Εγχείρηση στην Αθήνα (Διήγημα του Γιώργου Ρούβαλη)

4 Likes
26 Shares
0 Comments

 

του Γιώργου Ρούβαλη

του Γιώργου Ρούβαλη

Ξαφνικά οι γιατροί είπαν ότι έπρεπε να εγχειρισθώ. Ήμουν 38 χρονών, Σεπτέμβριος του 1967 κι είχα κάτι ενοχλήσεις στο λαιμό. Πήγα στο γιατρό του ΙΚΑ, μου λέει είναι θυρεοειδής, πρέπει να σε δει ενδοκρινολόγος. Στο Ναύπλιο ενδοκρινολόγο δεν είχαμε, έπρεπε να πάω στην Τρίπολη ή στην Αθήνα. Παίρνω το λεωφορείο, πάω στην Τρίπολη που ήταν πιο κοντά, μου λέει κι αυτός θυρεοειδής και θα πρέπει να γίνει εγχείρηση. Πάω λοιπόν στην Αθήνα και ρώτησα σε ποιο νοσοκομείο γίνεται αυτή η εγχείρηση και μου λένε μόνο στο Αλεξάνδρα και στον Ευαγγελισμό. Εγώ ήμουν ασφαλισμένος στο ΤΕΒΕ κι όταν πήγα και ρώτησα και στα δύο αυτά, μου απαντάνε ότι δεν έχουν σύμβαση με το ΤΕΒΕ. Τώρα τι γίνεται;
Ευτυχώς είχα έναν κουνιάδο, που ήταν φοιτητής στο Πανεπιστήμιο και θυμήθηκα ότι γνώριζε κάποιον γιατρό ονόματι Πανταζόπουλο που ήταν ο αρχίατρος του ΤΕΒΕ. Εγώ είχα φέρει και σημείωμα από τον πρώην βουλευτή μας τον Διαμαντόπουλο να με προσέξουν. Πρώην βουλευτής βέβαια γιατί η Χούντα είχε καταργήσει τη Βουλή, αλλά δεν ξέρει κανείς, οι ισχυροί πάντα έχουν πέραση και κανονίζουν τη δικιά μας τη ζωή, των φτωχών. Ο Διαμαντόπουλος είχε κάνει υφυπουργός των αποστατών, παλιότερα είχε βγει με την Ένωση Κέντρου με το γέρο Παπανδρέου κι εμένα μ’ αγαπούσε κι ήξερε την οικογένειά μου αναντάμ-παπαντάμ. Το γραφείο του βρισκόταν στον ίδιο δρόμο με το κουρείο του πατέρα μου. Έτσι μου ‘δωσε το σημείωμα.

 

Πάμε λοιπόν με τον κουνιάδο και βρίσκουμε αυτό το γιατρό τον Πανταζόπουλο, στα γραφεία του ΤΕΒΕ. Με κοίταξε και είπε «ναι, θα κάνεις εγχείρηση• είναι καλοήθης η περίπτωση» και μου έδωσε ένα σημείωμα και μας έστειλε στην Πολυκλινική Αθηνών, Σωκράτους και Πειραιώς. Εγώ χάρηκα που άκουσα ότι ήταν καλοήθης γιατί γενικά είμαι παλλικάρι, δεν φοβάμαι εύκολα, αλλά στα θέματα υγείας, που ανακατεύονται τόσοι και τόσοι γιατροί και που συχνά κοστίζουν περιουσίες ολόκληρες, δεν θέλει και πολύ να αισθανθείς ανήμπορος. Τα λεφτά που είχα τότε εγώ ήταν μόνο δέκα χιλιάδες. Όταν είχα ρωτήσει στα δύο νοσοκομεία πόσο θα κοστίσει, μου είχαν πει ότι μόνο οι εξετάσεις θα στοίχιζαν δέκα οχτώ χιλιάδες, χωρίς την εγχείρηση. Σκέψου τώρα το αδιέξοδο που είχα μπει. Ξαναγυρνάω στον Πανταζόπουλο που με είχε στείλει στην Πολυκλινική και μου λέει «θα τα κανονίσω εγώ! Θα πας τώρα αμέσως, ώρα 12 και θα δώσεις αυτό το σημείωμα στον κύριο Αλιβιζάτο και θα σου βρει αμέσως κρεβάτι». Εγώ έμεινα άναυδος, δεν το περίμενα, γιατί τέτοιες καταστάσεις ήταν δύσκολο να πετύχεις για την εποχή. Να βρεις κρεβάτι αμέσως ισοδυναμούσε με το να κερδίσεις το λαχείο!
Πράγματι ο Αλιβιζάτος, διευθυντής της Πολυκλινικής, μου βρίσκει κρεβάτι στον τρίτο όροφο και στη 1 και δέκα ήρθε ο Πανταζόπουλος και πέντε γιατροί από πάνω μου! Όλοι είπανε ότι πρέπει να γίνει εγχείρηση. Αφού είδα τόσους ειδικούς, ησύχασα λίγο κι εγώ, λέω βρίσκομαι σε καλά χέρια και μάλλον δεν πρόκειται να πληρώσω τίποτα. Ξέρεις τώρα τι γίνεται στα νοσοκομεία εδώ στην Ελλάδα. Πληρώνεις μια ζωή στα ταμεία τους, αλλά όταν έρθει η ώρα, ράντζα στους διαδρόμους, τα φακελάκια στους γιατρούς, το πουρμπουάρ στις νοσοκόμες, έξοδα από δω, έξοδα από κει, σε γδέρνουν και μετά άντε να τα πάρεις απ’ το ταμείο σου, ψίχουλα σου δίνουν πίσω. Αν μάλιστα είσαι άγνωστος και δεν σ’ έχει συστήσει κανένας, μπορεί να σ’ αφήσουν να πεθάνεις. Γι’ αυτό μου φάνηκε βαθιά η τύχη μου και το ενδιαφέρον του Πανταζόπουλου, που στο κάτω-κάτω δεν ήταν κολλητός με τον κουνιάδο μου, ούτε μας είχε καμμιά υποχρέωση, ούτε συντοπίτης μας ήταν. Βέβαια το σημείωμα του βουλευτή του το είχα δώσει, αλλά ποτέ δεν είσαι σίγουρος για τίποτα. Όταν ήμουν στο κρεβάτι μου και με τους πέντε γιατρούς τριγύρω, αναθάρρησα κι εγώ.
Εκείνη την εποχή δεν είχαν και πολλά μέσα γι’ αυτές τις εγχειρήσεις και με κράτησαν είκοσι δύο μέρες. Έγινε η εγχείρηση και πέτυχε και δεν πλήρωσα ούτε μία δραχμή! Οι γιατροί φοβόντουσαν τότε γιατί ήταν η Χούντα και δεν μπορούσαν να πάρουν φακελάκια. Ο κόσμος πήγαινε στον Παττακό για κάτι τέτοια, που δεχόταν κάθε Τετάρτη κι είχε ουρές ολόκληρες έξω απ’ το γραφείο του, ήταν πολύ αυστηροί οι συνταγματάρχες με κάτι τέτοια, να δείξουν ότι αυτοί ήταν διαφορετικοί απ’ τους διεφθαρμένους πολιτικούς, όπως έλεγαν.
Απ’ την ανάρρωσή μου, θυμάμαι πόσο πολύ με περιποιήθηκαν οι νοσοκόμες, ιδίως μία ξανθιά, που τη λέγανε Νίκη, χαμογελαστή και στρογγυλοπρόσωπη, που με είχε στα ώπα-ώπα. Μου φερνε ας πούμε μακαρονάδα με μισό κιλό τυρί παρμεζάνα από πάνω, τόσο που δεν τρωγότανε
Αλλά κι εγώ έκανα τις πλάκες μου με τους άλλους ασθενείς, τους έλεγα αναπλιώτικες ιστορίες, τους διασκέδαζα και περνάγαμε πολύ ωραία. Στις γυναίκες με τα λιμά, τους είχα αλλάξει τα βάγια. Τρεις είχα. Τη δασκαλίτσα από την Κρήτη, 25 χρονών, μια πολύ ωραία από την Αμαλιάδα παντρεμένη και την Κατερίνα. Ο άντρας της παντρεμένης ερχόταν κάθε πρωί με μία γαρδένια, κοντός, φαλακρός και αυτή μελαγχολούσε που τον έβλεπε. Ερχόταν μετά μαζί μου να ξεσκιστεί. Πηγαίναμε τη νύχτα σε κάτι ουρητήρια που υπήρχαν στη σειρά, στο νούμερο 10, και χαϊδευόμασταν. Το βράδυ, στις δύο – τρεις το πρωί ερχόταν αυτή από την Αμαλιάδα και με σκούνταγε να σηκωθώ. Πηγαίναμε και στην εντατική που ήταν όλοι κοιμισμένοι, να κάνουμε το δικά μας. Δασκαλίτσα όταν έφυγε μου έφερε όλα της τα καλούδια, που της έφερνε ο αρραβωνιαστικός, κάτι σοκολάτες τεράστιες, κάτι τέτοια, να μου τα δώσει όλα η καημένη.
Η άλλη η Κατερίνα είχε ένα πολύ ωραίο πρόσωπο και καστανά μαλλιά. Είχε και κάτι μεγάλα αμυγδαλωτά άτια, ανατολίτικα, όλο βελούδο, που σε κάρφωναν. Αυτή μου έπιανε το χέρι και το έβαζε στην κοιλιά της. Δεν έκανα πολλά μαζί τους, ήμουν και φασκιωμένος στο λαιμό απ’ την εγχείρηση και φοβόμουν μήπως σπάσουν τα ράμματα. Πάντως κάπως μαθεύτηκαν τα δικά μου, αφού με κάλεσε η προϊστάμενη, η κ. Κουτσουμπασάκη να επιπλήξει, ότι ήμουν πολύ άτακτος γιατί ανακατευόμουν συνέχεια με τις γυναίκες ασθενείς. Να φανταστείς ότι μία φορά που είχε έρθει επίσκεψη η θεία μου, πολύ δυναμική γυναίκα, χαστούκιζε υπουργούς, με βλέπει αγκαζέ με δύο, τη δασκαλίτσα και την Κατερίνα, να μου δίνουν φιλάκι και οι δυο στο μάγουλο και μου λέει «Αντρέα, βλέπω προόδους».
Όλα αυτά γινόντουσαν βέβαια όταν δεν ερχόταν επίσκεψη η γυναίκα μου, που κρατούσε τα δυο μωρά στο σπίτι και που δεν ευκαιρούσε να ‘ναι κάθε μέρα στο προσκεφάλι μου. Ερχόταν όμως η αδελφή μου που είναι παντρεμένη στην Αθήνα, στα Σεπόλια, κι άλλοι συγγενείς που είχα χρόνια να δω και μου κάνανε παρέα.
Από την ανάρρωση έχω λοιπόν πολύ ωραίες αναμνήσεις αλλά η πιο ωραία στιγμή μου, ήταν όταν πήρα το εξιτήριο και στο λογιστήριο μου είπαν ότι το ταμείο μου θα κανόνιζε το λογαριασμό, τους είχε τηλεφωνήσει ο Πανταζόπουλος. Τρομερά ανακουφίστηκα εκείνη τη στιγμή κι έκανα το σταυρό μου για την τύχη μου. Η γυναίκα μου ήθελε ν’ ανάψει λαμπάδα σ’ αυτόν τον άνθρωπο. Του στείλαμε μια τούρτα να τον ευχαριστήσουμε.
Έτσι λοιπόν έφυγα σώος και αβλαβής από την Πολυκλινική, αφού ευχαρίστησα τους πάντες, γιατρούς, νοσοκόμες και ιδιαίτερα τον Πανταζόπουλο. Από τότε ο θυρεοειδής δεν μ’ έχει ενοχλήσει ποτέ.

 

_____________

Από τη συλλογή «Στ’ Ανάπλι», Εκδόσεις Γαβριηλίδης, 2005.

ΧΩΡΙΣ ΣΧΟΛΙΑ

ΣΧΟΛΙΑΣΜΟΣ

error: Περιεχόμενο που προστατεύεται από πνευματικά δικαιώματα.