εις το… Μεγάλο Καφενείο του Ναυπλίου». Τρίτο ο ομορφάνθρωπος και ο περίφημος φαρσέρ Γεώργης Προφαντόπουλος περνά με μια «μεγάλη γήϊνην σφαίραν» χρυσωμένη ολόκληρη με χρυσόκολλα και τη στριφογυρίζει αργά. Μια επιγραφή εξηγεί: «ο Χρυσός κινεί την Γην…». Τώρα στέκεται μπροστά στην Επιτροπή ένα ολόλαμπρο αμάξι «Βικτώρια», απ’ όπου ο μεγάλος γυιός του εμπόρου Σεντηγιάννη θ’ αναπαραστήση τη… δολοφονία του Σταμπούλωφ… του Βούλγαρου δηλαδή πολιτικού ηγέτη, ο οποίος πρωτοστατούσε της εχθρικής προς τη Ρωσία Βουλγαρικής μερίδος και δολοφονήθηκε στα 1895. Εκτέλεσις άρτια: Το σκοτώσαμε το Σταμπούλωφ στην πλατεία τ’ Αναπλιού. Ο παληός αρχιμουσικός Σώτος Ατζού και η παρέα του, οι Επτά σοφοί της Ελλάδος, μεταξύ των οποίων ήτο ο Π. Τζανίνος, είχαν παραγγείλει στον αλευρόμυλο του Παπαντώνη ένα ατόφιο μακαρόνι εκατό πήχε κι απάνου. Τ’ όβρασαν, το σούρωσαν –μεγαλόπρεπο– κι άκοπο σ’ ένα μεγάλο ταψί, το φόρτωσαν σ’ ένα στολισμένο κάρρο, και πέρασαν από την Επιτροπή καθισμένοι μαζύ με την παρέα του σαν Ναπολιτάνοι, τραβώντας ένας-ένας λίγο-λίγο και τρώγοντας το ψηλοκρεμαστό, ρουφηχτό το ατέλειωτο μακαρόνι. Περνούν τώρα τα «Ζώντα Ρόδα». Μια ωραία σκηνοθεσία με τεχνητά μεγάλα τριαντάφυλλα, μέσα από τα οποία βγαίνουν χαριτωμένα κεφαλάκια κοριτσιών και αγοριών. Από κοντά έρχεται «ο Γάμος του Λυκουρία», ενός Προυσιώτη γεροντοπαλλήκαρου, που τον έτρωγε ο «ανυμέναιος καϋμός». Οι Προνοιώτες έκαναν κομιτάτο το γάμο του με νύφη ένα μπακαλόγατο του Σωφρόνη. Καμάρωνε ο φτωχός Λυκουρίας και κράταγε τη «νύφη» κάργα-αγκαζέ… «Έλα, βρε Λυκουρία, να σε παντρέψουμε, να φάμε και να πιούμε και να χορέψουμε…» τραγούδαγαν οι «προσκεκλημένοι» του γάμου του. Χαμπάρι ο Λουκουρίας από τη σκηνοθεσία. Πίστευε σε αληθινό γάμο, πως κράταγε αλαμπρατσέτα το όνειρο της ζωής του τη νύφη αληθινά. Ως που κατά το βραδάκι, βαρέθηκε ο μπακαλόγατος να παριστάνη τη νύφη και ο δυστυχισμένος Λυκουρίας είδε μπροστά του ολοζώντανη τη σκληρή πραγματικότητα…

 

Μόλις βράδυασε στο κέντρο της Πλατείας κάηκε ο Καρνάβαλος «υπό τους ήχους της Φιλαρμονικής, τας ιαχάς των παιδιών και τους χορούς των Μασκαρατών…», μύρισε μπαρούτι η πλατεία από τις τράκες του Καρνάβαλου και τα βαρελότα που ήταν παραγιομισμένος. Στο τέλος, όλοι με αγωνία περίμεναν να σκάση η μεγάλη μπόμπα που ήταν τοποθετημένη στο κεφάλι του. Την άλλη μέρα, Καθαρά Δευτέρα, τ’ απόγευμα, κάηκε ο Καρνάβαλος της Πρόνοιας στην πλατεία της με μουσικές πάλι, χορούς και τραγούδια και κοσμοσυρροή από την πόλι και τα χωριά.-

 

Έπειτα από το ζωηρό γιορτασμό της Αποκρηάς του 1896, δεν έγινε επί δύο-τρία χρόνια καμμιά αξιόλογη κίνησι, εξ’ αιτίας του άτυχου πολέμου του 1897.

 

Κι ερχόμαστε στα 1901. Τη χρονιά αυτή χόρεψε και γλέντησε τ’ Ανάπλι όσο ποτέ άλλοτε σε δημόσιους χορούς, λαϊκές διασκεδάσεις και Καρναβάλια. Η νεολαία ιδίως και ο κόσμος του λαού, ενθουσιασμένοι με τον καινούργιο ρέκτη Δήμαρχό τους Μίμη Τερζάκη, ξεφάντωσαν όλη τη διάρκεια του Τριώδιου.
«Ας μείνη αλησμόνητον το δεκαπενθήμερον των Απόκρεω του 1901 –γράφει σε θέσι κύριου άρθρου το «Σύνταγμα»– και ας χρησιμεύση και εν τω μέλλοντι ως παράδειγμα συναγωγών τούτε Λαϊκού κόσμου και των Προκρίτων, εν αδελφική αρμονία. Δυναταί τις ειπείν, ότι ουδεμία διάκρισις εγένετο μεταξύ των τάξεων και άπαντες εν διαχύσει καλλίστων αισθημάτων διεσκέδαζον. Το σύνθημα εδόθη από του Δημοτικού χορού, ον διωργάνωσεν ο παρά πάντων λατρευόμενος δήμαρχός μας κ. Δημ. Τερζάκης. Κατ’ αυτόν παρέστησαν ο νομάρχης κ. Βάρβογλης, ο βουλευτής μας κ. Μ. Λαμπρυνίδης, ο φρούραρχος κ. Γιούρος, ο Συντ/ρχης του 8ου Συντ/τος κ. Βελούδιος μαθ’ όλων των αξιωματικών, ο πρόεδρος εφετών κ. Σ. Ναύτης, ο διευθυντής της Εθνικής Τραπέζης κ. Χ. Πάγκαλος, ο διοικητής της Μοιραρχίας κ. Σκουτερίδης, ο πρόεδρος πρωτοδικών κ. Ν. Μαρκόπουλος, οι κ.κ. Γ. Ευλάμπιος, Ιω. Ιατρός, Ιω. Γιαννόπουλος, Αντ. Πολυχρονιάδης, Σπ. Χασιώτης μετά των οικογενειών των, οι κ.κ. Ι. Παπαδάκης, Ι. Πετρίδης, Θ. Χαρμαντάς, Δ. Δημόπουλος, Αν. Καζακόπουλος, Ι. Πιλαφιτζής και πλείστοι άλλοι εκλεκτοί συμπολίται και συμπολίτιδες.

 

«Τον χορόν τούτον επηκολούθησαν άλλοι λαϊκώτεροι, οργανωθέντες εξ όλων των τάξεων, επί μικρά καταβολή των εταίρων. Αλλ’ ό,τι στεφανοί τας διασκεδάσεις ταύτας ήτο ο παρά του φρουράρχου κ. Γιούρου και των κ.κ. Αξιωματικών της φρουράς δοθείς εν τω δημοτικώ σχολείω χορός, ο αλησμόνητος, λόγω ου μόνον του εξόχου διακόσμου της αιθούσης, της απείρου ευγενείας του κ. Φρουράρχου και της εξ αξιωματικών επιτροπής, ήτις κατώρθωσε να υπερευχαριστήση τους πολυπληθείς προσκεκλημένους εν πάσει, αλλά και δια την μεγαλοπρέπειας των επισήμων αμφιέσεων, μεγάλων στολών, παρασήμων και ιδιαιτέρως των τουαλετών των κυριών, πλείσται των οποίων και εκ μεγάλων οίκων των Αθηνών προήρχοντο. Με τάξιν, ευπρέπειαν και μεγαλείον διεξήχθη η ωραία αυτή χοροεσπερίς…»

 

Και συνεχίζει το «Σύνταγμα» την περιγραφή της Αποκρηάς με τα Κομιτάτα και τους μασκαράδες: «Και εφέτος η πόλις μας εφιλοξένησε τους δύο Α. Μ. τους Καρναβάλους, τον ένα ενταύθα και τον έτερον εν Προνοία. Οι υψηλοί ξένοι μετά της μεγαλοπρεπούς συνοδείας τους εισήλθον εις την πόλιν εν πομπή, όπισθεν δε αυτών ηκολούθουν οι μετημφιεσμένοι. Η Πλατεία του Συντάγματος κατεκλύσθη υπό αναριθμή του κόσμου αμφοτέρων των φύλων, ένθα διεξήχθη λυσσωδέστατος πόλεμος δια «κομφετί και σερπαντίς, η δε πλατεία εν ακαρή εστρώθη εκ των πιπτουσών βροχηδόν σφαιρών των… κομφετί και σερπαντίς…

 

«Από τα άρματα που παρήλασαν προς της Επιτροπής εβραβεύθη το απεικονίζον την Ένωσιν της Κρήτης μετά της Ελλάδος με αρμοστήν Πρίγκηπα Γεώργιον του Σταυρ. Μουτζουρίδην, όπερ (άρμα) ήτο λίαν επιτυχές και προκάλεσε τον ενθουσιασμόν πάντων. Επίσης εν κομιτάτον των Προνοιέων «ατμόπλοιον χαιρετίζον δια σφαιρών κομφετί…»

 

Το 1902 και 1903 με τον ίδιο ενθουσιασμό γιόρτασαν πάλι οι Αναπλιώτες την Αποκρηά με κομιτάτα, καρνάβαλους και λαϊκά κι επίσημα γλέντια. Ο Σύλλογος «Ο Καρνάβαλος» έδωσε μεγάλο γεύμα στο «Μεγάλο Καφενείο» που παρεχώρησε δωρεάν την αίθουσα ο διευθυντής του Δ. Μανωλόπουλος «τα της διασκεδάσεως –έγραφε η ανακοίνωσις του Συλλόγου– κανονισθήσονται δι’ ιδιαιτέρου προγράμματος. Παν μέλος, όπερ δεν έχει καταβάλει την συνδρομήν του, συμφώνως τω καταστατικώ, θέλει αποκλεισθή της συγκεντρώσεως».

 

Αξιομνημόνευτος είναι ο γιορτασμός της Αποκρηάς του 1906, που την Επιτροπή του αποτελούσαν οι νεαροί τότε Πραξ. Μουτζουρίδης, Αντ. Λεκκόπουλος, Ανδρ. Χαρμαντάς, Παν. Ιατρού και Νικ. Ιατρίδης και είχαν μαζέψει αρκετά χρήματα για βραβεία και λοιπά έξοδα –συμπεριλαμβανομένης και της γκιουβετσάδας που θ’ άτρωγαν το βράδυ–. Η πρόσκλησι του συλλόγου «Καρνάβαλος» προς τα μέλη του, τυπωμένη σε μεγάλα χρωματιστά χαρτιά, ήταν έμμετρη και έλεγε:

 

«Μίαν ειδοποίησιν
αγγέλλομεν με ποίησιν.
——
Τα μέλη του μεγάλου
συλλόγου Καρναβάλου
σήμερον Κυριακήν
εις μίαν και μοναδικήν
συνεδρίασιν καλούνται,
και εθερμοπαρακαλούνται
άπαντα να σπεύσωσιν
εν των Παρθεναγωγείω
ακριβώς εν ώρα δύο
και μετά την μεσημβρίαν
άρχεται η φασαρία.-
(Εκ του Γραφείου του μεγάλου Συλλόγου «Καρνάβαλος»)

 

Το πρόγραμμα της Επιτροπής ανακοινούσε προς το κοινόν:
«Σήμερον Κυριακήν και περί ώραν 1 μ.μ. θα γίνη εν τω Σταθμώ του Σιδ/μου η συγκέντρωσις της ακολουθίας προς υποδοχήν του Καρναβάλου της Προνοίας. Η πομπή θα εκκινήσει την 2 μ.μ. ακριβώς, αφού δια διέλθη τας κεντρικωτέρας οδούς της πόλεως θα καταλήξη εις την πλατείαν του Συντάγματος. Της πομπής θα προηγήται η Φιλαρμονική ανακρούουσα εμβατήρια, ταύτης θα έπεται η τιμητική φρουρά του Καρναβάλου Ναυπλίου, αποτελουμένη εξ εφίππων και μετεμφιεσμένων, είτα ο Καρνάβαλος της Προνοίας και κατόπιν αι διάφοροι μασκαράται και κομιτάται. Αι μασκαράται οφείλουσι να διέλθουν προ της Επιτροπής. Κατά την τελευταίαν δε φοράν θα διανεμηθώσι τα βραβεία, άτινα ωρίσθησαν ως εξής: Αον 75, Βον 50, Γον 40, Δον 30, Εον 15.

 

«Περί λύχνων δ’ αφάς θα καώσι διάφορα πυροτεχνήματα εν τη πλατεία και τέλος ο Καρνάβαλος».
Και το «Σύνταγμα» δημοσιεύσει παρακάτω:

 

«Η σημερινή ημέρα των Απόκρεω, χάρις εις τους φιλοτίμους νέους της πόλεώς μας, τους αναλαβόντες την διεξαγωγήν της εορτής και την βράβευσιν των μετημφιεσμένων, θέλει σημειώσει σταθμόν ευάρεστον δια τους ανιώντας Ναυπλιείς. Οφείλομεν πάντες να συντελέσωμεν εις την όσον ένεστιν ευθυμοτέραν διεξαγωγήν της εορτής και να ευθυμήσωμεν, αν όχι χάριν ημών αυτών, χάριν της ημέρας τουλάχιστον». Ας αλλάξη επί εν απόγευμα η μελαγχολική της πόλεώς μας όψις. Εμπρός λοιπόν, γέροντες, και νέοι, άρρενες και θήλεις μασκερευθήτε και:

την προσωπίδα θέτοντες
επί της προσωπίδος
κατά τον ποιητήν, γενήτε ειλικρινέστεροι υπ’ αυτήν και ευθυμήσατε.-

ΧΧΧ

 

Στα μετέπειτα χρόνια 1909-10 ήταν Επιτροπή της Αποκρηάς οι Πρ. Μουτζουρίδης, Θεοδ. Ζωϊόπουλος, Αντ. Λιβαδίτης, Βασ. Παπαντώνης, Ανδρ. Χαρμαντάς και Βασ. Μαραβέας. Τα κομιτάτα των χρόνων αυτών, στα οποία πρωτεύοντα ρόλον είχαν οι μεγάλοι μαθηταί του Γυμνασίου, ήταν έξυπνα και καλλιτεχνικά.

 

Ένα σατύριζε τους «Φίφτι-του», τον νεοφανή τότε στην Αθήνα σύλλογο, που τα μέλη του έδειχναν κάποιον εξαντρικισμόν στο ντύσιμο και τη συμπεριφορά. Εννέα νέοι Ναυπλιείς, ντυμένοι του κουτιού με παπιγιόν γραβάτες, σκαρπίνια παπούτσια με πλατειά μεταξωτά κορδόνια, μονύελο και μπαστουνάκι παρήλασαν ανά τρεις-τρεις και τραγούδαγαν:

«Ξέρουμε γλώσσες όσες κι οι κλώσσες
εμείς το ρο τολέμε γο
σ’ αυτό το σύλλογο κανείς δεν μπαίνει
εάν δεν έχη τα προσόντα, φίφτυ-του.
Φίφτιτου – πενήντα ένα, Φίφτιτου πενήντα δύο, φίφτιτου
πενήντα τρία και μισό…»

 

Από τους εννέα αυτούς νέους θυμάμαι τον Αντώνη Μανίκη, το Γιώργο Δραβίλα, τον Άγγελο Παπαδόπουλο, τον Τάκη Παπαδόπουλο και τον Γιαν. Στρίμπερ.

 

Άλλο ένα ωραίο κομιτάτο, απάνου σε μακρύ κάρρο στολισμένο με γιρλάντες και λουλούδια και κλιματαργιές, παρίστανε το θεό του κρασιού Βάκχο και την ακολουθία του από Σιλινούς και Σατύρους. Ο Δημητράκης Χαρισιάδης ήταν ξαπλωμένος σαν πασάς και ντυμένος σα Βάκχος με μακρυά μαλλιά, μουστάκια και γένια. Κράταγε μια μεγάλη κανάτα με κρασί και ένα ποτήρι, ενώ η συνοδεία κι αυτός με τη χοντρή μπάσα φωνή του ετραγούδαγαν:

«Εβίβα βρε κρασοπατέρα…
«Εβίβα όλοι πέρα-πέρα
για να πάμε μιαν ημέρα
για να πάμε συντροφιά
Πέρα στην Αγιά Σοφιά…»

Εν άλλο κομιτάτο ήταν με τον Κώστα Κωνσταντόπουλο, το γυιό του χρυσικού Αντώνη Κωνσταντόπουλου του Αντάρα, που καθισμένος σε μια πολυθρόνα πάνου στο άρμα του και ντυμένος γυναικεία παρίστανε τη «νέα γυναίκα» με ψεύτικα κοντά μαλλιά, τσιγάρο στο χέρι και τ’ όνα πόδι πάνου στ’ άλλο. Γύρω του οι θαυμασταί του του κάνουν κομπλιμέντα και ρεβεράντσες, αλλά αυτός δεν δεχότανε τίποτ’ απ’ αυτά και τραγούδαγε αγέρωχα:

Εγώ είμαι η νέα γυναίκα
που θα καπνίζω
και θα ψηφίζω.
Η κάθε μια μας αξίζει για δέκα
δεν δίνω γι’ άντρες έναν παρά.
Κάτου τα βέλα –και τα καπέλα
και οι ουρές– και τα μπουά και τα λοιπά…

 

Άλλο κομιτάτο με τον Κώστα Ζαγκλή, το Μίλτο Πρέσβελο και άλλους που δε θυμάμαι, σατύριζε τη δικτατορία του στρατιωτικού συνδέσμου του 1909 με τίτλος «Άψογος στάσις» και τους πολιτικούς της εποχής με λουκέτα στο στόμα. Το άρμα αυτό στη δεύτερη διαδρομή από την πλατεία το απαγόρευσε η αστυνομία να συνεχίση τη παρέλασί του.

 

Αλλά πολλοί χοροί και διασκεδάσεις γίνονταν και στα σπίτια. Σωστό πανηγύρι, γλέντι τρικούβερτο στο σπίτι ενός συμπολίτη με τα εφτά παλληκάρια του, τη μοναχοκόρη του, τους συγγενείς του σογιού τους και τους φίλους τους. Όλοι οι ξενύχτηδες μασκαράδες καταστάλαζαν στου Μουτζουρίδη, βέβαια πως θ’ άβρισκαν εκεί οποιαδήποτε ώρα περίφημες μακαρονάδες, παστίτσια, κρέατα ψητά, γαλακτομπούρεκα και κρασί διαλεχτό. Επίσης των Αναγνωστοπουλαίων το σπίτι, του Μίμη και Νίκου της Θοδοσείας δεν σφάλαγε ποτέ τη πόρτα του τις ημέρες της Αποκρηάς και γνωστοί και άγνωστοι ανεβοκατέβαιναν μασκαρεμένοι, με όργανα και γλένταγαν ώρες ολόκληρες. Κάποτε μάλιστα στο σπίτι αυτό οι μασκαράδες κουβάλησαν και ολόκληρη τη ρομβία από ένα χοροδιδασκαλείο, που τη ζαλώθηκαν μόνοι τους. Και του Βραχνού το σπίτι δεχότανε κι αυτό με τη σειρά του τους μασκαράδες, του Δήμου Νικολόπουλου, του Σαλαβίστρα κι άλλων πολλών νοικοκυραίων τ’ Αναπλιού.-

 

Ωραία, αλησμόνητα χρόνια, που πέρασαν πια και πίσω δεν γυρνούνε…

Θεοδόσης Δημόπουλος

ΧΩΡΙΣ ΣΧΟΛΙΑ

ΣΧΟΛΙΑΣΜΟΣ

error: Περιεχόμενο που προστατεύεται από πνευματικά δικαιώματα.