H «Διχαστική Δημοκρατία» και το μέλλον της – Η ομιλία του Ν. Αλιβιζάτου στο Ναύπλιο (Γράφει ο Γ. Κόνδης)

9 Likes
35 Shares
0 Comments

 

του Γεωργίου Κόνδη

Η πρώτη ομιλία του νέου κύκλου παρουσιάσεων του Harvard στην Αργολίδα με γενικό τίτλο: «Κοινωνίες σε κρίση. Οικονομία, πολιτική, πολιτισμός», αποτέλεσε ένα πολύ καλό ερέθισμα για όσους θεωρούν πως υπάρχει ακόμη μεγάλη απόσταση να διανυθεί για την κατανόηση της συχνότητας και της έντασης των κοινωνικών και οικονομικών κρίσεων στην Ελλάδα. Στα πλαίσια λοιπόν του νέου αυτού κύκλου παρουσιάσεων, ένας από τους μεγαλύτερους Έλληνες γνώστες των ζητημάτων συνταγματικού δικαίου και Ομότιμος Καθηγητής στο ΕΚΠ Αθηνών, ο Νίκος Αλιβιζάτος, παρουσίασε το θέμα: «Διχαστική Δημοκρατία: ο ελληνικός κοινοβουλευτισμός μεταξύ «κανονικότητας» και εκτροπής. 1843-2016».

 

Γνωστός όχι μόνο για το ερευνητικό και γενικότερα συγγραφικό του έργο, αλλά και για τις δημόσιες παρεμβάσεις του σε σημαντικά θέματα όπως οι πρόσφατες για την αναθεώρηση του Συντάγματος και το τελευταίο δημοψήφισμα του 2015, ο Νίκος Αλιβιζάτος, ανέπτυξε με τη γνωστή ερμηνευτική του δεινότητα τα χαρακτηριστικά της «Διχαστικής Δημοκρατίας» και δημιούργησε μια σειρά από ερωτήματα που προβλημάτισαν έντονα. Ο ίδιος εξάλλου σημείωσε πως δεν έχει ολοκληρώσει την επεξεργασία αυτής της νέας οπτικής με την οποία βλέπει την εξέλιξη και το μέλλον της πολιτικής στην Ελλάδα. Θα περιμένουμε επομένως με ενδιαφέρον την τελική του ανάλυση, αν και οι βασικές διαπιστώσεις δεν πρόκειται να αλλάξουν ριζικά όπως δήλωσε στην αρχή ήδη της ομιλίας του.

 

 

Στο βασικό ερώτημα γιατί ο ελληνικός λαός να δείχνει τόσο μεγάλη ανθεκτικότητα και υπομονή σε μια ακόμη κρίση που διαρκεί επτά χρόνια τώρα, χωρίς να ενισχύει τα άκρα του πολιτικού συστήματος και ιδιαίτερα την ακροδεξιά όπως σε ολόκληρη την υπόλοιπη Ευρώπη, ο Ν. Αλιβιζάτος, απαντά με ένα αναλυτικό σχήμα που διατρέχει την ιστορία του σύγχρονου ελληνικού κράτους και προτάσσει ως κομβικό σημείο τη σχέση ανάμεσα σε πολιτική «κανονικότητα» και εκτροπή. Στην Ελλάδα παρατηρούμε την υιοθέτηση πρώιμων δημοκρατικών θεσμών ήδη από την Επανάσταση και ιδιαίτερα, μετά την ανεξαρτησία, από την ιστορική 3η Σεπτεμβρίου 1843. Σύνταγμα, εκλογές, καθολική ψηφοφορία, κοινοβουλευτισμός, αποτελούν τα βασικά στοιχεία οργάνωσης του ελληνικού πολιτικού συστήματος, τα οποία είναι άγνωστα στον υπόλοιπο ευρωπαϊκό χώρο και υιοθετούνται σταδιακά μέσα από συγκρούσεις για την υιοθέτηση της αστικής δημοκρατίας. Η ιδιαιτερότητα της Ελλάδας, για να χρησιμοποιήσω τα λόγια του κ. Αλιβιζάτου, πηγάζει από αυτόν τον «πειραματισμό νεωτερικότητας σε προνεωτερικό περιβάλλον». Υιοθετώντας την θέση του John Petropoulos για την θεμελίωση του ελληνικού κράτους χρησιμοποιώντας δημοκρατικούς αντιπροσωπευτικούς θεσμούς, υπενθύμισε πως η εξέλιξη αυτή ήταν αποτέλεσμα της σύγκρουσης κοτζαμπάσηδων και νέων πολιτικών δυνάμεων και της ξενοκρατίας, όπου ελλείψει αστικής τάξης, τους δημοκρατικούς θεσμούς επέβαλλαν οι παλιές τοπικές ολιγαρχίες προκειμένου να διατηρήσουν την ηγεμονία τους.

 

 

Επομένως, ο κανόνας στην Ελλάδα δεν είναι η απολυταρχική διοίκηση, αλλά η εκπροσώπηση μέσω δημοκρατικών θεσμών, με άλλα λόγια, η «κανονικότητα» του πολιτικού συστήματος. Στα 173 χρόνια δημοκρατικού βίου υπήρξαν μικρές σε χρονική διάρκεια εκτροπές με κυριότερες τον Διχασμό, την 4η Αυγούστου και την 21η Απριλίου. Συνολικά 17 χρόνια εκτροπής, ενώ τα υπόλοιπα 156 χαρακτηρίζονται ως περίοδος «κανονικότητας» παρά τις επιμέρους δυσκολίες (π.χ. πέντε εκλογικές αποχές). Σε καμία άλλη χώρα της Ευρώπης και του αναπτυγμένων αστικών δημοκρατιών δεν παρατηρείται τέτοια εξέλιξη. Όμως το κόστος αυτής της «κανονικότητας» είναι συντριπτικά βαρύ για την χώρα και την κοινωνία. Κρίσεις, χρεοκοπίες, πρωτιές σε διεθνείς δημοσιονομικούς ελέγχους, αδυναμία μεταρρυθμίσεων. Οι λόγοι είναι πολλοί και σημαντικοί.

 

 

Η εναλλαγή στην εξουσία των δυνάμεων του κέντρου του πολιτικού φάσματος, αποδυνάμωσαν βεβαίως τα άκρα, αλλά ενίσχυσαν υπέρμετρα τις πελατειακές σχέσεις ως βασικό μηχανισμό πολιτικής κυριαρχίας. Ο πολιτικός διπολισμός ενίσχυσε επίσης επικίνδυνα την απλοποιητική διχαστική του διάσταση, σε σχέση με την πολιτική επιχειρηματολογία και τον κοινοβουλευτικό διάλογο. Ή μαζί μας ή εναντίον μας, είναι η φράση που ακόμη και σήμερα κυριαρχεί, ενισχύοντας τον χαρακτήρα της «Διχαστικής Δημοκρατίας». Η κυρίαρχη αυτή διχαστική αντίληψη, οδηγεί σε επιμέρους, το ίδιο επικίνδυνες, κανόνες πολιτικής ηγεμόνευσης: «δεν μπορείς να κερδίσεις εκλογές αν δεν πεις ότι ο άλλος είναι κλέφτης», σημείωσε χαρακτηριστικά ο κ. Αλιβιζάτος. Η παραπομπή στο Ειδικό Δικαστήριο τείνει να γίνει κανόνας, καθώς μετράμε ήδη 25 τέτοιες παραπομπές στην πολιτική μας ιστορία. Τέλος, η ανοχή στη βία αποτελεί μια ιστορική παράδοση του πολιτικού μας συστήματος με όποια μορφή κι αν εκδηλώνεται.

 

 

Η Δημοκρατία μας εξελίχθηκε στη βάση μιας σημαντικής κοινοβουλευτικής παράδοσης και ταυτόχρονα ενίσχυσε ένα πνεύμα διχαστικό που προκαλεί αστάθεια, αντιπαράθεση, στείρο πολιτικό ανταγωνισμό. Μια σισύφεια ιστορική πορεία κατά την οποία όλα τα θετικά αποτελέσματα της κοινοβουλευτικής μας παράδοσης, αναιρούνται με καταστροφικές κρίσεις από τον διχαστικό της χαρακτήρα. Η αδυναμία συνεννοήσεων, διαλόγου και συγκλήσεων είναι αποτέλεσμα του διχαστικού χαρακτήρα που καλλιεργείται προκειμένου να επιτευχθεί η πολιτική ηγεμόνευση και η αντίστοιχη διαχείριση προνομίων κάθε είδους μέσω των πελατειακών σχέσεων.

 

 

Ως αποτέλεσμα αυτής της ανάλυσης, ο Ν. Αλιβιζάτος προτείνει ένα γενικότερο σχήμα το οποίο στηρίζεται κυρίως στην παραδοχή πως λύσεις στο πρόβλημα της «Διχαστικής Δημοκρατίας» δεν μπορεί να βρεθούν εκτός των ιδιαίτερων κοινοβουλευτικών μας παραδόσεων. Με άλλα λόγια, η Ελλάδα μπορεί να λειτουργήσει με τον ίδιο συγκρουσιακό χαρακτήρα στο επίπεδο της πολιτικής, αλλά υιοθετώντας ασφαλιστικές δικλείδες που θα αποτρέπουν την δημιουργία σοβαρών κρίσεων, όπως αυτή που βιώνουμε σήμερα. Η εναλλαγή δυο πολιτικών σχηματισμών του κέντρου και ταυτόχρονη αποδυνάμωση των άκρων, φαίνεται να είναι πλέον παγιωμένη στην κοινοβουλευτική μας παράδοση. Χρειάζονται επομένως σημαντικές μεταρρυθμίσεις στο επίπεδο των ασφαλιστικών δικλείδων όπως η τόνωση της δικαστικής ανεξαρτησίας και η ανάθεση στην Δικαιοσύνη του ελέγχου για τα «περί ευθύνης υπουργών». Είμαστε η μόνη χώρα όπου την ευθύνη παραπομπής υπουργών την έχει η Βουλή και όχι η Δικαιοσύνη. Ενίσχυση του θεσμού των «Ανεξάρτητων Αρχών». Άμεση αλλαγή του Κανονισμού της Βουλής ώστε τα προεδρεία των επιτροπών κοινοβουλευτικού ελέγχου να μην προέρχονται μόνο από την πλειοψηφία και έ
τσι να ενισχυθούν οι θεσμοί διαβούλευσης.

 

 

Περιμένοντας την ολοκληρωμένη παρέμβαση του κ. Ν. Αλιβιζάτου, σημειώνω πως έχει ξεκινήσει σε εθνικό και τοπικό επίπεδο ένας ουσιαστικός διάλογος για τους τρόπους και τις διαδικασίες με τις οποίες μπορούμε να τονώσουμε και να ενισχύσουμε τη δημοκρατική μας παράδοση ξεφεύγοντας από τις διάσπαρτες διχαστικές παγίδες των πελατειακών σχέσεων, της συνδικαλιστικής κομματικής αστειότητας και της πολιτικής μικρόνοιας. Εδώ, ο καθένας που επιθυμεί να του αναγνωρίζεται η ποιότητα του «Πολίτη» ας αναλάβει τις ευθύνες του.

 

ΧΩΡΙΣ ΣΧΟΛΙΑ

ΣΧΟΛΙΑΣΜΟΣ

error: Περιεχόμενο που προστατεύεται από πνευματικά δικαιώματα.