Οι Λύγκοι, οι λήσταρχοι από το Αραχναίο που έγιναν λαϊκοί ήρωες

232 Likes
41 Shares
0 Comments

Σκηνή από την ταινία “Λύγκος ο Λεβέντης, ο Αρχιληστής”

 

Οι περιπέτειές του κυκλοφόρησαν τη δεκαετία του 1950 ως λαϊκό ανάγνωσμα από τον Aιμ. Αθηναίο. Το 1959 η ιστορία του μεταφέρθηκε στη μεγάλη οθόνη. Η βουκολική ταινία του Σ. Τατασόπουλου με πρωταγωνιστή τον Σπύρο Φωκά είχε τίτλο: «Λύγκος ο Λεβέντης, ο Αρχιληστής». Έγινε δημοτικό τραγούδι: «Μη τον είδατε, μην τον απαντήσατε τον Λύγκο τον Λεβέντη, τον Αρχιληστή», το οποίο διασκεύασε ο Νίκος Σκαλκώτας στο έργο του «36 ελληνικοί χοροί»…

 

του Γιώργου Νικολόπουλου

 

Έχει περάσει πάνω από ενάμισης αιώνας από την εποχή που ξεκίνησε στην Ελλάδα η ληστοκρατία. Ανάμεσα στους πολυπληθείς ληστές και λήσταρχους ξεχωριστή θέση κατέχουν οι περιβόητοι Λύγκοι, οι οποίοι κατάγονταν από το χωριό Χέλι (Αραχναίο). Έδρασαν στο δεύτερο μισό του 19ου αιώνα, στα βουνά της Αργολίδας, της Αρκαδίας, της Κορινθίας και της Αττικής.

 

Ο ένας ήταν ο αρχιλήσταρχος Γιώργης Λύγκος ο «Παππούς», ο άλλος ο λήσταρχος «Λύγκος ο Λεβέντης», ανηψιός του πρώτου. Το όνομά του ήταν Αναστάσης. Από όσα στοιχεία έχουμε συγκεντρώσει για τους Λύγκους, βγαίνει το συμπέρασμα ότι οι δύο προσπάθησαν με κάθε δυνατό τρόπο να μη βάψουν τα χέρια τους με αίμα αθώων.

 

Ολιγαρκείς

Αιχμαλώτιζαν και λήστευαν πλούσιους ή τοκογλύφους. Πάντα ήταν ολιγαρκείς. Πρώτα έπαιρναν πληροφορίες για την οικονομική κατάσταση των υποψηφίων θυμάτων τους. Σύμφωνα με την περιουσία τους, απαιτούσαν, το ένα πέμπτο περίπου. «Να πάρουμε κι εμείς, αλλά να σε αφήσουμε να ζήσεις κι εσύ», έλεγε ο παππούς Λύγκος.

 

Σε περιπτώσεις που έπαιρναν περισσότερα λύτρα, επειδή αυτός που τους πληροφόρησε για τα περιουσιακά στοιχεία του θύματος είχε κάτι εναντίον τους, τότε ο Λύγκος επέστρεφε ένα σεβαστό μέρος των λύτρων.

 

Συμπάθειες

Η γενναιοφροσύνη τους κέρδισε την εκτίμηση των χωρικών και πιθανόν και την αγάπη τους. Ακόμα και οι χωροφύλακες των αποσπασμάτων φημολογείται ότι συμπαθούσαν τους Λύγκους. Αρκετοί από αυτούς που πιάστηκαν από τους λήσταρχους, όχι μόνο δεν κακοποιήθηκαν, αλλά ενισχύθηκαν οικονομικά από αυτούς. Ίσως όχι μόνο για φιλανθρωπικούς λόγους…

 

Για έναν χωροφύλακα, τον Γιάννη Στρίγκα, έτρεφαν ιδιαίτερη συμπάθεια. Έλεγε ο Παππούς: «Αν τύχει μωρέ παιδιά και πιαστούμε με σταυρωτήδες καβαλάρηδες, θέλω να προσέξετε. Να μη χτυπήσετε έναν με άσπρο άλογο, με μια ελιά στο πρόσωπο». Συχνά έδιναν χρήματα στους φτωχούς…

 

ligkos

 

Όπως αναφέρει ο Παναγιώτης Ι. Μπιμπής στο βιβλίο του «Το Χέλι και η συμβολή του στους Αγώνες του Έθνους»:

 

«Ο Γεώργιος Λύγκος ήταν ψηλός, ισχνός με μακριά γενειάδα, με πυκνά μαύρα φρύδια, ήταν ο εξυπνότερος και ο πολιτικότερος από όλους τους ληστές της εποχής εκείνης. Ο Γέρο Λύγκος, ο παππούς, ποτέ δεν εγκημάτισε, δεν είχε σκοτώσει κανέναν και δεν φυγοδκούσε πριν γίνει ληστής».

 

Πώς ο Παππούς Λύγκος πήρε τα βουνά…

Η στρατιωτική θητεία στα 1850, την εποχή του Λύγκου ήταν δυσβάσταχτη για τους χωρικούς. Όταν κάποιος κληρωνόταν να υπηρετήσει, επικρατούσε οδυρμός στην οικογένεια. Οι μάνες έκλαιγαν για τα παιδιά τους, που έφευγαν να υπηρετήσουν στις πόλεις. Ο αποχωρισμός ήταν συγκινητικός, σαν να μην επρόκειτο να τους ξαναδούν. Κυρίως προβληματίζονταν για το οικονομικό κόστος που θα είχε η φυγή των αγοριών. Έπρεπε να φροντίσουν τα χωράφια και τα ζώα.

 

Όταν κληρώθηκε το όνομα του Λύγκου, στο Χέλι ο νεαρός τότε Παππούς, βρισκόταν στη στάνη του πατέρα του και έβοσκε τα πρόβατα παίζοντας τη φλογέρα του. Ονειροπολούσε την όμορφη βλαχοπούλα που θα γινόταν κυρά του.

 

cb-5-102Ανυπότακτος

Σύμφωνα με το συγγραφέα Αιμίλιο Αθηναίο, ένας δικηγόρος είχε υποσχεθεί στη μάνα του Λύγκου ότι θα έκανε κάποιες ενέργειες ώστε ο γιος της να μην υπηρετήσει. Ο Λύγκος και η οικογένειά του τον πίστεψαν και συχνά του έστελναν γιαούρτι για το καλό που τους έκανε. Όμως το «μέσο» δεν έπιασε. Ο Λύγκος δεν παρουσιάστηκε και κηρύχτηκε ανυπόταχτος.

 

Ένα στρατιωτικό απόσπασμα πήγε στο σπίτι του για να τον μαζέψει. Δεν τον βρήκαν όμως και περίμεναν ως αργά το βράδυ (αφού φρόντισαν πρώτα να αδειάσουν το κελάρι) τρώγοντας και πίνοντας.
Ο Λύγκος είχε φύγει για να γλυτώσει το στρατιωτικό και την ομηρία. Τσοπάνηδες τον έκρυβαν και τον συντηρούσαν. Αυτός για να τους ξεπληρώσει άρχισε να κάνει μικροληστείες. Ήταν υπόχρεος αφού τα αποσπάσματα έκαναν ζημιές στα πρόβατα και τις κότες τους.

 

Αμνηστία

Κάποια στιγμή, δόθηκε αμνηστία στους ανυπότακτους. Ο Λύγκος ξαναγύρισε στην κοινωνία. Όμως δεν μπορούσε να συμβιβαστεί με τη σκληρή αγροτική δουλειά. Είχε μάθει στον εύκολο, αν και επικίνδυνο πλουτισμό από τις ληστείες. Αποφάσισε να γυρίσει στα βουνά και να αρχίσει τη νέα του ληστρική «καριέρα».

 

Ο Αναστάσης Λύγκος ή Λεβέντης, ο ανιψιός του γέρου, επιδόθηκε στη ληστρική ζωή λίγο καιρό πριν από τη μεταπολίτευση του 1862 και δεν θα το έκανε αυτό, αν τα αποσπάσματα δεν τον πίεζαν στο χωριό για να αποκαλύψει που βρισκόταν ο θείος του, Γιώργης Λύγκος, και δεν τον απειλούσαν ότι θα κλείσουν αυτόν στη φυλακή. Έτσι πήρε και αυτός το τουφέκι του και πήγε, βρήκε τον μπάρμπα του και εντάχθηκε στη συμμορία του για αρκετό καιρό, για να κάνει αργότερα δική του συμμορία.

 

Άλλοι ληστές από το Χέλι

Όπως αναφέρει στο βιβλίο του ο Π. Μπιμπής, εκτός από τους δύο παραπάνω Χελιώτες ληστές, είναι ακόμα γνωστοί και άλλοι δύο. Ο ληστής Κίτσος που το πραγματικό του όνομα ήταν Χρήστος Οικονόμου ή Νυφίτσας και ήταν και αυτός ανιψιός του Γέρο Λύγκου, ήταν ξανθός, νέος, καθαρός και ωραίος και το 1871 σχημάτισε δική του συμμορία από τους Καδή, Μάγερα και Κουρκούμπα. Επίσης ο Κουλός, ο οποίος τον περισσότερο καιρό ήταν μαζί με τον Λύγκο.

 

Ένα τραγούδι για τον Γερο – Λύγκο

Ένα τραγούδι για τον Λύγκο τον Λεβέντη

ΧΩΡΙΣ ΣΧΟΛΙΑ

ΣΧΟΛΙΑΣΜΟΣ

error: Περιεχόμενο που προστατεύεται από πνευματικά δικαιώματα.