Το γράμμα της Ισμήνης (γράφουν οι Δημότισσες)

8 Likes
31 Shares
6 Comments

 

Το κείμενο που ακολουθεί είναι μέρος ενός σύγχρονου μονόπρακτου πολιτικού δράματος που βρίσκεται σε εξέλιξη. Φέρει τον τίτλο «Το γράμμα της Ισμήνης». Στη σκηνή καθισμένη μπροστά σε ένα τραπέζι μια γυναίκα αρκετά ταραγμένη σκέφτεται, μονολογεί και γράφει:

 

Αγαπημένε μου θείε Κρέων,

 

Σου στέλνω αυτό το γράμμα, γιατί στις σελίδες του μόνο συμπαράσταση και παρηγοριά μπορείς να βρεις. Ειλικρινά, τα ‘χω χαμένα με όσα συμβαίνουν! Κάποια πρόσφατα συμβάντα με έχουν αναστατώσει.

 

Δεν έχουν περάσει πολλές μέρες και νύχτες από τότε που ο εχθρικός στρατός τράπηκε σε φυγή αφήνοντας πίσω του μία πόλη ρημαγμένη. Δεν έχει περάσει πολύς καιρός από τότε που ανέλαβες τα ηνία της εξουσίας χωρίς να το θέλεις ο ίδιος, μόνο και μόνο επειδή σου το επέβαλε το καθήκον, η ανάγκη και ο λαός που τόσο σε αγαπούσε ∙ ο λαός που πίστευε ότι μόνο εσύ θα μπορούσες να στήσεις την πόλη στα πόδια της ∙ μόνο εσύ θα μπορούσες να της δώσεις το χαμένο της μεγαλείο, να την κάνεις πάλι να λάμψει μέσα από τις στάχτες της. Δεν έχει περάσει πολύς καιρός από τότε που και εγώ σε ένιωσα προστάτη και φύλακα του οίκου μου, γιατί μέτρησα την πυγμή, το πάθος και τον πατριωτισμό σου. Και πράγματι δεν έπεσα έξω. Η πόλη έχει αναγεννηθεί ∙ οι πολίτες είναι χαμογελαστοί και απολαμβάνουν ξένοιαστα τους περιπάτους τους στο ειδυλλιακό κέντρο με τους κρεμαστούς κήπους και τα γαλήνια νερά. Τα παιδιά κάνουν εξορμήσεις με τα ποδήλατά τους, παίζουν μπάλα και γελούν. Ξεχάσανε τον πόλεμο και τη φωτιά, λησμονήσανε την οικονομική στενότητα, αφήσανε πίσω τους τις κακές εποχές, τη μιζέρια και τη γκρίνια.

 

(Παίρνει μια βαθιά ανάσα και συνεχίζει το γράψιμο) Και ενώ έτσι είχε μέχρι τώρα η κατάσταση και το μέλλον διαγραφόταν ευοίωνο, κάποια δυσάρεστα γεγονότα συντάραξαν την πολιτική σου αρχή. Παρακολούθησα πραγματικά με ενδιαφέρον τη συνέντευξη τύπου. Αχ, καλέ μου θείε! Πόσο πολύ θα σου έχει κοστίσει η αχαριστία τους! Και ας μην το έδειχνες μπροστά στο φακό, ας κρατούσες αυτό το στιβαρό, αγέρωχο ύφος. Μέσα σου πρέπει να πονούσες πολύ! Τόση αχαριστία, τόση ξεδιαντροπιά! Αντί να σε επευφημούν, να λένε «δόξα τω θεώ που βρέθηκε ένας άξιος ηγεμόνας να κυβερνήσει», να δώσουν το όνομά σου στα τείχη, στο κάστρο, σε καμιά πλατεία ή κρήνη ή δρόμο, διαμαρτύρονται για κάποιες τροποποιήσεις που επέφερε η ανάπλαση της πόλης, για κάτι δέντρα που κόπηκαν… Ποιος αλήθεια δίνει σημασία σε κάτι τέτοια, όταν έχουν γίνει τόσα θετικά βήματα, … έχεις απόλυτο δίκιο να πικραίνεσαι. (παίρνει πάλι μια βαθιά ανάσα… σκέφτεται…)

 

Και ανάμεσα σε αυτούς- ποιος θα το έλεγε- η ίδια μου η αδερφή κι εκείνος ο αρραβωνιαστικός της, ο Αίμονας, και οι κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωση φίλοι τους, όλοι τους ψευτοπαλληκαράδες. Μια χούφτα άνθρωποι, τι άνθρωποι δηλαδή, ανθρωπάκια! Μειράκια! Νεαρά, υπερφίαλα, αστόχαστα πλάσματα,που κυνηγούν χίμαιρες, που νομίζουν ότι θα αλλάξουν τον κόσμο, που έχουν το θράσος να αμφισβητούν την εξουσία σου και που δεν αναγνωρίζουν τις θυσίες και τους κόπους που έκανες για να στήσεις την πόλη όρθια στα πόδια της, για να σώσεις το σκαρί της από τη φουρτούνα! Θλιβερά σταγονίδια που ποτέ δε θα γίνουν σταγόνες, αλλά μόνο θα φωνασκούν. Αναξιοπρεπή τρωκτικά που ξέρουν μόνο να δαγκώνουν με τα ξεπερασμένα αριστερά τους ιδεολογήματα και να μιλούν για πολιτική ηθική, λες και μόνο αυτοί έχουν τούτο το προνόμιο. Γελοιότητες! Ποιος πιστεύει πια στους δίκαιους αγώνες; Ποιος πιστεύει στην ελευθερία του λόγου, στην ισότητα, στη λαοκρατία; Δεν είναι εποχές για τέτοια! Χρειαζόμαστε ανθρώπους με πυγμή, ανθρώπους που να παίρνουν σωστές αποφάσεις… όπως ακριβώς κάνεις εσύ. Αυτό έχει τώρα προτεραιότητα. Για τα άλλα έχει ο θεός!

 

Η αδερφή μου! (προφέρει το όνομά της συλλαβιστά, ειρωνικά). Η αδερφή μου… Την πρώτη φορά της τη χάρισες. Το θυμάμαι, ήμουνα παρούσα. «Δε βαριέσαι» είπες «παιδί είναι, κόρη της αδερφής μου είναι, δεν ήξερε τι έκανε, όταν παράκουσε την εντολή μου και πρόσφερε τις απαγορευμένες νεκρικές τιμές στον Πολυνείκη, ενώ έφερε επάνω του ανεξίτηλα τα σημεία του κοινωνικού καθορισμού του, σημεία που καμιά ιεροτελεστία δεν μπορούσε να σβήσει». «Τα νεκρά σώματα», έλεγες «δεν ανήκουν στον Άδη αλλά στην Πόλη». Εξιλαστήριο θύμα στο λυσσώδη αγώνα που διεξάγεται ανάμεσα σε δύο πανίσχυρους θεσμούς: στο Κράτος και στο Ιερατείο. Τώρα, όμως, πώς θα τη δικαιολογήσεις; Δε βλέπεις ότι σου σκάβει το λάκκο; Θα φανείς πάλι μεγαλόψυχος; Θα εξαντλήσεις τη γενναιοδωρία σου ή θα της κλείσεις μια και καλή το στόμα; Σκέψου καλά! Σκέψου το κακό παράδειγμα που δίνει στους πολίτες, αν την αφήσεις να λέει και να κάνει ό,τι θέλει μέσα στην παλαβομάρα της. Να την κλείσεις σε ψυχιατρείο, την τρελή! Διολισθαίνει στην παράνοια! Δεν το βλέπεις; Τι θα πουν και οι σύμβουλοί σου, όσοι σου συμπαραστέκονται ψυχή τε και σώματι, μέρα και νύχτα; Θα σε κατηγορήσουν για μαλθακότητα, για δειλία. Όχι, είναι αδύνατο τώρα να φανείς μικρός!

 

Θα με ρωτήσεις, βέβαια: «Καλά, δεν τη λυπάσαι;» Εμένα τι με νοιάζει για την τύχη της; (σηκώνεται, τρίβει τα χέρια της, κοιτάζεται στον καθρέφτη και μιλάει στο είδωλό της με θυμό) Όχι, με νοιάζει και πολύ μάλιστα! Με κατηγόρησε για βλασφημία, για ατιμία, για καταπάτηση κάθε ιερού και όσιου, επειδή δε συνέπραξα μαζί της στην ταφή του αδερφού μας, αυτού του προδότη! Της είπα «είμαστε γυναίκες, δεν μπορούμε να τα βάζουμε με άντρες, σύνελθε». Και ενώ της έδειξα την αγάπη μου, εκείνη μ’ απαρνήθηκε. Με έφτυσε κατάμουτρα. Να χαθεί! Δε με νοιάζει ό,τι και να πάθει! Και εσύ συμφώνησες μαζί μου «είναι προτιμότερο να εκθρονιστώ από άνδρα, γιατί δεν πρέπει με κανέναν τρόπο να μας νικήσει μια γυναίκα!». Να, δες εμένα… (χαμηλώνοντας το βλέμμα και τη φωνή της) υποτάχθηκα στην πολιτική αρχή. Τι άλλο μπορούσα να κάνω άλλωστε;

 

(Παίρνει μια βαθιά ανάσα και συνεχίζει να μονολογεί και να γράφει) Και ο Αίμονας! Ας γελάσω! Πώς μπορεί αυτό το πλάσμα να είναι γιος σου; Να είναι δούλος μιας γυναίκας, ενός μιάσματος; Πώς μπορεί να επαναστατεί μετά από ό,τι έκανες για εκείνον! Να αμφισβητεί τη λαϊκή βάση της εξουσίας σου «οι πολίτες οφείλουν υπακοή στον ηγεμόνα» ∙ να σου πετάει κατάμουτρα ότι «δεν υπάρχει πόλη κτήμα να ‘ναι ενός ανθρώπου» ∙ να σε ειρωνεύεται «μια άδεια πόλη ωραία θα κυβερνούσες»! Ποιον; Εσένα, που έχεις τα διπλάσια χρόνια από αυτόν! Ποιον; Εσένα, τον άρχοντα! Καλέ μου, Κρέοντα, φίδι έκρυβες στον κόρφο σου. Έναν επικίνδυνο επαναστάτη. Και μαζί με αυτούς τους δυο μερικοί παρατρεχάμενοι, που θέλουν να αμαυρώσουν την εικόνα σου, να θρυμματίσουν την αυθεντία σου, να σε κατακρημνίσουν από την εξουσία. Δεν το βλέπεις; Είναι ολοφάνερο πως δεν τους αρέσει που στέκεσαι εκεί ψηλά, στο βάθρο σου.

 

Αν θέλεις όμως την ταπεινή μου γνώμη, έτσι πρέπει να στέκεται ένας ισχυρός ηγεμόνας. Και αν χρειαστεί, πρέπει να βάζεις μερικούς μερικούς στη θέση τους. Θυμάμαι καθαρά το λόγο σου προς την αδερφή μου την πρώτη φορά που τη συνέλαβες ∙ γιατί «και τ’ αγύριστα κεφάλια συντρίβονται και το γερό σίδερο, όταν σκληρύνει στη φωτιά πολλές φορές θα δεις να σπάει και να ραγίζει». Δείξε τα δόντια σου. Οι συνεργάτες σου σπέρνουν το υβρεολόγιό τους στον τύπο στηρίζοντας έτσι την πολιτική σου. Πώς αλλιώς θα την προπαγανδίσουν; Δεν χρειάζονται αβρότητες ούτε μετριοφροσύνη και ταπεινότητα. Καλά κάνουν! Μπράβο τους! Καλά κάνουν που λογοκρίνουν και καρφώνουν όποιο κείμενο δε συνάδει με την ιδεολογία της πολιτικής σου αρχής- τους φαντάζομαι να τρίβουν με ευχαρίστηση τα χέρια τους μπροστά σε κάποιο αναπάντεχο λάθος. Για δημοσιογραφική δεοντολογία θα μιλάμε τώρα; Καλά κάνετε και τους ξεμπροστιάζετε δημόσια. Και αν χρειαστεί να τους ξυρίσετε τα κεφάλια και να τους διαπομπεύσετε, πάλι καλά θα κάνετε.

 

Και ένα τελευταίο (σκουπίζει τα ιδρωμένα χέρια της και το πρόσωπό της σα να ξυπνάει από το παραλήρημα). Να ξέρεις ότι μόνο από τους συγγενείς σου θα βρεις αυτή τη στήριξη στον δίκαιο αγώνα σου. Γι’ αυτό εγώ θα είμαι με το μέρος σου. Θα σε στηρίζω απέναντι σε κάθε είδους λασπολογία και πάντοτε θα αναφωνώ: «μπράβο σου! Είσαι άξιος!» Συνέχισε έτσι και θα καταφέρεις να ξεπεράσεις τις δυσκολίες… Όσο για τους συγγενείς μας και τους άλλους (πιο νηφάλια τώρα, μετανιωμένη)… δείξε και πάλι τη μεγαλοψυχία σου, μην τους παρεξηγείς, καλέ μου θείε, και μην τους τιμωρήσεις! Δεν έχουν μυαλό!

 

Εντάξει. Ό,τι είχα να σου πω το είπα. Ξαλάφρωσα… Τώρα είναι καιρός να σιωπήσω. Να αποσυρθώ και να σκεφτώ τι μας επιφυλάσσει το μέλλον, το δικό σου, το δικό μου,… της αδερφής μου… των άλλων…

Για πάντα δική σου και παντοτινά υποτελής σου,

η ανιψιά σου,
Ισμήνη

 

Υ.Γ. Πολλά χαιρετίσματα στη θεία Ευρυδίκη! Και μην την κακοκαρδίζεις…

(Δημότισσες)

 

 

6 Σχόλια
  • Ανώνυμος 27 Νοεμβρίου 2016

    Εξαιρετικό κείμενο, ευφάνταστο , καλογραμμένο , που στηλιτεύει την αλαζονεία της εξουσίας με αντίστροφη οπτική. Μπραβο στις δημότισσες, πάντα τετοια!!!

    0

    0
  • "Ο ΜΙΚΡΟΣ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ" 25 Νοεμβρίου 2016

    ΣΥΓΧΑΡΗΤΗΡΙΑ ΣΤΗΣ»ΔΗΜΟΤΙΣΣΕΣ» ΠΟΛΥ ΚΑΛΟ ΚΕΙΜΕΝΟ. ΝΟΜΗΖΩ ΘΑ ΕΧΕΙ ΜΕΓΑΛΗ ΕΠΙΤΥΧΙΑ, ΠΑΡΑΣΤΑΣΗ ΒΑΣΗΣΜΕΝΗ ΣΕ ΑΥΤΟ.ΤΟ ΦΑΝΤΑΖΕΣΤΕ ΣΤΟ «ΑΡΧΑΙΟ ΘΕΑΤΡΟ»Η ΣΤΟ «ΜΕΓΑ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟ»

    0

    0
    • Ανώνυμος 26 Νοεμβρίου 2016

      επειδη το αρχαιο θεατρο ειναι για τον Μπιγαλη και την Πωλινα ,στο μεγαλεξαντρο λεω γω να γινει.Το φανταζομαστε ηδη μικρε αλεξανδρε

      0

      0
  • Ανώνυμος 24 Νοεμβρίου 2016

    Ζούμε ένα δράμα!

    0

    0
    • akis 25 Νοεμβρίου 2016

      ΙΛΑΡΟΤΡΑΓΩΔΙΑ ΘΑ ΤΟΛΕΓΑ!!!

      0

      0
      • "ΟΛΟΙ"........ 26 Νοεμβρίου 2016

        φασισμό τον λένε……

        0

        0

ΣΧΟΛΙΑΣΜΟΣ

error: Περιεχόμενο που προστατεύεται από πνευματικά δικαιώματα.