Η ιστορία του μαστρο-Παύλου, υποδειγματικού μπολσεβίκου (Διήγημα του Γιώργου Ρούβαλη)

 

του Γιώργου Ρούβαλη

του Γιώργου Ρούβαλη

Το χωριό μου έχει ένα ιστορικό όνομα από την αρχαιότητα. Βρίσκεται στη Στερεά Ελλάδα. Εκεί γεννήθηκα και μεγάλωσα. Ο πατέρας μου ήταν διευθυντής ενός εργοστασίου σε άλλο τόπο. Είχαμε το σπίτι και άλλα χτήματα. Από τα παιδικά μου, θυμούμαι ιδιαίτερα ένα χωριανό που μoυ είχε κάνει μεγάλη εντύπωση και μ’ επηρέασε αρκετά. Ηταν ο Μάστρο-Παύλος. Ψηλός, γεμάτος, λίγο φαλακρός, με λαμπερά μάτια, εύθυμος και πολύ έντιμος. Ηταν από τους αριστερούς του τόπου, το ίδιο κι ο αδελφός του. Αριστερός έγινε γιατί σα στρατιώτη κληρωτό τον είχαν στείλει με το εκστρατευτικό σώμα στη Ρωσία, στην Κριμαία, να πολεμήσει μαζί με τους Λευκούς ενάντια στους Κόκκινους, τους Μπολσεβίκους. Αυτό έγινε περίπου το 1918-19. Ο Μαστρο-Παύλος επηρεάστηκε πολύ απ’ όσα είδε, αργότερα μου τα διηγιόταν. Θεωρούσε επαίσχυντη την επέμβαση αυτή, εμείς δηλαδή, ξένοι, να πολεμάμε ένα λαό που ήθελε ν’ αλλάξει την τύχη του. Όταν γύρισε στην Ελλάδα, ασπάστηκε τις κομμουνιστικές ιδέες κι ήταν από τα πρώτα μέλη του ΚΚΕ. Στο χωριό ήταν από τους πρώτους τους αγώνες. Στην Κατοχή έδρασε έντονα στη Λαμία, βοηθώντας τον ΕΛΑΣ, συγκεντρώνοντας χρήματα, τρόφιμα και προωθώντας άντρες στο βουνό.

 

Τότε εγώ ήμουν νεαρός, στο Γυμνάσιο ακόμα. Τον έκανα πολύ παρέα για τον εξής λόγο: ήταν ένας άνθρωπος τελείως ανιδιοτελής. Τα λίγα που έβγαζε τα έδινε όλα στο κόμμα. Τόσο πολύ το παράκανε που, η οικογένειά του, για να γλιτώσει το σπίτι τους, που κατ’ αυτούς κινδύνευε, τον έδιωξαν από ‘κει. Η γυναίκα του τον είχε χωρίσει νωρίτερα γιατί δεν άντεχε άλλο. όλη του η ζωή ήταν το κόμμα. Πήρε μαζί της κι ένα κορίτσι πούχαν. Τότε ο πατέρας μου, που όπως είπα είχε κάποια περιουσία, τον συνέτρεξε και έχτισε στην αυλή μας ένα δωμάτιο, όπου ο Μάστρο-Παύλος, γύρω στα 80 τότε, ήρθε να μείνει. Εκτός από το σιδηρουργείο, ασχολιόταν και με τα μελίσσια που του είχαν μείνει καθώς και με κάποια δικά μας που βρίσκονταν στην αυλή. Την εποχή που διηγούμαι, εγώ ήμουν γύρω στα είκοσι, μέσα στη δικτατορία του Παπαδόπουλου. Μ’ έπαιρνε μαζί του και κάναμε επιθεώρηση στα μελίσσια –έτσι λέγεται- και μου μίλαγε. Μου έδειχνε την κοινωνική –ενστικτώδη- οργάνωση των μελισσών ως πρότυπο της ιδανικής κοινωνίας. Δηλαδή, όπως μου έλεγε, οι εργάτριες πέθαιναν από την κούραση πάνω στη δουλειά, δουλεύοντας πάντα για το κοινό καλό. Αυτό, για κείνον, ήταν υποδειγματικό. Δεν αποκτούσαν ιδιωτικά πλούτη, ούτε είχαν καμιά ιδιοκτησία. Εκ των υστέρων κατάλαβα ότι αυτό το ρόλο εφάρμοζε στη πράξη και στον εαυτό του, τόσο που σκόρπιζε τα υπάρχοντά του. Ετσι, σιγά-σιγά, μου πέρασε κι εμένα τις σοσιαλιστικές ιδέες, μέσα στη δικτατορία. Αργότερα, σα φοιτητής, δραστηριοποιήθηκα κι εγώ στη σπουδαστική νεολαία του κόμματος. Ζούσαμε τότε μια περίοδο ριζοσπαστικοποίησης και ευφορίας. Οι κομμουνιστές ήταν επιτέλους ελεύθεροι κι αυτό μας γέμιζε με αισιοδοξία. Ηταν βέβαια και τα είκοσί μας χρόνια. Εγώ, πάντως, θαύμαζα την ανιδιοτέλεια και τον απλό χαρακτήρα του Μαστρο-Παύλου.

 

Η ανάμιξή μου κράτησε περίπου τρία χρόνια, όσο σπούδαζα. Από τότε αποστασιοποιήθηκα, όταν διαπίστωσα ότι οι κανόνες λειτουργίας της οργάνωσης δεν ήταν καθόλου ανιδιοτελείς. Δηλαδή, συγκεντρωνόμαστε δέκα άτομα, ας πούμε, και μιλούσαμε για κάποιο συγκεκριμένο θέμα, αλλά η λύση προϋπήρχε. Την είχαν προαποφασίσει τα στελέχη. Η ζύμωση γινόταν μόνο για να υιοθετήσουμε εμείς την ειλημμένη απόφαση.

 

Ο Μάστρο-Παύλος ποτέ δεν τα ξανάφτιαξε με τη γυναίκα του, που δεν ξαναπαντρεύτηκε. Πέθανε γύρω στα ογδόντα πέντε του, στο σπιτάκι εκείνο. Όταν αρρώστησε, τον πήγαν στο παρά πέντε στο νοσοκομείο στη Λαμία και τον χάσαμε. Από πριν έσερνε τα πόδια του και προσπαθούσε να θεραπευτεί τρώγοντας βασιλικό πολτό. Νόμιζε ότι οι μέλισσες που τον είχαν εμπνεύσει θα τον έσωναν κιόλας. Τον έκλαψα γιατί ήταν πια σα δικός μου άνθρωπος. Εγώ έμενα στην Αθήνα πλέον κι όταν ερχόμουν στο χωριό με τον πατέρα μου, αυτός μας υποδεχόταν. Η μάνα μου τον τάιζε, του πήγαινε φαγητό, ανήκε κι αυτός στην οικογένεια.

 

Εκ των υστέρων, θαύμαζα την πίστη στις ιδέες του, ήταν υποδειγματικός μπολσεβίκος, αλλά νομίζω ότι χαράμισε τη ζωή του. Μπορώ να πω ότι σήμερα, στα πενήντα μου, οι ιδέες αυτές μου φαίνονται πολύ μακρινές κι ανέφικτες. Όμως θυμάμαι πάντα με αγάπη το Μαστρο-Παύλο.

___________________ * __________________

* Δημοσιεύτηκε στο βιβλίο «Στ’ Ανάπλι»,
εκδόσεις Γαβριηλίδης, 2005

ΧΩΡΙΣ ΣΧΟΛΙΑ

Απάντηση

error: Περιεχόμενο που προστατεύεται από πνευματικά δικαιώματα.