Οι Αποκριές, ο Διόνυσος και η κατάβασή του από την Αλκυονία Λίμνη της Λέρνης (γράφει η Μαρία Βασιλείου)

84 Likes
25 Shares
0 Comments

 

της Μαρίας Βασιλείου,
Βιολόγου – Ωκεανογράφου –
MS στην Οργάνωση και Διοίκηση

Οι διάφορες αποκριάτικες εκδηλώσεις, που γίνονται αυτή την εποχή σε πολλά μέρη σχετίζονται, άλλοτε περισσότερο και άλλοτε λιγότερο, με πανάρχαια θρησκευτικά δρώμενα που ανάγονται στην αρχαιότητα, γράφει ο Μ. Τιβέριος. Τις συναντούμε, π.χ., στη θρησκεία των Βαβυλωνίων, των Αιγυπτίων, των Ελλήνων, των Ρωμαίων, όπως και σε λαούς πρωτόγονους και λιγότερο πολιτισμένους. Κύρια γνωρίσματά τους είναι οι μεταμφιέσεις των συμμετεχόντων σε αυτές που καλύπτουν τα πρόσωπά τους με μάσκες, συνήθως δύσμορφες, οι θορυβώδεις χοροί με τραγούδια και αισχρολογίες, η οινοποσία κ.ά.

 

Ορισμένοι λαοί είχαν ενσωματώσει τέτοια στοιχεία σε τελετουργίες σχετικές με την έναρξη της νέας χρονιάς αποβλέποντας στο να είναι ευνοϊκή γι’ αυτούς. Άλλοι πάλι τα συμπεριέλαβαν σε τελετές σχετικές με την άνοιξη και προσδοκούσαν να πετύχουν μ’ αυτά πλούσια σοδειά και καλά γεννήματα. Πρωτόγονες κοινωνίες τα συσχέτιζαν με ποικίλες μαγικές δοξασίες.

 

Είναι αξιοθαύμαστο το πώς τέτοια πανάρχαια δρώμενα επέζησαν ως τις μέρες μας ακόμη και σε λαούς με υψηλό πολιτισμικό επίπεδο. Πολύ περισσότερο μάλιστα αφού οι θρησκείες που επικράτησαν, προσπάθησαν με κάθε μέσο να εξαφανίσουν τις «ειδωλολατρικές» αυτές τελετές, κάτι που τελικά δεν έγινε κατορθωτό.Επέζησαν έτσι τα έθιμα αυτά επειδή είναι βαθιά ριζωμένα στην ανθρώπινη φύση. Τέτοιες γιορτές δεν ξεχνιούνται, αποτελούν και σήμερα ακόμη, ζωογόνες ψυχαγωγικές δυνάμεις και η ψυχαγωγία, ως κοινωνική ανάγκη, δύσκολα παραμερίζεται. Οι κρατούντες, οι πλούσιοι, οι φτωχοί, οι δούλοι, εξαφανίζουν κάθε εξωτερικό διακριτικό τους γνώρισμα και συμπεριφέρονται όλοι ως ισότιμοι.
Πρόκειται λοιπόν για γιορτές που αρχικά αποσκοπούσαν στη διαιώνιση της ίδιας της ζωής, ενώ αργότερα περιεβλήθησαν και με κοινωνικά οράματα.

 

Ο Διόνυσος ήταν προπάντων ο θεός του κρασιού. Το χαρακτηριστικό γνώρισμα της λατρείας του είναι κάτι σαν εκστατικό παραλήρημα που κυριεύει τους πιστούς του, που μέσα στο μεθύσι τους,φαντάζονται πως και οι ίδιοι συμμετέχουν στη θεϊκή φύση του γιου της Σεμέλης και του Διός.

 

Ο Ευριπίδης λέει: “Ο Διόνυσος είναι θεός του γλεντιού, βασιλεύει στα συμπόσια ανάμεσα σε λουλουδένια στέφανα, ζωηρεύοντας τους χαρούμενους χορούς στον ήχο της φλογέρας. Γέλια τρελά προκαλεί και διώχνει τις μαύρες έγνοιες. Και στο τραπέζι των θεών, το νέκταρ του, αυξάνει τη μακαριότητά τους κι αντλούν οι θνητοί από τη γελαστή του κύλικα τον ύπνο και ξεχνούν τα βάσανά τους”.

 

Ο Αριστοφάνης, απευθυνόμενος στο θεό του κρασιού,αναφωνεί “Διόνυσε κισσοστεφανωμένε, τις χορωδίες μας διεύθυνε. Σ’ εσένα απευθύνονται οι ύμνοι κι οι χοροί μας, ω Εύιε, ω Βρόμιε, ω της Σεμέλης γιε, ω συ Διόνυσε που σου αρέσει ν’ ανακατεύεσαι στις χορωδίες των Νυμφών τις τρισχαριτωμένες επάνω στα βουνά και που χορεύοντας δε σταματάς να τραγουδάς τον ιερό σου ύμνο “Εύιος, Εύιος”. Και γύρω σου αντιλαλεί του Κιθαιρώνα η ηχώ κι αναριγούντα βουνά με τις φυλλωσιές τις μαύρες και τους πηχτούς τους ίσκιους, αναριγούν κι οι βράχοι μέσα στο δάσος”.

 

Ο Σωκράτης ισχυρίζεται ότι ο άνθρωπος μπορεί να αποδώσει τα μέγιστα των δυνατοτήτων του, μόνο μέσω μανίας σε δόση θεϊκά ρυθμισμένη:“νῦν δε τα μέγιστα τῶν ἀγαθῶν ἡμῖν γίγνεται δια μανίας θείᾳ μέντοι δόσει διδομένης”. Δικαιολογεί δε τη φαινομενική αυτή παραδοξολογία του με το ότι η μανία είναι “θείο δώρο” και αναφέρει τέσσερις τύπους”μανίας”: την προφητική,που εμπνέεται από τον Απόλλωνα, τη θρησκευτική που εμπνέεται από τον Διόνυσο, την ποιητική, από τις Μούσες και την ερωτική ,από την Αφροδίτη και τον Έρωτα. “Τῆς δε θείας (μανίας) τέτταρα μέρη διελόμενοι μαντικην μεν ἐπίπνοιαν Ἀπόλλωνος θέντες, Διονύσου δε τελεστικήν, Μουσῶν δ’ αὖ ποιητικήν, τετάρτην δε Ἀφροδίτης και Ἔρωτος, ἐρωτικήν μανίαν”.

 

Όμως, κατά τους πρώτους χρόνους η εξουσία του Διονύσου απλώνονταν σ’ ολόκληρη τη φύση και έχοντας σχέση με την αναγέννησή της, ως θεός της γονιμότητας «έπρεπε» να αναδύεται και καταδύεται στον Κάτω Κόσμο.Γύρω από τον ετήσιο αυτό αγώνα ανάμεσα στην ακαρπία και την ευφορία της γης υφάνθηκε και ο ιστός αρκετών αρχαίων μυστηριακών τελετών, γι’ αυτό ακριβώς και η συνήθης εποχή διεξαγωγής τους ήταν το τέλος του καλοκαιριού ή η αρχή του φθινοπώρου, με τα πρώτα πρωτοβρόχια. Τα μυστήρια, που γνώρισαν ιδιαίτερη άνθηση κατά τους χρόνους της ύστερης αρχαιότητας, υπόσχονταν στους μυημένους σ’ αυτά μόνιμη σωτηρία και μια ευτυχισμένη μετά θάνατον ζωή. Ετσι, σε δημόσιες αλλά κυρίως σε απόκρυφες τελετουργίες, οι πιστοί σκηνοθετούσαν τις διάφορες φάσεις αυτού του αγώνα, αναπαριστώντας τις ποικίλες περιπέτειες του πάσχοντος θεού τους.

 

Το θέμα της κατάβασης στον Κάτω Κόσμο αποτυπώνεται συχνά στις μυθογραφικές αφηγήσεις ήδη από την αρχαϊκή εποχή και έπειτα και πολλοί ήρωες καλούνται, για διαφορετικούς λόγους ο καθένας, να αναμετρηθούν με τον κίνδυνο ενός τέτοιου εγχειρήματος, ανάμεσά τους ο Ηρακλής, ο Θησέας, ο Οδυσσέας, ο Ορφέας και, από τους θεούς, ο Διόνυσος.

 

Ένα από τα ενδιαφέροντα σημεία αυτών των αφηγήσεων είναι ο τρόπος αλλά και ο τόπος από τον οποίο επιχειρείται κάθε φορά η κατάβαση. Στην περιοχή της Πελοποννήσου, η πιο γνωστή είσοδος προς τον άλλο κόσμο είναι το Ταίναρο.

 

Στην Πελοπόννησο όμως τοποθετείται και μία άλλη είσοδος στον Κάτω Κόσμο, αυτή που, κατά τον Παυσανία, χρησιμοποίησε ο Διόνυσος όταν κατέβηκε στον Άδη προς αναζήτηση της Σεμέλης. Η είσοδος αυτή βρισκόταν στην Αλκυονία λίμνη της Λέρνης, μιας περιοχής της οποίας η ιδιαίτερη γεωφυσική διαμόρφωση αξιοποιείται, ως γνωστόν, και σε άλλες μυθικές αφηγήσεις.

 

Τροποποιημένη εικόνα του Αργού πεδίου απο το GoogleEarth

 

«…τήν Ἀλκυονίαν λίμνην, δι’ ἧς φασιν Ἀργεῖοι Διόνυσον ἐς τόν Ἅιδην ἐλθεῖν Σεμέλην ἀνάξοντα, τήν δέ ταύτῃ κάθοδον δεῖξαί οι Πόλυμνον. τῇ δέ Ἀλκυονίᾳ πέρας τοῦ βάθους οὐκ ἔστιν οὐδέ τινα οἶδα ἄνθρωπον ἐς τό τέρμα αὐτῆς οὐδεμιᾷμηχανῇ καθικέσαι δυνηθέντα, ὅπου καί Νέρων σταδίων πολλῶν κάλους ποιησάμενος καί συνάψας ἀλλήλοις, ἀπαρτήσας δέ καί μόλυβδον ἀπ’ αὐτῶν καί εἰδή τι χρήσιμον ἄλλο ἐς τήν πεῖραν, οὐδέ οὗτος οὐδένα ἐξευρεῖν ἐδυνήθη ὅρον τοῦ βάθους καί τόδε ἤκουσα ἄλλο: τό ὕδωρ τῆς λίμνης ὡς ἰδόντα εἰκάσαι γαληνόν ἐστι καί ἠρεμαῖον, παρεχόμενον δέ ὄψιν τοιαύτην διανήχεσθαι τολμήσαντα πάντα τινά καθέλκειν πέφυκε καί ἐς βυθόν ὑπολαβόν ἀπήνεγκε. περίοδος δέ τῆς λίμνης ἐστίν οὐ πολλή, ἀλλά ὅσον τε σταδίου τρίτον: ἐπί δέ τοῖς χείλεσιν αὐτῆς πόα καί σχοῖνοι πεφύκασι. τά δέ ἐς αὐτήν Διονύσῳ δρώμενα ἐν νυκτί κατά ἔτος ἕκαστον οὐχ ὅσιον ἐς ἅπαντας ἦν μοι γράψαι.»

(Παυσανίου Κορινθιακά, κεφ.37, παραγρ. 5,6)

Εδώ ο Παυσανίας αναφέρει το περιστατικό με τον Νέρωνα, ο οποίος θέλησε να μετρήσει το βάθος της λίμνης, αφού όπως φαίνεται δεν πίστευε ότι ήταν χωρίς πυθμένα. Παρ’όλη όμως την προσπάθεια-έδεσε πολλά σκοινιά μαζί τοποθετώντας στην άκρη μόλυβδο ώστε να βυθιστεί η μια άκρη τους-, δεν επέτυχε να βρει πυθμένα.

Η παράκτια καρστική περιοχή της Λέρνας βρισκόταν στο βορειοδυτικό κόλπο του Άργους. Ένα από τα χαρακτηριστικά της ήταν μια λίμνη περίπου 55 μ. σε διάμετρο και εξαιρετικά βαθειά. Οι Έλληνες θεωρούσαν αυτή τη λίμνη την Αλκυονία, μια από τις πολλές πύλες του κάτω κόσμου, κυρίως επειδή θεωρούνταν απύθμενη. Πιθανά, πρόκειται για καταβόθρα γεμάτη με νερό που τροφοδοτούνταν από υπόγειες πηγές. Η θρησκευτική- μυθολογική παρουσίασή της ως πύλης του Άδη είναι η εξήγηση του καρστικού υπεδάφους της περιοχής. Αυτό δηλώνει και η βέβαιη πεποίθηση πως όποιος κολυμπήσει στα νερά της πέφτει σε δίνες και πνίγεται. Είναι επίσης πιθανόν ορισμένες καρστικές καταβόθρες να φτάσουν σε βάθος τα εκατοντάδες μέτρα και για τον λόγο αυτό θεωρούνται απύθμενες. (Clendenon,2009). Η λίμνη δεν υπάρχει σήμερα, όμως οι έρευνες των Λυριτζή, Ραυτοπούλου (1988) μιλούν για μια μεγάλη λίμνη που υπήρχε ανάμεσα στο Άργος και τη Λέρνα 2500 χρόνια π.Χ.

Χάρτης των επιφανειακών αποθέσεων στην Αργολική Πεδιάδα. Τα όρια που σημειώνονται με βέλη οριοθετούν τα όρια της λίμνης και της θαλάσσιας επίκλυσης 2500 χρόνια π.Χ.

 

Αξίζει να σημειωθεί ότι η γιορτή των Λέρναιων είχε ως κύριους θεούς τον Διόνυσο καιτην Δήμητρα Πρόσυμνα, δύο θεότητες της βλάστησης.Η λατρεία του Διονύσου είχε στα Λέρναια φαλλικό χαρακτήρα και αποσκοπούσε στην ευφορία των δένδρων και των κοπαδιών. .Η τελετή της μύησης στα Λέρναια ήταν κοινή παλαιότερα για τους δύο θεούς και γινόταν στον ναό της θεάς μέσα στο άλσος με τα πλατάνια.

 

Ένα χαρακτηριστικό στοιχείο των τελετουργιών που συνδέονται με την ανάσταση του θεού ήταν και το κάλεσμά του, η «επίκλησις», από τους πιστούς του, που τον καλούσαν, ακόμη και με μικρές σάλπιγγες, να ανέβει και να παρουσιαστεί σ’ αυτούς. Με την άνοδό του από τον Άδη ο θεός καλούνταν από τους πιστούς να ξαναφέρει τη νέα βλάστηση της άνοιξης στη γη.

 

Το θείον Βρέφος Διόνυσος με φωτοστέφανο

 

Μπορεί ακόμη αυτή η «ιερή επιφάνεια» του θεού να σχετίζεται με τον θάνατό του από τον Περσέα που τον έρριξε στα νερά της λίμνης, όταν αυτός είχε φθάσει με τις μαινάδες στο Άργος για να καθιερωθεί ως νέος θεός.

Μαρία Βασιλείου

Βιολόγος- Ωκεανογράφος

MS στην Οργάνωση και Διοίκηση

 

 

ΠΗΓΕΣ

Λυριτζής Ι. Ραυτοπούλου Μ., «Αργολίδα: Σύνδεση προιστορικών μύθων με τα γεω-περιβαλλοντικά και αρχαιολογικά στοιχεία»

Παναγιώτης Ψύχας:Γεωμυθολογικά μονοπάτια στην Αργειακή Γη

Μενέλαος Χριστόπουλος: Η Αλκυονία λίμνη της Λέρνης και η κατάβαση του Διονύσου στον Άδη

Μιχάλης Α. Τιβέριος: 1.«Γιατί οι αρχαίοι έλληνες ανάσταιναν τους θεούς τους»

2. «Αποκριές και Αρχαιότητα»

ΧΩΡΙΣ ΣΧΟΛΙΑ

ΣΧΟΛΙΑΣΜΟΣ

error: Περιεχόμενο που προστατεύεται από πνευματικά δικαιώματα.