Οι Ζυμβρακάκηδες του Ναυπλίου (Ενα κείμενο από το περιοδικό «Μπουκέτο» στις 2 -7-1931)

 

Σε μικρή απόσταση απ’ το Ναύπλιο, πλάι στον πλατύ, ωραίο δρόμο που ανοίχτηκε με τη φροντίδα του βασιλέως Όθωνος (σ.σ. εννοεί τη λεωφόρο Ασκληπιού), σώζεται ακόμα μια παλαιά γραφική βίλλα, το «Σπίτι του Ζυμβρακάκη» όπως το λένε. Το σπίτι αυτό το έχτισε ο στρατηγός Χαράλαμπος Ζυμβρακάκης, του οποίου θα διηγηθούμε εδώ την ιστορία.

 

Οι Ζυμβρακάκηδες ήταν Κρητικοί από το Θερισσό. Στο χωριό αυτό ζούσαν στα χρόνια της σκλαβιάς δύο αδέλφια δίδυμα, οι Λεβεντοτσεπέτηδες, πολύ αγαπημένοι. Όταν ο ένας αδελφός πέθανε, ο άλλος, ο Μανώλας, βουτήχτηκε στα μαύρα, και τόσο ήταν το πένθος του, που οι χωρικοί του ‘δωσαν το παρατσούκλι ζυμβρακός, το οποίο στην Κρητική διάλεκτο σημαίνει δίδυμος. Από τότε του ‘μεινε Μανώλας Ζυμβρακός και, με τον καιρό, Ζυμβρακάκης.

 

Ο Ζυμβρακάκης ήταν άριστος ράπτης και μάλιστα αρχηγός της συντεχνίας των ραφτάδων, δημιούργησε μεγάλη οικογένεια, αλλά το τέλος του υπήρξε τραγικό: Όταν ξέσπασε η Επανάστασις του 1821, οι Γιανίτσαροι της Κρήτης, οι περίφημοι για τη θηριωδία τους «ξεκουκούλωτοι», έκαναν σφαγές σ’ όλο το νησί. Μια μέρα λοιπόν, που ο Μανώλας πήγαινε μονάχος στα Χανιά, τον παραφυλάξανε στο δρόμο, τον έσφαξαν και τον έριξαν μέσα στο λεγόμενο «Ντουλάπι του Μπελιμπασόγλου» ένα βαθύ πηγάδι, λίγο έξω από τα Χανιά. Η γυναίκα του, η δυστυχισμένη Αργυρώ, πήρε τότε τα έξι ανήλικα ορφανά της και κατέφυγε στα βουνά, κρύφτηκε σε μια σπηλιά ως που να περάσει ο κίνδυνος…

 

Εκεί μέσα έμειναν πολύν καιρό, τρεφόμενοι με άγρια χόρτα, σαλιγκάρια και κόκκους κέδρου, ζώντες σαν αγρίμια.

 

image0000217bΤο μεγαλύτερο αγόρι, ο Χαράλαμπος (ο ήρωας της παρούσης σελίδας), άμα γίνηκε ένδεκα χρονών Κρητικόπουλο, επήρε τ’ άρματα κι’ ακολούθησε τον περίφημο αρματωλό των Αποκορώνων, Σήφακα. Μετά το θάνατο του Σήφακα, ο Χαράλαμπος Ζυμβρακάκης, δεκαπέντε ετών τότε, κατέβηκε στη θάλασσα, μπήκε μούτσος σ’ ένα ελληνικό καράβι, κι έτσι μπόρεσε να ‘ρθει στο Ναύπλιο και ν’ ανταμώσει τη μητέρα του, τ’ αδέρφια του κι άλλους Κρητικούς, που κατέφευγαν στην πόλη εκείνη, αποφεύγοντας την εκδικητική λύσσα των Τουρκοκρητών.

 

Στην Ελλάδα, η δράση του Χαράλαμπου Ζυμβρακάκη υπήρξε γεμάτη από ενέργεια. Όταν στα 1828 ήρθε ο Καποδίστριας και ανασυντάχτηκε ο τακτικός στρατός, ο Χαράλαμπος Ζυμβρακάκης κατατάχθηκε στο Στρατιωτικό Σχολείο ως εθελοντής, και βγήκε ανθυπασπιστής του πυροβολικού στο 1832. Λοχαγός κατόπιν, επί Όθωνος, έλαβε μέρος στην αντιδυναστική επανάσταση του Ναυπλίου.

 

Επί της βασιλείας Γεωργίου Α’, ο Χαρ. Ζυμβρακάκης διορίσθηκε υπουργός των Στρατιωτικών και αργότερα διοικητής της Σχολής των Ευελπίδων.

 

Στα 1871 του συνέβη το ακόλουθο περίεργο επεισόδιο: Η κυβέρνηση, θέλοντας να χτυπήσει τη ληστεία, που κυριαρχούσε τότε στη Δυτική Ελλάδα, έστειλε εκεί το Ζυμβρακάκη, επικεφαλής στρατιωτικού σώματος. Η Θεσσαλία και η Ήπειρος ήταν ακόμη υπόδουλες και οι ληστές, όταν τους κυνηγούσαν από τη μια χώρα, έμπαιναν στην άλλη. Η κυβέρνηση διέταξε τον Χαρ. Ζυμβρακάκη, για να επιτύχει καλύτερα το σκοπό του, να συνεννοηθεί με τον Οθωμανό διοικητή της Ηπειροθεσσαλίας, ο οποίος, φυσικά, είχε συμφέρον να καταδιωχθεί η ληστεία.

 

Διοικητής της Ηπειροθεσσαλίας, τότε ήταν ο Ρασίμ πασάς, ο φημισμένος Βασιλάκης πασάς, γεννημένος από μια Χιώτισσα κι έναν επίσημο Τούρκο, μετά την καταστροφή του νησιού. Τώρα είχε κι’ αυτός εντολή της Πύλης να συνεννοηθεί με τον Έλληνα απεσταλμένο για την εξόντωση των ληστών.
Όταν οι πληρεξούσιοι των δύο κρατών γνωρίστηκαν και κουβέντιασαν, σε μια στιγμή ο Ρασίμ πασάς τον ρώτησε:

 

-Ποιος από τους αδερφούς Ζυμβρακάκηδες είσθε;
-O πρωτότοκος, απάντησε ο Χαράλαμπος Ζυμβρακάκης.
-Ε, λοιπόν, σε σας χρωστάω τη ζωή μου, είπε ο πασάς.
-Πώς; Δεν καταλαβαίνω…, απάντησε ο Ζυμβρακάκης.

 

Και τότε ο Ρασσίμ πασάς του διηγήθηκε τ’ ακόλουθα περιστατικά:

 

«Στον καιρό της Οθωνικής Αντιβασιλείας, εγώ παιδί τότε, ζούσα στο Ναύπλιο… Μια μέρα, ενώ έπαιζα στον κάμπο με άλλα παιδιά, πέρασαν, ερχόμενοι απ’ το προάστιο Πρόνοια, δύο μεθυσμένοι Βαυαροί στρατιώτες. Τα παιδιά κρύφτηκαν πίσω από κάτι δένδρα, τους πετροβόλησαν κι έφυγαν. Οι Βαυαροί βγάλανε τα σπαθιά και τα κυνήγησαν, έπιασαν όμως εμένα και ήσαν έτοιμοι να με διαπεράσουν με τα σπαθιά τους, όταν έξαφνα στην κρίσιμη εκείνη στιγμή φανήκατε εσείς, κύριε Ζυμβρακάκη. Πέρασαν τόσα χρόνια από τότε, μα σας θυμάμαι ακόμα.

Γυρίζατε απ’ το δρόμο του Άργους, νέος, ωραίος αξιωματικός, καβάλα στο άλογό σας… Παιδάκι, τρομαγμένο εγώ, μπερδεύτηκα στα πόδια του αλόγου σας, φωνάζοντας: «Σώσε με! …Σώσε με!…». Σεις πηδήσατε αμέσως κάτω, εβγάλατε το σπαθί σας και, θέλοντας να με προστατεύσετε, αναγκαστήκατε να συμπλακείτε με τους μεθυσμένους Βυααρούς, τους οποίους φιλοδωρήσατε με κάμποσες σπαθιές και τους αναγκάσατε να φύγουν… Αλλά στο μεταξύ η Πύλη της Ξηράς είχε κλειστεί και δεν μπορούσαμε να μπούμε στο Ναύπλιο. Είχε βραδιάσει … Με φέρατε τότε στο χάνι Καλλέργη, που ήταν έξω απ’ την πόλη, για να έρθετε την άλλη μέρα να με παραλάβετε… Εγώ όμως, μόλις ξημέρωσε, έφυγα απ’ το Χάνι, βρήκα την Πύλη ανοιχτή κι έτρεξα στη μάνα μου, που είχε ξενυχτήσει κλαίγοντας.

Από εκείνη την ημέρα -συνέχισε ο Ρασσίμ πασάς- δε σας ξαναείδα. Η μάνα μου, φοβισμένη, επέμενε να φύγουμε απ’ το Ανάπλι, όπου οργίαζε η Βαυαρέζικη αυθαιρεσία, να πάμε στη Σύρα, όπου μας προστάτευσε ο Πρασακάκης, πλούσιος Χιώτης. Αυτός εφρόντισε να με εκπαιδεύσει στο σχολείο του Θεόφιλου Καΐρη, στην Άνδρο, κι έπειτα στο Γυμνάσιο της Σύρας. Όταν τέλειωσα τα μαθήματά μου, έλαβα γράμμα απ’ την Κωνσταντινούπολη, από τον πατέρα μου -ανώτερο αξιωματούχο στην Υψηλή Πύλη- να πάω κοντά του. Η μάνα μου, μη θέλοντας να μου κόψει την πρόοδο, με άφησε να πάω στον πατέρα μου, αποχαιρετώντας με με δάκρυα… Κι έτσι μπόρεσα να φτάσω στο αξίωμα του Γενικού Διοικητού, για το οποίο σας είμαι ευγνώμων…».

ΧΩΡΙΣ ΣΧΟΛΙΑ

Απάντηση

error: Περιεχόμενο που προστατεύεται από πνευματικά δικαιώματα.